«Πώς πρέπει να είναι οι άνθρωποι για να μην τους βαριόμαστε;» αναρωτιέται ο Μαξίμ Γκόρκι στους πολυπρόσωπους και σπανίως παιγμένους στη χώρα μας Παραθεριστές (1904). Η Μαρία Μαγκανάρη μεταφέρει τη δράση από την προεπαναστατική Ρωσία στο σήμερα του ελληνικού καλοκαιριού και αποδεικνύει ότι μερικοί συγγραφείς μπορούν να απευθύνονται με εντυπωσιακή ευκολία σε όλες τις γενιές. Έφηβοι και ενήλικες σε ένα αέναο γαϊτανάκι αναζήτησης ομφαλοσκοπούμε κι εμείς σαν τους Παραθεριστές, ψάχνοντας το προσωπικό μας νόημα και τη θέση μας μέσα σε μια κοινωνία που ούτε ξέρει τι την περιμένει.

 

Συχνά λέμε ότι πάμε διακοπές για να «ξεφύγουμε». Ξεφεύγουμε, όμως, ποτέ από τον εαυτό μας; Οι Παραθεριστές του Γκόρκι αναλώνονται σε φλυαρίες, γκρίνιες, τσακωμούς, μεθύσια και ανεκπλήρωτους έρωτες μέσα σε μια ατμόσφαιρα νωθρότητας. Ευτυχώς, όχι όλοι. Κάποιοι, οι νεότεροι, θα μας θυμίσουν αυτό που πάντα υποστήριζε ο Γκόρκι: «Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό θαύμα στη Γη».

 

Όταν έφυγε η Λιούμποβα και η παρέα της από τον Βυσσινόκηπο, μια καινούρια φυλή άρχισε να εγκαθίσταται κάθε καλοκαίρι στα εξοχικά που φτιάχτηκαν εκεί: οι παραθεριστές. Το «μετά-τσεχοφικό» τοπίο επρόκειτο να ζήσει εκ νέου ανεκπλήρωτους έρωτες, βραδιές τσαγιού, μεθύσια, αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις, διαψεύσεις, αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας, μυστικά και ψέματα. Οι Παραθεριστές του Μαξίμ Γκόρκι, πρωτοπαρουσιάζονται το 1904, χρονιά θανάτου του Τσέχοφ, λίγους μήνες μετά την πρεμιέρα του Βυσσινόκηπου. Ο Γκόρκι αφιερώνει το έργο του στον Τσέχοφ και παίρνει το ψυχικό –κυρίως– νήμα τον ηρώων του για να το πάει κάπου αλλού. Έχοντας ήδη, στα 36 του χρόνια, ζήσει «τα πάντα», παρατηρεί και περιγράφει τη γενιά του. Μια παρέα Ρώσων διανοούμενων παραθερίζει σε μια ντάτσα. Γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί και συγγραφείς αναζητούν σε ατέρμονες συζητήσεις και σε πρόσκαιρα ειδύλλια το νόημα της ζωής. Ο νεαρός Βλας αρνείται να ενσωματωθεί σε αυτή την πραγματικότητα, την οποία χλευάζει με το ανυπόφορο χιούμορ του. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας θα αποτελέσει την αφορμή για να αρχίσει να επικοινωνεί με τα συναισθήματα και με τις βαθιές του επιθυμίες. Στο μεταξύ, έξω από την ντάτσα η κοινωνία βράζει. Βρισκόμαστε στο 1904. Η πρώτη Ρωσική Επανάσταση είναι καθ' οδόν. Όλοι οι ήρωες, αργά ή γρήγορα, θα κληθούν να πάρουν θέση απέναντι στην κοινωνική αδικία.

 

Οι ήρωες των Παραθεριστών δεν προέρχονται από τη ρωσική αριστοκρατία· ούτε και ο Γκόρκι φυσικά. Είναι απόγονοι χειρωνάκτων, φτωχών και αγράμματων, είναι η γενιά που, εκμεταλλευόμενη τις μεγάλες αλλαγές που γίνονται στη ρωσική κοινωνία (εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του τσάρου Αλέξανδρου Β΄ κ.ά.), σπουδάζει και ανέρχεται κοινωνικά. Για να περιπέσει, και αυτή με τη σειρά της, στα ίδια καθηλωτικά, διαχρονικά ανθρώπινα αδιέξοδα. Όλοι οι ήρωες του έργου είναι ανικανοποίητοι. Αυτοί που εργάζονται γκρινιάζουν, όσοι δεν εργάζονται πλήττουν. Όλοι τους θέλουν να είναι κάπου άλλου. Μια ολόκληρη γενιά που, παρά τα πνευματικά εφόδια που διαθέτει, έχει χάσει την επαφή της με την ευρύτερη κοινωνία.

 

«Ποτέ πριν η χώρα μας δεν είχε τόσους μορφωμένους ανθρώπους που να προέρχονται από τον λαό. [...] Και τι κάνουμε; [...] Δεν πράττουμε, μόνο μιλάμε. Δεν είμαστε "διανοούμενοι", είμαστε παραθεριστές στη χώρα μας, περαστικοί. [...] Κατασκευάσαμε την ίδια μας την απομόνωση και την γεμίσαμε με σύγχυση και εσωτερική διχόνοια.»