"Τι φοβάσαι; Εγώ δεν είμαι εδώ;" μου έλεγες κάθε φορά που οι σκέψεις μου σκοτείνιαζαν. Και μονομιάς γινόμουν ξανά εκείνο το μικρο χαμογελαστό τετράχρονο, στη φωτογραφία με το ποδήλατο που τόσο αγαπούσες. Τώρα που πια δεν "είσαι", κατάλαβα το πόσο πολλά ήσουν...

 

"Έφυγες" ένα χρόνο ακριβώς πριν. Στην αρχή της Άνοιξης. Σχεδόν ένα μήνα αφού μάθαμε πως ο λόγος που δεν μπορούσες να μιλήσεις και να φας, ήταν γιατί ο καρκίνος σού είχε μετατοπίσει τον οισοφάγο. Ήταν ο μήνας που τα παράτησα όλα. Παραιτήθηκα από τη δουλειά. Έφυγα από την Αθήνα. Και ήρθα εκεί. Να γεμίσω το χρόνο που μας έμενε με στιγμές. Να γεμίσω από εσένα...

 

Κάθε φορά που τα σκέφτομαι όλα αυτά, συνειδητοποιώ πως αυτό που με πονά περισσότερο από όλα, αυτό που με στοιχειώνει, δεν είναι το ότι "έφυγες". Αλλά το ότι ταλαιπωρήθηκες. Το ότι μπορεί να υπέφερες. Το ότι φοβήθηκες. Αυτό με τσακίζει.

 

Τις τελευταίες εβδομάδες τα λόγια σου ήταν ψίθυροι. Σχεδόν δεν είχες φωνή. Αυτά τα λόγια που δε μπορούσες να πεις, ακούγονται τώρα τόσο δυνατά μέσα μου. Πόσο εκκωφαντικές μπορεί να είναι Θεέ μου οι σιωπές...

 

Την πρώτη μέρα στο νοσοκομείο μου ψυθίρισες στο αυτί πως είδες τα χελιδόνια να χτίζουν μια φωλιά έξω από το παραθυρό σου. Και χαμογέλασες. Κι ήταν σαν κάποιος να άναψε ένα σπίρτο και να φωτίστηκε με τη μία ο μέσα μου κόσμος. Ένας μικρός φάρος στη σκοτεινιά μέσα μου...

 

Οι μέρες περνούσαν. Η κατάσταση χειροτέρευε μέρα με τη μέρα δραματικά. Κι εσύ συνέχιζες να μου δείχνεις με το βλέμμα σου τα χελιδόνια έξω από το παράθυρο. Όσες φορές κι αν κοίταξα δεν τα είδα ούτε μια φορά. Υπέθεσα πως ίσως ο καρκίνος είχε κάνει μετάσταση και στον εγκέφαλο. Ήταν πιθανό είχαν είπαν οι γιατροί...

 

Συμφωνήσαμε να μη σου πούμε τι είχες. Όχι γιατί μια καλύτερη ψυχολογία θα σε βοηθούσε ή θα έδιωχνε το αναπόφευκτό. Δεν είχα αυταπάτες. Για να μην έχεις την αγωνία του θανάτου που πλησίαζε. Αυτό είπαν οι γιατροί. Κι αυτό κάναμε...

 

Όμως ήξερες. Τώρα είμαι σίγουρος. Έπειτα από εκείνο το βράδυ που ήμουν μόνος μαζί σου. Το βράδυ της πρώτης σοβαρής αιμόπτυσης. Είχα πανικοβληθεί τόσο πολύ. Όλα τα μέσα μου κατέρρεαν κι απ' έξω ατάραχος και χαμογελαστός προσπαθούσα να σε ηρεμήσω. Να σκουπίσω το αίμα από τα χείλη σου. Πρώτη φορά σε είδα τόσο φοβισμένο. "Τι φοβάσαι;" σου είπα. "Εγώ δεν είμαι εδώ;" και σου έκλεισα το μάτι. "Τι έχω;" μου ψιθύρισες. "Τίποτα. Τίποτα" σου είπα...

 

Κάθε φορά που τα σκέφτομαι όλα αυτά, συνειδητοποιώ πως αυτό που με πονά περισσότερο από όλα, αυτό που με στοιχειώνει, δεν είναι το ότι "έφυγες". Αλλά το ότι ταλαιπωρήθηκες. Το ότι μπορεί να υπέφερες. Το ότι φοβήθηκες. Αυτό με τσακίζει. Αυτό το βάρος είναι που δεν μπορώ να σηκώσω. Και με γονατίζει...

 

Ήταν Πέμπτη πρωί όταν πλέον δεν μπορούσες να πάρεις σχεδόν καθόλου ανάσα. Φωνάξαμε το γιατρό που συμπαθούσες να σε δει. Σου υποσχέθηκε πως θα σου δώσει ένα φάρμακο που θα έκανε να νιώσεις καλύτερα. "Φεύγει" μας είπε. Σου έδωσε μορφίνη. Για να μην βιώνεις αυτή την αγωνία...

 

Μερικές ώρες αργότερα είχες βυθιστεί τελείως. Η περιοδικότητα στις ανάσες σου είχε μειωθεί αισθητά. Σου έπιασα το χέρι και προσπάθησα να σε ξυπνήσω. "Μπαμπά, μπαμπά" σου φώναξα. Ξύπνησες αλλά ήσουν χαμένος και αποπροσανατολισμένος. "Σ' αγαπώ πολύ" σου είπα. "Να το ξέρεις"... "Κι εγώ" μου απάντησες. "Πολύ..."

 

Αυτά ήταν τα τελευταία μας λόγια. Πέρασαν μερικές ώρες ακόμα μέχρι που "έφυγες". Δίπλα στο μαξιλάρι, μια παιδική σου φίλη, είχε αφήσει μερικά αγριολούλουδα. Έδιωξα τη μάνα και έκατσα να μαζέψω τα πράγματά σου. Τη χτένα. Το ρολόι σου. Μόνοι μας. Εγώ κι εσύ.

 

Και ξέρεις τι;

Σου είπα πως σ ' αγαπώ πολύ και πώς ποτέ δε θα σε ξεχάσω. Πώς θα μπορούσα άλλωστε...

 

Σου ζήτησα συγνώμη για όλες τις φορές που σου φώναξα. Θύμωνα γιατί δεν πρόσεχες τον εαυτό σου. Θύμωνα γιατί φοβόμουν. Ότι θα με άφηνες...

 

Συγνώμη για όλα τα σ' αγαπώ που άργησα να σου πω. Και για τόσα άλλα που η ζωή μας, όσο κι αν διαρκεί, είναι πάντα μικρή για να τα χωρέσει...

 

Συγνώμη για όλες τις φορές που σε αμφισβήτησα...

 

Φεύγοντας από το δωμάτιο με τα πράγματά σου στα χέρια μου, γύρισα να σε δω μια τελευταία φορά πριν σε πάρουν.

 

Και ξέρεις τι; 

Είδα έξω από το παράθυρο τα χελιδόνια σου. Να πετούν.
Στον ανοιξιάτικο ουρανό...