©Sébastien Plassard
©Sébastien Plassard


Ό,τι έχει απομείνει από σένα: τρεις φωτογραφίες. Τις εποχές εκείνες οι φωτογραφίες ήταν πολύ πιο δύσκολες. Το φιλμ το είχες αγοράσει για το τελευταίο πάρτι της παρέας. Θυμήθηκες όταν το έβαζες στη μηχανή ότι δεν είχαμε ακόμα καμία φωτογραφία οι δυο μας. Μας ένοιαζε να ζούμε τις στιγμές, όχι να τις φωτογραφίζουμε. Τράβηξες μόνος με το μακρύ σου χέρι τρεις για να διαλέξουμε την καλύτερη.

 

Μαζί με τις φωτογραφίες είχαν μείνει και δυο τρία πράγματά σου που στις αρχές ορκιζόμουν ότι θα κράταγα για πάντα. Να μου θυμίζουν εσένα. Ούτε δυο χρόνια δε πέρασαν και τα ξεφορτώθηκα. Δε με ένοιαξε και πολύ που τα αποχωρίστηκα...

 

Κάναμε σχέδια πριν φύγεις. Για ένα, άντε το πολύ δύο χρόνια θα έφευγες. Θα μιλάγαμε όμως και θα προσπαθούσαμε να βρισκόμαστε. Θα ερχόσουν να με βλέπεις και το ίδιο θα έκανα και εγώ. Το είχαμε υποσχεθεί ο ένας στον άλλο. Ήταν οι υποσχέσεις που είχαμε ανάγκη να δίνουμε μεταξύ μας για να βοηθήσουμε να γίνει πιο υποφερτός ο πόνος του χωρισμού. Αυτές και οι ατελείωτες ώρες που πέρναγα στη δουλειά αφότου έφυγες. Δεν υπήρχε λόγος να φεύγω στην ώρα μου και να είμαι ξεκούραστη αφού στο σπίτι δε θα με περίμενες εσύ.

 

Τον πρώτο καιρό γύριζα σπίτι πεθαμένη στην κούραση. Τόσο κουρασμένη που δε μπορούσα καν να σκεφτώ ότι μου λείπεις. Τόσο που έπεφτα και κοιμόμουν σα να έπεφτα σε ένα μικρό κώμα κάθε φορά. Πόσο κακοί και αδιάκριτοι φαίνονταν στα μάτια μου όλοι που λες και επίτηδες με ρώταγαν για σένα: «Τι κάνει; Πώς περνάει;» Απαντούσα πάντα με προσποιητή χαρά και την ελπίδα ότι δε σου έχουνε μιλήσει. Έλεγα ψέματα σε αυτούς και σε μένα γιατί και εγώ δεν ήθελα να ακούσω την αλήθεια.

 

Και η αλήθεια είναι πως δε κράτησα καν το καινούριο σου νούμερο. Το παλιό το θυμόμουν απέξω. Και να ήθελα να το ξεχάσω δε μπορούσα. Το καινούριο; Απλά ξεγέλασα τον εαυτό μου λέγοντας του πως ξέχασα που το σημείωσα. Δεν είχα σκοπό να σε καλέσω άλλωστε. Δε ξέρω καν αν εσύ με κάλεσες ποτέ.

 

Δε σηκώνω ποτέ το τηλέφωνο σε άγνωστα νούμερα...