©Franziska Barczyk
©Franziska Barczyk


Δειλά, δειλά πέρασαν την πόρτα του σχολείου και κοίταζαν με συγκίνηση τον χώρο. Τους διαδρόμους, το κυλικείο, την αυλή.
Τα μάτια εμφανώς φορτισμένα με συγκίνηση. Ήταν καλοκαίρι! Στο σχολείο είχαν εφημερία δύο καθηγητές, ήμουν και εγώ. Τους είδα πως μπήκαν μέσα στην αυλή αρχικά δειλά και για λίγο τους παρακολούθησα. Δεν έδειχναν γονείς που διερευνούν το περιβάλλον για να γράψουν τα παιδιά τους. Αυτοί άλλο ζητούσαν. Ένιωθα τη φόρτιση και την ευγενική ερευνητική προσέγγισή τους στο χώρο.


Ήταν σαν να τον ήξεραν και ψηλαφούσαν τις ρωγμές του, τις πληγές του, τα τραύματά του, τους επιδέσμους του, τις βελτιώσεις του, τις οσμές του, τα βλέμματά του φανερά και κρυφά, τα νεύματα. Αχ αυτά τα νεύματα ! Αναζητούσαν κάτι πιο βαθύ, πιο προσωπικό.
Δεν άντεξα τον πειρασμό, σχεδόν αφουγκράστηκα τη γλυκιά ένταση, και καθώς άρχισα μόνη μου να πλάθω την ιστορία, τους μίλησα, έτσι πιο πολύ για να επιβεβαιωθώ.


« Ξέρετε ήμασταν μαθητές εδώ κάποτε.» Το ήξερα !
«Βέβαια πριν αρκετά χρόνια, όταν το σχολείο ήταν το πρωί γυμνάσιο και το απόγευμα λύκειο.»
«Τι μου λέτε και τώρα έρχεστε με τέτοια συγκίνηση να αναζητήσετε εκείνα τα χρόνια, όταν οι περισσότεροι μιλούν με απέχθεια για το σχολείο τους;»
« Για εμάς, εδώ υπάρχουν όμορφες αναμνήσεις.»


Κολακευμένη εγώ, ως εκπαιδευτικός, προσφέρθηκα να τους ξεναγήσω και στους πιο πάνω ορόφους του σχολείου, για να διαπιστώσουν τις αλλαγές του χρόνου στο χώρο και ενδεχομένως στις αναμνήσεις τους, αλλά κυρίως γιατί πιστεύω βαθειά ότι για τους περισσότερους ανθρώπους τα σχολικά χρόνια έχουν το περιτύλιγμα μιας γλυκιάς, σαν το μαλλί της γριάς αχλής, που μπορεί σύντομα μετά την απομάκρυνση να μην το αντιλαμβάνεται κάποιος, όμως μετά, μέσα στα χρόνια γίνεται όλο και πιο γλυκιά ανάμνηση, έτσι όπως κάθεται και ησυχάζει στην ωρίμανσή του το κόκκινο κρασί.


Ήταν και οι δύο πολύ συμπαθητικοί. Εκείνος ψηλός, λεπτός, ξανθός και εκείνη κοντούλα, μικροκαμωμένη με έντονα καστανά, πολύ εκφραστικά μάτια, πολύ όμορφη! Δεν άντεξα, όπως πάντα βέβαια παρασυρμένη από τον οίστρο μου, τους μίλησα στα γαλλικά, ψωνισμένη και από περιέργεια, εξερευνώντας αν είχαν κάνει στην εποχή τους μαθήματα γαλλικών στο σχολείο. Εκείνη αμέσως και με άνεση ανταποκρίθηκε, ενώ εκείνος μου διευκρίνισε ότι μιλά αγγλικά και λίγα γερμανικά.


Αστειεύτηκα με το συνήθη τρόπο μου « Δεν πειράζει, δεν είμαστε όλοι τυχεροί, να έχουμε κάνει τις σωστές επιλογές!» Τους ανέβασα πάνω στη βιβλιοθήκη, που τότε δεν υπήρχε, στη αίθουσα τεχνολογίας και μπήκαμε, γιατί το ζήτησαν σε κάποιες τάξεις στην προσπάθειά τους να βρουν τη δική τους. Αντιλαμβανόμουν ευχάριστα τη συγκίνησή τους.


Μου μίλησαν, γιατί ρώτησα, για τη ζωή τους. Εκείνη δικηγόρος χωρισμένη, χωρίς παιδιά, με δύο γάμους στη πλάτη της. Εκείνος μηχανικός, παντρεμένος με δύο παιδιά. Καθώς τους μίλαγα για το σχολείο, το παλιό τους σχολείο και αναζητούσαμε να βρούμε ποιος καθηγητής από τους παλιούς δεν είχε ακόμα συνταξιοδοτηθεί ή είχε πεθάνει, έπιανα τα κοιτάγματά τους και τα αστειάκια τους, καθώς θυμόντουσαν σκηνικά με τον έναν και τον άλλον, από εκείνα τα χρόνια, που κανείς τους δεν είναι ούτε δικηγόρος, ούτε μηχανικός, αλλά ήταν μόνο ο Στέφανος και η Μάνια, δύο παιδιά, τα δύο αυτά παιδιά που ακόμα υπάρχουν μέσα τους και μέσα σε όλους μας και κάπου κάπου ξεφεύγουν οι φωνούλες τους, όταν δεν τις πνίγουμε. Για τους ανθρώπους αυτούς, φαίνεται να μην έχουν κλείσει οι παλιές τους εκδορές, και καμιά φορά από μικρά σημεία φαίνεται λίγο η μικρή παλιά πληγή να στάζει νοσταλγία. Αυτή η παιδική, νεανική φωνή, έχει μεγάλη ισχύ. Καταπνίγεται επιδέξια από ένα σύστημα στρατολόγησης με όρους υποταγής, όμως συνεχώς σηκώνει το κεφάλι της και ζητά τα δικαιώματά της. Γι΄αυτό οι διαλυμένοι γάμοι, η σύμβαση της οικογένειας. Έτσι κάνουν όλοι μετά τις σπουδές, δουλειά, γάμος και δύο παιδιά.


Αυτοί οι δύο είχαν ένα φρέσκο νεανικό έρωτα, που συντηρείται είκοσι χρόνια μετά, μέσα από μια φιλική- αισθηματική σχέση, χωρίς ούτε και εκείνοι να το γνωρίζουν καλά καλά. Έτσι τα χρόνια περνούν και κάθε που προκύπτει πρόβλημα και είναι γεμάτη η ζωή από τέτοια, βρίσκονται και ανακουφίζονται με τη μικρή βόλτα, τα χωρατά, τα αγγίγματα και τα βλέμματα. Δεν το επέτρεπαν ποτέ στον εαυτό τους να το παραδεχθεί, ότι δεν είχαν τελειώσει με τις οφειλές του παρελθόντος.


«Δε μπορείς εσύ να είσαι με αυτόν! Εσύ θα αναλάβεις το δικηγορικό γραφείο του πατέρα σου! Εκείνος τι θα γίνει; Ένα μηχανικός χωρίς καμία βάση; Χωρίς υποδομή! Πως θα τα βγάλει πέρα; Η οικογένειά του δε μπορεί να τον στηρίξει. Μικρουπάλληλοι οι γονείς του. Κοίτα να βρεις έναν της σειράς μας!»


Την έφαγε η μάνα της, γόνος καλής οικογενείας με πατέρα δικηγόρο και άντρα επίσης. Και τους δύο συζύγους της, εκείνη τους της είχε προξενέψει. Ο πρώτος, δικηγόρος, έκανε την πρακτική του στο γραφείο του πατέρα της και του καλόπεσε, που η κόρη του δικηγόρου ήταν συμπαθητική και συνάδελφός του. Τη φλέρταρε και εκείνη ενέδωσε στη μητρική συμβουλή και προτροπή. Ήταν και γοητευτικός. Δε ξετρελάθηκε όμως ποτέ. Μιας όμως και ήταν συνάδελφος και πολύ φιλόδοξος, θα αναλάμβαναν μαζί και το γραφείο του «μπαμπά», φτιάχτηκε το σχέδιο στο μυαλό της και κυρίως σε εκείνο της φίλτατου μητρός της. Το προτζεκτάκι σε εφαρμογή πέτυχε έναν γάμο από συμφέρον από την πλευρά του γαμπρού, που γρήγορα ξενέρωσε με τη φέρελπι νύφη και αφού πήρε τηλέφωνα και γνωριμίες του «μπαμπά», πορεύτηκε σε δικό του τσαρδί, με δανεική πελατεία. Εμετός! Για τη Μάνια αυτό ήταν μια σκέτη κατάθλιψη. Ήταν αρκετά όμορφη και δεν ήταν καθόλου αυτή που θα την προσέγγιζε κάποιος μόνο από συμφέρον! Άρχισε να βλέπει ψυχολόγο και να παίρνει και αντικαταθλιπτικά. Ο Στέφανος, πάντα εκεί. Σε τηλεφωνική επαφή όλα αυτά τα χρόνια, είχε φάει και τη δικαιολογία του χωρισμού, πρέπει να κάνω μεταπτυχιακό, δε μπορώ να έχω δεσμεύσεις, είμαι μικρή ακόμα, και μπήκε στο ρόλο του μόνιμα διαθέσιμου φίλου, εξομολογητή, παρηγορητή, θεραπευτή. Παράλληλα βέβαια κοίταζε κλεφτά και τη ζωή του. Έδωσε εξετάσεις και διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων, γνώρισε και μια κοπέλα από τη γραμματεία και είπαν να κάνουν μια κοινή ζωή. Άρχισαν να μένουν μαζί και όπου πήγαινε.


Μέσα σε τρία χρόνια παντρεύτηκαν και έκαναν και παιδί. Για την ακρίβεια, όπως είχε ήδη αρχίσει να γίνεται μόδα παντρεύτηκαν την ημέρα, που βάφτισαν τη κορούλα τους, ένα αγγελουδάκι, ίδια ο πατέρας της. Υποτίθεται ότι έτσι περιορίζονται τα έξοδα και με ένα κάλεσμα βολεύουν δύο επετείους. Έμειναν σε διαμέρισμα της γυναίκας του και στα δύο χρόνια έκαναν ένα ακόμα παιδί, αγόρι αυτή τη φορά. Δουλειά σπίτι και πάλι και πάλι και για τους δύο. Ρουτίνα, χωρίς εντάσεις με τον κυριακάτικο περίπατο και την έλλειψη της προσωπικής ζωής. Δύο άνθρωποι που μοιράζονται την ίδια στέγη και μεγαλώνουν δύο γλυκά παιδιά. Μεγάλη παρηγοριά οι περίπατοι με τη Μάνια, αρχικά αραιά και που και μετά καθιερώθηκαν κάθε Σάββατο απόγευμα. Ξεκίναγαν από τη Λυκόβρυση και έφταναν μέσα στο δάσος του Συγγρού. Μεγάλος περίπατος, μεγάλη συζήτηση. Αυτό του έλειπε, κάποιον να μιλά, πέρα από τις καθημερινές διευθετήσεις. Αυτό ήθελε και εκείνη κάποιον να την καταλαβαίνει, να την αποδέχεται και να μπορεί να μοιραστεί τις αγωνίες και τις ανασφάλειές της.


Γνώρισε τον Παύλο και άρχισαν να βγαίνουν. Εκείνος λίγο μεγαλύτερος, γιατρός, γυναικολόγος, χωρισμένος, χωρίς παιδιά. Ένιωθε εκείνη μέσα της το χτύπο του ρολογιού να μετρά το χρόνο της, απομεινάρι μιας καταπιεστικής κοινωνικής σύμβασης, σα να στενεύουν τα περιθώρια. Περνούσαν όμορφα μαζί. Τον ακολουθούσε και στα ταξίδια για τα συνέδρια, της έκανε δώρα, πήγαιναν σε ωραία μέρη, εστιατόρια, μπαρ. Του άρεσε το διάβασμα, γνώρισε και τους γονείς της, δεν άργησε να έρθει και ο γάμος. Πολιτικός αυτή τη φορά, που συνοδευόταν με δεξίωση- πάρτι σε γνωστό εστιατόριο μπαρ του Κολωνακίου. Ο κολλητός της, ο Στέφανος, πάντα εκεί και στις χαρές και στις λύπες. Και δεν άργησαν να έρθουν. Με τον καιρό ήρθε αυτός ο άθλιος κορεσμός. Χάθηκε η αρχική συντροφικότητα, επετεύχθη ο στόχος της κοινωνικής αποκατάστασης του ιατρού, για να τον συλλάβει κάποια στιγμή σε παθιασμένη συνεύρεση με τον εραστή του στο ιατρείο του. Κατακρημνίστηκε! «Δύο στα δύο ! Δε με σηκώνει ο γάμος! Άστο να πάει στο διάολο!» έλεγε και δεν ξαναπήγε σε ψυχολόγο, παρά αφοσιώθηκε σε ό,τι την ευχαριστούσε και γέμιζε ευχάριστα τη ζωή της. Θέατρο, σινεμά, παρέες φιλικές, κανένα μοναχικό, αλλά ήσυχο ταξιδάκι και βέβαια πάντα ο γνωστός περίπατος με τον Στέφανο.


Σε αυτούς τους περιπάτους πολύ συχνά μίλαγαν για τον εφηβικό τους έρωτα, αλλά πάντα κυρίως η Μάνια, επειδή αισθανόταν υπεύθυνη για τη διάλυσή του, απέφευγε να δίνει περισσότερες προεκτάσεις. Μέχρι εκείνη τη μέρα του Καλοκαιριού, που είχα υπηρεσία στο σχολείο και εμφανίστηκαν μετά τη βόλτα στο κτήμα Συγγρού, σκαλίζοντας ένα όχι και τόσο άσχημο εφηβικό παρελθόν, που στη φάση , που ήταν η Μάνια τουλάχιστον , θα ήταν χωρίς κόστος για εκείνη και δε αξίωνε καμιά μεταβολή. Απλά θα αφηνόταν επιτέλους στην ασφάλεια της παιδικής της ηλικίας, τότε που κανένας, δεν ήταν κάποιος τίτλος, τότε, που μόνο αγνά ερωτευόταν κάποιος, γιατί έτσι είναι η εφηβεία. Δε σημαίνει ότι και αυτή η σχέση αν ξεκινούσε, θα είχε ευτυχή κατάληξη μέσα στα χρόνια, όμως μέχρι στιγμής έχει δοκιμαστεί και κυρίως δε σκέφτεται ούτε τα χρόνια που περνούν, ούτε αν θα ξεκινήσει σχέση. Δε σκέφτεται επιτέλους, ούτε αξιολογεί.


Τους κοίταζα με στοργή. Ποιος ξέρει τι ξύπναγε μέσα μου η εικόνα τους και η ιστορία , που μόνη σχεδόν άρχισα να πλέκω για αυτούς.
« Ξέρετε, μου είπε η Μάνια, μέσα σε αυτή την τάξη έχουμε δώσει πριν 25 χρόνια το πρώτο μας φιλί. Το πιστεύετε;»
« Καλή μου, γιατί να μην το πιστεύω; Το θεωρώ κιόλας υπέροχο! Σε αντίθεση με την καταδικαστική συμπεριφορά της μητέρας μου, είναι ψυχική υγεία ο εφηβικός έρωτας. Στη δική μου περίπτωση υπάρχει η πικρή ανάμνηση μια χήρας μάνας, που με σταύρωσε, όταν ερωτεύτηκα πρώτη φορά στα δεκαεπτά. Φρίκη!»
«Καμιά φορά με νεύμα συνεννοούμασταν και βγαίναμε στη μέση του μαθήματος και φιλιόμασταν στο διάδρομο, στις εσοχές του τοίχου, αν δεν υπήρχε κανείς.» Μου είπε με ένα νοσταλγικό, πειραχτικό μειδίαμα.
«Έχω μια ιδέα, μιας και μπαίνετε σε μια τέτοια διάθεση νοσταλγικής αναμόχλευσης, λέω να κατέβω εγώ στην αίθουσα των καθηγητών να καθησυχάσω τους άλλους, που θα αναρωτιούνται που είμαστε και τι κάνουμε και εσείς να μείνετε λίγο, να νιώσετε όπως τότε, να θυμηθείτε, να απολαύσετε τις αναμνήσεις σας, αυτό που οι συνθήκες μας κάνουν να χάνουμε μες τα χρόνια και ίσως αποφασίσετε να μην το ξαναχάσετε. Ξέρετε χωρίς να γίνομαι μακάβρια, είναι αλήθεια μια ζωή ζούμε και τη ζούμε μία και έξω.»


Κατέβηκα κλείνοντας τη πόρτα πίσω μου και όταν έφτασα στην αίθουσα, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, είπα μόνο ότι ήταν κάποιοι παλιοί μαθητές, που νοστάλγησαν το σχολείο τους. Δε νομίζω ότι έπεισα και πολύ, γιατί ακόμα και οι καθηγητές δεν μπορούν να πιστέψουν ότι υπάρχουν τέτοιοι μαθητές, που αναζητούν το σχολείο τους. Εγώ όμως είμαι από αυτούς , που αγαπούν το σχολείο τους και δε διακόπτουν ποτέ την ανάμνησή του, αλλά τη συντηρούν με συνεστιάσεις μέσα στα χρόνια.


Στο μεταξύ καταβαίνοντας θυμήθηκα εκείνο το τραγούδι της Edith Piaf «les amants d'un jour» τραγούδι του (1956) της Marguerite Monnot μουσική και στίχοι των Claude Delécluse και Michèle Senlis.
Το άφησα να παίζει από το κινητό μου. Ήμουν πολύ συγκινημένη και νομίζω ότι και οι άλλοι στο γραφείο, εκείνοι μόνο από το τραγούδι καθώς τους το μετέφραζα και το ερμήνευα με το δικό μου τρόπο.


Moi j'essuie les verres Εγώ σκουπίζω τα ποτήρια
Au fond du café στο βάθος του καφέ
J'ai bien trop à faire έχω πάρα πολλά για να κάνω
Pour pouvoir rêver για να μπορώ να ονειρεύομαι
Mais dans ce décor αλλά σε αυτό το σκηνικό
Banal à pleurer πολύ ασήμαντο για να κλαίει κανείς
Il me semble encore μου φαίνεται ότι ακόμα
Les voir arriver... τους βλέπω να έρχονται...
Ils sont arrivés ήρθαν
Se tenant par la main κρατιόντουσαν από το χέρι
L'air émerveillé με ύφος γεμάτο έκπληξη
De deux chérubins σαν δύο άγγελοι
Portant le soleil που έφεραν τον ήλιο
Ils ont demandé ζήτησαν
D'une voix tranquille με ήρεμη φωνή
Un toit pour s'aimer μια στέγη για να αγαπηθούν
Au cœur de la ville στη καρδιά της πόλης
Et je me rappelle και θυμάμαι
Qu'ils ont regardé ότι είδαν με ένα βλέμμα
D'un air attendri γεμάτο τρυφερότητα
La chambre d'hôtel το δωμάτιο του ξενοδοχείου
Au papier jauni με την κιτρινισμένη ταπετσαρία
Et quand j'ai fermé και όταν έκλεισα
La porte sur eux την πόρτα τους
Y avait tant de soleil υπήρχε τόσο πολύς ήλιος
Au fond de leurs yeux στο βάθος των ματιών τους
Que ça m'a fait mal, πόσο με πονά αυτό,
Que ça m'a fait mal... πόσο με πονά αυτό...
[...]
On les a trouvés Τους βρήκαμε
Se tenant par la main να κρατιούνται από το χέρι
Les yeux fermés τα μάτια του κλειστά
Vers d'autres matins προς τα άλλα πρωινά
Remplis de soleil γεμάτα με ήλιο
On les a couchés τους ξαπλώσαμε
Unis et tranquilles ενωμένους και ήρεμους
Dans un lit creusé σε ένα βαθουλωμένο κρεβάτι
Au cœur de la ville στην καρδιά της πόλης
Et je me rappelle και θυμάμαι
Avoir refermé όταν είχα κλείσει
Dans le petit jour μια μικρή μέρα
La chambre d'hôtel το δωμάτιο του ξενοδοχείου
Des amants d'un jour των εραστών της μιας μέρας
Mais ils m'ont planté αλλά μου είχαν φυτέψει
Tout au fond du cœur στο βάθος της καρδιάς
Un goût de leur soleil έναν πόθο για τον ήλιο τους
Et tant de couleurs και τόσα τα χρώματα
Que ça m'a fait mal, πόσο με πονά αυτό,
Que ça m'a fait mal... πόσο με πονά αυτό...
[...]
Y a toujours dehors... Υπάρχει πάντα έξω
... La chambre à louer... ... Το δωμάτιο προς ενοικίαση...
Και εδώ ακούγεται ένα ποτήρι που σπάει.
Και ενώ το λέω αυτό, αμέσως μετά σκέφτηκα
A quoi ça sert d'aimer (1962)
Μουσική και στίχοι : Michel Emer
duo: Edith Piaf et Théo Sarapo
À quoi ça sert l'amour Σε τι χρησιμεύει η αγάπη
On raconte toujours διηγούμαστε πάντα
Des histoir's insensées παράλογες ιστορίες
À quoi ça sert d'aimer ? Σε τι χρησιμεύει να αγαπάς;

L'amour ne s'expliqu' pas Η αγάπη δεν εξηγείται
C'est une chos' comm' ça Είναι ένα πράγμα έτσι
Qui vient on ne sait d'où το οποίο δε ξέρουμε από πού έρχεται
Et vous prend tout à coup. Και σας πιάνει ξαφνικά.

Moi, j'ai entendu dire Εγώ, έχω ακούσει να λένε
Que l'amour fait souffrir ότι η αγάπη σε κάνει να υποφέρεις
Que l'amour fait pleurer ότι η αγάπη σε κάνει να κλαις
À quoi ça sert d'aimer ? Σε τι χρησιμεύει να αγαπάς;

L'amour ça sert à quoi ? Σε τι χρησιμεύει η αγάπη;
À nous donner d'la joie Στο να μας δίνει χαρά
Avec des larm's aux yeux Με δάκρυα στα μάτια

C'est triste et merveilleux. Είναι λυπηρό και υπέροχο.

Pourtant on dit souvent: Παρ' όλα αυτά λέμε συχνά:
L'amour c'est décevant Η αγάπη είναι απογοητευτική
Qu'il y'en a un sur deux Ένας στους δύο
Qui n'est jamais heureux Δεν είναι ποτέ ευτυχισμένος

Mêm' quand on l'a perdu Ακόμα και όταν την έχετε χάσει
L'amour qu'on a connu Την αγάπη που γνωρίσατε
Vous laisse un goût de miel Σας αφήνει μια γεύση γλυκιά
L'amour c'est éternel ! Η αγάπη είναι αιώνια!

Tout ça c'est très joli Όλα αυτά είναι πολύ ωραία
Mais quand tout est fini Αλλά όταν όλα έχουν τελειώσει
Qu'il ne vous reste rien Δε μένει τίποτα
Qu'un immense chagrin... Παρά μια απέραντη λύπη...

Tout ce qui maintenant Ό, τι τώρα
Te semble déchirant σου φαίνεται λυπητερό
Demain sera pour toi Αύριο θα είναι για σένα
Un souvenir de joie. Μια χαρούμενη ανάμνηση.

En somm' si j'ai compris Τελικά αν κατάλαβα
Sans amour dans la vie, Χωρίς αγάπη στη ζωή
Sans ses joies ses chagrins Χωρίς τις χαρές και τις λύπες της
On a vécu pour rien Ζούμε για το τίποτα

Mais oui, regarde moi Μα ναι, κοίτα με
À chaque fois j'y crois Πάντα το πιστεύω
Et j'y croirai toujours Και θα το πιστεύω πάντα
Ça sert à ça l'amour. Σε αυτό χρησιμεύει η αγάπη.

Mais toi, t'es le dernier Αλλά εσύ, είσαι ο τελευταίος
Mais toi t'es le premier Αλλά εσύ είσαι ο πρώτος
Avant toi y'avait rien Πριν από εσένα δεν υπήρχε τίποτα
Avec toi je suis bien Με εσένα είμαι καλά

C'est toi que je voulais Εσένα ήθελα
C'est toi qu'il me fallait Εσύ μου χρειαζόσουν
Toi que j'aim'rai toujours Εσένα θα αγαπώ πάντα
Ça sert à ça, l'amour.. Σε αυτό χρησιμεύει η αγάπη...

 

Έτσι τελείωνε η υπηρεσία μας στο σχολείο, καθώς πια έφευγαν από πάνω ο Στέφανος με τη Μάνια, με φωτισμένα τα βλέμματά τους και πέρασαν να μας χαιρετίσουν στο γραφείο.

 

Τους έβλεπα να φεύγουν, να αγγίζονται διακριτικά τα χέρια τους και σκέφτηκα ότι η αγάπη πρυτανεύει στη ζωή μας, αν είμαστε ανοιχτοί σε αυτή. Ό, τι και να κάνει κάποιος για να τη καταστείλει, θα έρθουν έτσι οι συνθήκες και πάλι θα ακουστούν οι ίδιοι όρκοι, τα ίδια λόγια, ανάγκη επιβίωσης του ανθρώπου, όπως η τροφή.

 

Δεν ξέρω γιατί ένα χαμόγελο ένιωσα να σχηματίζεται στο πρόσωπό μου αβίαστα και σκέφτηκα ότι «Οι μεγάλες αγάπες δεν τελειώνουν απλά μεγαλώνουν».



•Η μετάφραση του των τραγουδιών έγινε από τη συγγραφέα