Ο Αλέξης έχει μια εμφάνιση νέου ανθρώπου μη αξιοπερίεργη αλλά η καθημερινότητα του θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε σχολές που θα δίδασκαν την επανάσταση κόντρα στις νόρμες ενός κλισέ τρόπου ζωής. Λιγομίλητος χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει αλλά αφήνοντας στους άλλους πάντα την αίσθηση ότι ξέρει πολύ περισσότερα από όσα λέει. Καταπιάνεται τόσο συχνά με ιδιότυπους τρόπους ύπαρξης που αναρωτιέσαι για το που σταματάει η διαφορετικότητα και που αρχίζει η παράνοια. Θα σας μιλήσω για την τελευταία του συνήθεια που έχει να κάνει με τα αεροδρόμια μήπως βγάλετε και εσείς κάποιο συμπέρασμα.

 

Oρισμένες φορές που νιώθει τα πάντα γύρω του να τον σφίγγουν σαν σαγόνια κροκόδειλου, κατευθύνεται προς το αεροδρόμιο Μακεδονία. Ένα σταυροδρόμι πολιτισμών όπως αναφέρει όπου προσφέρεται για εναλλακτική θέαση και τουρισμό αναμνήσεων. Άνθρωποι γυρνάνε πίσω στον τόπο τους φορτωμένοι εικόνες. Φίλοι αποχαιρετιούνται με υγρά μάτια και έναν υποβόσκων αναστεναγμό. Συγγενείς καλωσορίζουν τους δικούς τους με ευφρόσυνες φωνές, αγκαλιές και συναισθήματα που ξυπνάνε από λήθαργο. Ξένοι έτοιμοι να γευτούν την περιπέτεια μέσα από αυτό που εμείς θεωρούμε ρουτίνα.

 

Έτσι και ο Αλέξης, όταν δεν του αρκούν η δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τους κλασικούς κανόνες lifestyle για να πολεμήσει την δυστυχία και την ανία, ανακαλύπτει και δημιουργεί την δικιά του μαγκούρα που τον βοηθάει να παίρνει καθημερινές νίκες απέναντι σε έναν ισόβιο πόλεμο με αυτές.

 

Και κάπου στην μέση αυτός, με ένα σακίδιο στους ώμους να φιγουράρει σαν χειραποσκευή και με την παρουσία του να φαντάζει σαν μέρος της σκηνής χωρίς να διακρίνεται ότι είναι απλά ένας θεατής. Συλλέγει εικόνες, λόγια και οραματίζεται σκηνές από εκδρομές που τελείωσαν και ξεκίνησαν εδώ.

 

Όταν μαζέψει αρκετά από αυτά, αναμιγνύεται με το πλήθος και μπαίνει στο λεωφορείο της επιστροφής. Ποζάρει στους τουρίστες που τον κοιτούν σαν ένα από τα πρώτα αντιπροσωπευτικά δείγματα του νέου τόπου. Παρατηρεί τις αεροσυνοδούς με τις ολόλαμπρες στολές τους που κάθονται λίγα καθίσματα παραπλεύρως προσπαθώντας να αφουγκραστεί την προσμονή για το σπίτι τους. Mια προσμονή που την υιοθετεί και αυτός κατασκευάζοντας μια ψευδαίσθηση ότι γύρισε από τόπο μακρινό. Μετά από αυτήν την ιδιότροπη βόλτα λοιπόν καταφέρνει και δημιουργεί μια ανανέωση μέσα του, με έναν πρωτόγνωρο τρόπο.

 

Ο Τολστόι στο «Πόλεμος και ειρήνη» είχε αναφερθεί σε μια ιστορία όπου δύο ξιφομάχοι μονομαχούσαν για ώρα και όταν ένας από τους δύο τραυματισμένος κατάλαβε ότι απειλείται η ζωή του, άρπαξε μια μαγκούρα και άρχισε να την στριφογυρίζει. Κάτι τέτοιο ήταν ενάντια στους κανόνες αλλά του χάρισε την ζωή.

 

Έτσι και ο Αλέξης, όταν δεν του αρκούν η δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τους κλασικούς κανόνες lifestyle για να πολεμήσει την δυστυχία και την ανία, ανακαλύπτει και δημιουργεί την δικιά του μαγκούρα που τον βοηθάει να παίρνει καθημερινές νίκες απέναντι σε έναν ισόβιο πόλεμο με αυτές.

 

Οι ιδέες του Αλέξη όπως είπα σε κάνουν να αναρωτιέσαι για την σχέση που μπορεί να έχουν με την λογική. Από την άλλη όμως τίθεται το ερώτημα για το πόσο ευφυές είναι να συνεχίζουμε να καταφεύγουμε σε συγκεκριμένους τυποποιημένους τρόπους για να περάσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας επειδή έτυχε να γεννηθούμε σε ένα μέρος όπου όλοι κάνουν το ίδιο, η απλά γιατί αυτό προτάσσει η εποχή μας. Πότε ήταν η τελευταία φορά αλήθεια που αποφάσισες να ψυχαγωγηθείς χωρίς να λειτουργήσεις στα πλαίσια του αποχαυνωμένου μιμητισμού από την ανθρώπινη μάζα που σε περιβάλλει;

 

Κ.Igano

*To όνομα έχει αλλαχθεί.