Είχε έρθει το βράδυ επομένως πλησίαζε η ώρα του δείπνου. Πλησίασε κι αυτός σε μια τζαμαρία ενός εστιατορίου και κατά την προσφιλή του συνήθεια άρχισε από μέσα του να παραγγέλνει ξεκινώντας από τα ορεκτικά. Και πιπεριές και κολοκυθάκια είναι πλεονεξία, σκέφτηκε σε μια στιγμή. Μόνο πιπεριές, κατέληξε. Για κυρίως, αυτό που τρώει λαίμαργα ο κύριος στο πρώτο από αριστερά τραπέζι. Ωραίο φαίνεται.


Το επιδόρπιο τον βασάνισε για αρκετή ώρα. Η ματιά του ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στο γιαούρτι με μέλι που έτρωγε η κυρία στο δεύτερο τραπέζι δεξιά και φαινόταν νόστιμο γιατί εκείνη τη στιγμή η κυρία έγλειφε το κουτάλι με μανία, σαν να είχε βαλθεί να το καθαρίσει με τη γλώσσα αλλά ταυτόχρονα ζαχάρωνε και το παγωτό καϊμάκι με τη γενναία δόση από σιρόπι βατόμουρο που μασούλαγε ο άκεφος πιτσιρικάς στη γωνία.

 

Ξαφνικά θυμήθηκε έναν από τους τελευταίους στίχους της αγαπημένης του ποιήτριας, της Κατερίνας Γώγου: «Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα. Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο».


Αφού δεν κατέληξε σε κάποια απόφαση σκέφτηκε πως θα επιλέξει την τελευταία στιγμή. Όταν έρθει η ώρα για το επιδόρπιο θα ξεφουρνίσει το πρώτο που θα του έρθει στο μυαλό.


Κοίταζε τα πιρούνια που είχαν πάρει φωτιά, τα στόματα που άνοιγαν σαν καταπακτές, τα στομάχια που φανταζόταν πως θα δουλεύουν στο φουλ. Και να φανταστείς ότι όλοι αυτοί είναι θύματα της κρίσης, ψέλλισε.


«Αν τους ρωτήσεις ζουν μες στη στέρηση, με δυσκολία τα βγάζουν πέρα. Η γκρίνια αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Φόροι. Λογαριασμοί. Δόσεις. Ως πού θα πάει αυτό; Ψωμολυσσάμε», είχε ακούσει κάποτε έναν περαστικό να λέει μιλώντας στο i-phone του.


Ψωμολυσσάμε. Που θα πει έχουμε λύσσα για ψωμί.


Ίσως να κάνω και λάθος, σκέφτηκε και να κολάζομαι άδικα αλλά ο εν λόγω περαστικός κρατούσε στο άλλο του χέρι μια γκουμούτσα να, μια τυρόπιτα και μια μικρή σακούλα από φούρνο μέσα από την οποία εξείχαν δυο μακριές φραντζόλες ψωμί.


Δεν λέω, συνέχισε τη σκέψη του, μπορεί να το αξίζει ο άνθρωπος, τι «μπορεί» δηλαδή, σίγουρα το αξίζει και μπράβο του, δούλεψε, δουλεύει ή αν όχι τότε σίγουρα με κάποιον τίμιο τρόπο εξασφάλισε το ψωμί του.


Αλλά προς τι το «ψωμολυσσάμε»; Ας έλεγε «ψωμολυσσάτε» ή «ψωμολυσσάνε» ή «ψωμολυσσάνε» ή ας έριχνε μια ματιά σε μένα που στεκόμουν ανήμπορος και νηστικός τρεις ή τέσσερις μέρες, ήμουν εκεί, κάτω στο έδαφος, καθιστός με το χέρι απλωμένο και μια θεόρατη ντροπή καθρεφτισμένη στο βλέμμα μου και ας έλεγε «μόλις πέρασα δίπλα από κάποιον που ψωμολυσσάει».


Όχι πρώτο πληθυντικό όμως. Πότε έχασαν άραγε τόσο πολύ οι λέξεις το νόημά τους; Πότε απέκτησαν μια τόσο υποκειμενική, παράλογη σημασία; Δεν έχω ταξικό μίσος, σκέφτηκε, ούτε πρεσβεύω τον ταξικό πόλεμο. Ελπίζω μόνο. Ελπίζω στην αποκατάσταση της έννοιας των λέξεων. Και στην αγάπη. Και στην αλληλεγγύη.


Ξαφνικά θυμήθηκε έναν από τους τελευταίους στίχους της αγαπημένης του ποιήτριας, της Κατερίνας Γώγου: «Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα. Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο».


Ζήτησε συγνώμη για την πικρία του απ' όσους βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην προετοιμασία για το βραδινό τους αλλά κι απ' όσους βρίσκονταν στη διαδικασία της χώνεψης.


Το δικαίωμα στο φαγητό είναι ιερό για όλους. Και η στέρησή του η μεγαλύτερη, η πιο απάνθρωπη βαναυσότητα. Χειρότερη από τον εν ψυχρώ θάνατο. Κι αυτός δικαιούταν να το γνωρίζει καλά.


Τελικά θα πάρω γιαούρτι με μέλι για επιδόρπιο, σκέφτηκε στο τέλος.


Είναι χειμώνας, ας μην πάω γυρεύοντας με το παγωτό.


Για λίγο στάθηκε κι έκλεισε τα μάτια. Ονειρεύτηκε φευγαλέα τον εαυτό του μέσα στο εστιατόριο να κάθεται σε μια καρέκλα με άφθονα φαγώσιμα στο τραπέζι μπροστά του. Και κάποιον άλλο να βρίσκεται στη θέση που είναι εκείνος τώρα. Κάποιος άλλος έξω στο δρόμο να κοιτάζει από την τζαμαρία.


Ο εαυτός του πελάτης. Και κάποιος άλλος να είναι αυτός που να μην έχει τίποτα.


Εκείνος που να ξέρει το τίποτα.


Άνοιξε ξανά τα μάτια του. Η ώρα ήταν περασμένη. Του φάνηκε ότι είχε έρθει η στιγμή να πηγαίνει. Το δείπνο του ολοκληρώθηκε επιτυχημένα κι απόψε με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε να χορταίνει.


Με τα μάτια.