Φωτογραφία: Πάτροκλος Σκαφίδας
Φωτογραφία: Πάτροκλος Σκαφίδας

 

Κουτρουβαλήματα, κυπαρίσσια, αρλεκίνοι και χουντικοί στην Επίδαυρο

 

Μια δύσκολη «Άλκηστη» με ένα θίασο που καταθέτει ψυχικά και σωματικά σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου

 

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου στην πρώτη της επιδαύρια παρουσίαση έργου καταπιάνεται με τη δύστροπη «Άλκηστη» του Ευρυπίδη, μια ιλαροτραγωδία που αρνείται να ενταχθεί αυστηρά σε ένα παραστάσιμο είδος αλλά αιωρείται πάνω από τα θέματα της ανθρώπινης κατάστασης και τα εξερευνεί ατελώς, εκκεντρικά και με ένα πικρόχολο υποδόριο χιούμορ.

 

Ο Απόλλωνας αποφασίζει να εξαιρέσει το φιλόξενο Άδμητο από τη βούληση των Μοιρών, αρκεί ο ζωσμένος από ένα πρόωρο θάνατο βασιλιάς να πείσει κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς του να πεθάνει στη θέση του. Μετά την άρνηση των γονιών του, η γυναίκα του, Άλκηστη δέχεται να θυσιαστεί αρκεί ο Άδμητος να μη παντρευτεί άλλη γυναίκα μετά το θάνατό της. Επί περίοδο πένθους, το βασίλειο επίσκεπτεται ο Ηρακλής ο οποίος μη γνωρίζοντας το θάνατο της Άλκηστης μεθοκοπάει και γλεντάει και όταν ενημερώνεται από έναν υπηρέτη για την ύβρη που διέπραξε, προσπαθεί να εξιλεωθεί φέρνοντας την Άλκηστη πίσω από τον Κάτω Κόσμο. Ο Άδμητος στην αρχή αρνείται να δεχτεί στο παλάτι μια φαινομενικά ξένη επισκέπτρια -υποτίθεται ότι τον αποτρέπουν οι προθανάτιες υποδείξεις της γυναίκας του- αλλά μετά από μια όχι και τόσο επίμονη προσπάθεια του Ηρακλή κάνει πέτρα την καρδιά του.

 

Η «Άλκηστη» της Ευαγγελάτου είναι περισσότερο ένα συνάθροισμα από ευφυείς αναφορές για πεπαιδευμένους παρακολουθητές θεάτρου και μια συστοιχία εννοιών στις οποίες γίνεται έμμεση μνεία χωρίς εξονυχιστική ανάπτυξη παρά το καταγγελτικό μήνυμα για την έμφυλη καταπίεση που περίμενα.

 

Σύντομα του αποκαλύπτεται ότι αυτή που δέχεται πίσω είναι η Άλκηστη. Ο θεατής όμως δε βλέπει ποτέ την Άλκηστη να επιστρέφει ζωντανή, σώα και αβλαβής, αντικρίζει μόνο ένα σώμα που κάποτε ήταν δικό της-ένα φάντασμα ή «ένα αδειανό πουκάμισο» που γράφει ο Ρίτσος στην «Ελένη» του- συνοδευόμενο από την υπόσχεση ότι θα ξυπνήσει μετά από τρία γεμάτα φεγγάρια.

 

Αν και τα επιμέρους σημεία που πρέπει να πλαισιώσουν ένα καλό παίξιμο για να δώσουν ένα παραπάνω από ικανοποιητικό σύγχρονο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αφθονούν, η Ευαγγελάτου φαίνεται να τα συνδέει ασθενώς και ένα προς ένα και όχι να τα διασταυρώνει και να τα μπλέκει μεταξύ τους αιτιολογημένα και με ένα ξεκάθαρο στόχο.

 

Το ροζ κοστούμι του κούηαρ Απόλλωνα και η εμφάνιση του Ηρακλή αλά έκπτωτου μπανάλ λαϊκίστικου ήρωα/comedia de l' arte αρλεκίνου μπορεί να είναι σύμβολα με χίλιες δύο συνυποδηλώσεις αλλά γίνονται αντιληπτά μάλλον σαν προκλητικά fashion statements που υπάρχουν αυτά καθεαυτά, έξω από το σύμπαν της «Άλκηστης» και όχι οργανικά ενταγμένα μέσα σε αυτό, εξυπηρετώντας μια υψηλή μεν, ελιτίστικη δε, αισθητική.

 

Η υποκριτική είναι καλή και καλά κατευθυνόμενη, όλοι οι χαρακτήρες έχουν τις στιγμές τους, λίγες φορές και σχεδόν κατά λάθος όμως το αποτέλεσμα συγκινεί και ταρακουνάει. Πολλές περισσότερες φορές ωστόσο κάνει το θεατή να γελάσει. Είναι τα ευρήματα της Ευαγγελάτου -από τα γκροτέσκο χωρατά μέχρι τη λεπτή υπόγεια ειρωνεία της για την πατριαρχική φασιστική φύση και την υπόνοια οτι η θυσία της Άλκηστης είναι μια δουλοπρεπής απέναντι στον άνδρα κίνηση- τέτοια που υπονοούν ένα εξαιρετικά φρέσκο ταλέντο που μπορεί να παράγει ένα πολύ περισσότερο επικοινωνιακό θέατρο, απλά μάλλον στην «Άλκηστη» δε ζυμώνεται τόσο για να επικοινωνήσει προς όλους αυτό που η ίδια έχει συλλάβει αλλά απλώνεται απρόσεκτα και βιαστικά προς παράταιρες κατευθύνσεις ίσα για να αγγίξει απλά στην επιφάνεια τους διάφορα προσκείμενα θέματα με αποτέλεσμα να αποπροσανατολίζεται ανα στιγμές· πετάει ατάκες από τον Φάουστ ανάμεσα στους στίχους του Ευρυπίδη, βάζει τους ακόλουθους να χαιρετούν ναζιστικά, μετατοπίζεται δηλαδή στιγμιαία από το κοινωνικό σχόλιο για το φύλο σε ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό σχόλιο και κατρακυλάει ξανά τον Άδμητο στην αλαζονία του ενώ προηγουμένως με την καταπληκτική σκηνή του ταλανισμού του από τις ενοχές τον έχει καθηλώσει πλέον στην τραγική του διάσταση.

 

Η «Άλκηστη» της Ευαγγελάτου είναι περισσότερο ένα συνάθροισμα από ευφυείς αναφορές για πεπαιδευμένους παρακολουθητές θεάτρου και μια συστοιχία εννοιών στις οποίες γίνεται έμμεση μνεία χωρίς εξονυχιστική ανάπτυξη παρά το καταγγελτικό μήνυμα για την έμφυλη καταπίεση που περίμενα. Πράγματι υπονοεί μια πολύ πιο ρηξικέλευθη ματιά στην Άλκηστη όμως ποτέ δεν την αποκαλύπτει με την αμετάκλητη αποφασιστικότητα που έχει δείξει στο «1984» και το «Φάουστ» αλλά αφήνει το μύθο του Ευρυπίδη οριακά ακατέργαστο και προσθέτει περιμετρικά χαριτωμένα σκηνοθετικά τρικ και φιλοσοφικές νήξεις. Αυτό δεν κρύβει απαραίτητα μία αργόσχολη διάθεση ή ναρκισσιστική πρόθεση, ούτως ή άλλως περιεκτική ή όχι η παράσταση σφύζει από ρυθμό -σε αυτό βοηθάει η καταπληκτική μουσική του Πούλιου- και δραματουργική θέρμη αλλά η σκηνοθέτις φαίνεται να παρασύρεται στην παγίδα του «να πω κι άλλα» συναρπαζόμενη από το φάσμα των θεμάτων που μπορεί εν δυνάμει να ανοίξει η «Άλκηστη».

 

Μάλλον το πιο εύστοχο σχόλιο για την παράσταση συνοψίζεται στην υπνωτιστική οφθαλμαπάτη που στήνει για χορικό η Πατρίσια Απέργη. Η παράσταση της Ευαγγελάτου γεννά την ίδια αμφιβολία που γεννά ένα παγωμένο στιγμιότυπο του Χορού, μετέωρο μέσα σε μια νεφέλη χωμάτων και καπνού. Δε μπορώ με ευκολία να εκφέρω γνώμη για το αν τελικά η παράσταση γκρεμίζεται ως χλιαρή ή στέκεται με θεατρική δεινότητα. Το μόνο σίγουρο είναι πως η προσγείωση είτε ομαλή είτε ανώμαλη αφήνει συνολικά ένα γλυκό απόηχο και αγκαλιάζει τα γοητευτικά ελαττώματά της.

 

3 παρά αστέρια