Αθήνα, κάπου στο Κέντρο. Άλλο ένα απόγευμα την ίδια ώρα. «Αντε γμτ ρε μλκ» λέει αυτή. «Πτν. Αυτό είσαι» της ανταπαντά. «Μαζί σου ρε μλκ καταστράφηκα» συνεχίζει αυτή. Οι ένοικοι του απέναντι διαμερίσματος. Τρία χρόνια, σχεδόν κάθε απόγεμα, ένα τέταρτο καυγάς, μόνο μπινελίκια. Μετά σιωπή. Τον σκότωσε; Την σκότωσε; Όμως είναι ζωντανοί. Κάθε πρωί τον βλέπω να φεύγει  για την δουλειά. Κάθε Τετάρτη την βλέπω με το καροτσάκι της λαϊκής.  Τόσο κανονικοί μέσα στην κόλαση τους. Όπως τόσοι μέσα στα σπιρτόκουτα τους.

 

Το είχα δει το Σπιρτόκουτο, το  γενναίο φιλμ του Οικονομίδη όταν πρωτοβγήκε το 2002 στις αίθουσες . Ήμουν σε ένα μικρό σινεμά στη Θεσσαλονίκη. Κόσμος έφευγε στο πρώτο τέταρτο. Όσοι μείναμε είχαμε μείνει άφωνοι. Είδα και τις επόμενες ταινίες του τα χρόνια που ακολούθησαν. Είδα όμως και κάτι άλλο αυτά τα χρόνια. Την προσπάθεια του mainstream πολτού να τον φέρει στα μέτρα του.

 

Έπαιρναν αποσπάσματα από τις ταινίες του και τα χρησιμοποιούσαν με δήθεν χιουμοριστικό τρόπο. Εκπομπές στην τηλεόραση, οι άνθρωποι στις παρέες. Έτσι είναι. Εάν κάποιος σου γυρίζει τον καθρέφτη στα μούτρα πρέπει να αμυνθείς με κάποιο τρόπο. Ποιος αντέχει να βλέπει αυτό που είναι; Και εκείνος αδιάφορος για το πώς βλέπουν τις ταινίες του συνέχιζε να σκάβει όλο και πιο βαθιά μέσα στα λαγούμια της κοινωνίας.

 

Μετά από 15 χρόνια ξαναβλέπω το Σπιρτόκουτο. Κάποιος το έχει ανεβάσει ολόκληρο στο youtube. Όλα εδώ ξανά μέσα σε λίγα τετραγωνικά. Οι τσιμεντένιοι τοίχοι του διαμερίσματος  όμως έχουν πια γίνει διάφανοι. Η οργή, η βία, η σήψη. Όλα είναι εκεί έξω. Έχουν πλημμυρίσει το σύμπαν. Η κοινωνία όλη είναι ένα Σπιρτόκουτο.

 

Και η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Όπως η ζωή στο διπλανό διαμέρισμα.