Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

Η φετινή εκτίναξη του ηθοποιού Μιχάλη Συριόπουλου

Ο Θεσσαλονικιός ηθοποιός που μετακόμισε πέρσι στην Αθήνα πρωταγωνιστεί στις δύο βασικές παραστάσεις του Θεάτρου Πόρτα, τη «Δίκη του Κ» και τον «Καντίντ», αποσπώντας θερμά σχόλια

Πρέπει να είναι δυσβάσταχτη ευθύνη το να είσαι το «πρόσωπο» ενός σημαντικού θεατρικού οργανισμού της πόλης, όπως του Θεάτρου Πόρτα, πρωταγωνιστώντας για μια ολόκληρη σεζόν και στις δύο βασικές παραστάσεις του ρεπερτορίου του. Ο Μιχάλης Συριόπουλος όμως δεν το βλέπει έτσι. Είναι τόσο βαθιά χωμένος στην τέχνη της υποκριτικής, που δεν θα μπορούσε να απασχολήσει τη φαιά ουσία του μυαλού του με τέτοιες σκέψεις. Όχι πως δεν αντιλαμβάνεται αυτή την ευθύνη και δεν αισθάνεται ευγνώμων – το αντίθετο.

 

Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι ανγώμων, αφού το Θέατρο Πόρτα και ο Θωμάς Μοσχόπουλος στάθηκαν η ευκαιρία για να μετακομίσει επιτέλους μόνιμα από τη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε, σπούδασε, έζησε επί τριάντα χρόνια και είχε αξιοσημείωτη πορεία με δική του ομάδα, στην Αθήνα των μεγάλων ευκαιριών.

 

Ακούγεται λίγο μελό, αλλά αυτή είναι η αλήθεια του. Ο Κάφκα και η «Δίκη» του ήταν η αφορμή για το μεγάλο βήμα, μια από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις του 2017 που, έχοντας αποσπάσει εξαιρετικά σχόλια τόσο στο σύνολό της όσο και για τη δική του ερμηνεία, επαναλαμβάνεται τα Δευτερότριτα, ενώ ο «Καντίντ» του Βολταίρου καλύπτει τα Παρασκευοσαββατοκύριακα της σκηνής.

 

Και κάπου ενδιάμεσα, Τρίτες και Τετάρτες, για μιάμιση μέρα κάθε εβδομάδα, ο Μιχάλης επιστρέφει στην πόλη του για τα καθήκοντά του ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή Σύγχρονου Θεάτρου Βασίλη Διαμαντόπουλου, από την οποία αποφοίτησε και ο ίδιος – άλλο ένα βαρύ φορτίο: καλλιτεχνικός διευθυντής ετών 31. Και μεγαλώνει και «παιδί», τον Πάρη, ένα αξιολάτρευτο κανίς γκριφόν, που, όπως θα διαπιστώσω στη συνέχεια της γνωριμίας και της συζήτησής μας, παίζει καθοριστικό ρόλο στην υποκριτική προσέγγιση του Μιχάλη στο φετινό του εγχείρημα. Εντυπωσιαστήκατε; Εγώ σίγουρα.

 

Οι περισσότερες παραστάσεις έχουν συνταγές και όχι οράματα. Κάνουν «δουλίτσες». Ένα τηλεοπτικό πρόσωπο, έναν ομοφυλόφιλο, να πουλήσουμε και λίγο μετανάστες, καθαρή επίκληση στο συναίσθημα, βάλε και κάτι επικό, κι έτοιμο το εμπορικό αποτέλεσμα.

 

 

Εκείνο το πρωί που συναντήθηκα με τον Μιχάλη και τους δύο Πάρηδες (το κανίς και τον φωτογράφο μας) στον Μπλε Παπαγάλο του Μεταξουργείου, ήθελα να αποκρυπτογραφήσω αρχικά αυτή την αίσθηση ευθύνης που φανταζόμουν ότι θα τον βάραινε. «Εγώ θα κάνω ότι δεν είναι συνέντευξη γιατί συνήθως δένεται κοτσίδα η γλώσσα μου» είναι η πρώτη φράση που μου λέει μόλις ανοίγω το μαγνητόφωνο και η αλήθεια είναι ότι διακρίνω μια χαριτωμένη συστολή στο καταγάλανο βλέμμα του.

 

Μιλά αργά και μου εξηγεί: «Και οι δύο παραστάσεις είναι τόσο ομαδικές, δεν υποδύομαι ρόλους που απλώς πλαισιώνονται από τα υπόλοιπα παιδιά. Μπορεί να ακούγεται τετριμμένο αλλά εγώ την έννοια του πρωταγωνιστή την έχω αλλιώς στο μυαλό μου: είναι αυτός που αγωνίζεται πρώτος. Νιώθω ότι μου έχουν ρίξει μια πολύ ωραία ευθύνη να ενώσω τον θίασο και με αυτό πορεύομαι».

 

Πώς ενώνεις όμως έναν θίασο; «Αφήνοντας τα προβλήματά μου έξω από την πόρτα του θεάτρου, προσπαθώντας να τους φτιάξω το κέφι και υπενθυμίζοντάς τους διάφορα, όπως το να κοιτιόμαστε στα μάτια πριν από κάθε παράσταση, να κάνουμε μια αγκαλιά, τέτοια πράγματα. Έτσι κινούμαι και στη ζωή μου: ψάχνοντας πάντα την αλήθεια».

 

«Μεγάλωσα λίγο με το θέμα της ευγένειας, αλλά τελικά η ευγένεια είναι μια βλακεία, αν δεν λες τη γνώμη σου ξεκάθαρα. Δεν θα πάψεις να είσαι ευγενικός αν μιλήσεις. Είναι άλλο πράγμα η ευγένεια και άλλο το να γίνεσαι θύμα». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Μεγάλωσα λίγο με το θέμα της ευγένειας, αλλά τελικά η ευγένεια είναι μια βλακεία, αν δεν λες τη γνώμη σου ξεκάθαρα. Δεν θα πάψεις να είσαι ευγενικός αν μιλήσεις. Είναι άλλο πράγμα η ευγένεια και άλλο το να γίνεσαι θύμα». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

Ο Μιχάλης και ο Πάρις κάνουν βόλτα κάθε πρωί στα πέριξ του Μεταξουργείου, όπου μένουν εδώ και ενάμιση χρόνο, ελεύθεροι, «χωρίς λουρί». «Μου αρέσει εδώ. Προς τα πάνω έχει αρκετή βρομούλα αλλά προς τα κάτω, προς Κολωνό που μένω εγώ, καθαρίζει. Θεσσαλονίκη έμενα στην Αριστοτέλους. Νομίζω ότι προσαρμοζόμαστε και οι δύο εύκολα, είμαστε ίδιοι».

 

Θυμάμαι την Ελεάννα Γεωργίου, την υπεύθυνη επικοινωνίας του Θεάτρου Πόρτα, να μου λέει πέρσι στην αρχή της σεζόν ότι έχουν μια καλή «μεταγραφή» από το ΚΘΒΕ και ρωτώ τον Μιχάλη πώς τελικά πήρε τη μεγάλη απόφαση, εκεί κοντά στα 30, αυτή που όσο περνάνε τα χρόνια είναι για όλους δυσκολότερη και που αν δεν την πάρεις μέχρι ένα όριο ηλικίας, μετά γίνεται σχεδόν ακατόρθωτη: να αφήσει οικογένεια, κύκλο, στρωμένη (αλλά «επαρχιακή») καριέρα, και να μετακομίσει στην πρωτεύουσα. «Την αλήθεια θα σου πω. Ήμουν μετά από έναν πολύ μεγάλο έρωτα. Έκλεισε ένας κύκλος και η πόλη δεν με χωρούσε. Βέβαια, ήταν κάτι που το πιπίλιζα από τα 20 και συνειδητοποίησα ότι πήγα 30. Δεν είχα φύγει ποτέ από τη Θεσσαλονίκη, μόνο για στρατό.

 

»Είμαι άνθρωπος που δένεται πολύ συναισθηματικά με τη γλαστρούλα, το μπαλκονάκι, όλα αυτά, και παρόλο που σκέφτομαι ότι οι άνθρωποί μου μεγαλώνουν κι εγώ είμαι μακριά, δεν το μετανιώνω. Ίσως είναι η πρώτη φορά που ρίσκαρα. Αν δεν το κάνεις, μετά γίνεσαι κακός άνθρωπος. Σου φταίνε όλα, έχεις απωθημένα, γιατί να γίνεις κακός; Το βλέπω γύρω μου, παντού, και το έβλεπα σταδιακά σε μένα. Μια γκρίνια μόνιμη και μια σκέψη ότι "αν πήγαινα εκεί, ίσως και να..."».

 

Η διάβρωση που υφίσταται η καθημερινότητα όταν εισέρχονται σε αυτή υποθετικοί λόγοι είναι όντως κάτι που, αν το δεις να συμβαίνει νωρίς, μπορείς να το αντιμετωπίσεις, σκέφτομαι, και ο Μιχάλης επιβεβαιώνει: «Αυτό και μόνο το "αν" σε τρώει, σε χαλάει, σε βρομίζει, λερώνονται τα μάτια. Όταν επιλέγεις κάτι συνειδητά, οφείλεις να μην γκρινιάζεις. Είναι ωραίο να μην γκρινιάζουμε, όλοι γκρινιάζουμε πια!».

 

Και ποιες είναι οι πρώτες του διαπιστώσεις στην έκβαση της προαιώνιας «μάχης» ανάμεσα στις δύο πόλεις; «Στην αρχή νευρίασα λίγο. Πάνω στη Θεσσαλονίκη μυθοποιούσα αρκετά τα πράγματα και, ερχόμενος εδώ, συνειδητοποίησα ότι οι περισσότερες παραστάσεις έχουν συνταγές και όχι οράματα. Κάνουν "δουλίτσες". Ένα τηλεοπτικό πρόσωπο, έναν ομοφυλόφιλο, να πουλήσουμε και λίγο μετανάστες, καθαρή επίκληση στο συναίσθημα, βάλε και κάτι επικό, κι έτοιμο το εμπορικό αποτέλεσμα. Έχει και τόσα πολλά βραβεία στην Αθήνα, ο ένας βραβεύει τον άλλο, ωραία όλα αυτά, αλλά γιατί δεν τα κάνουν πανελλήνια; Έτσι κάποιος από τη Θεσσαλονίκη πρέπει να κατέβει εδώ για να αναγνωριστεί η δουλειά του. Πάνω μπορεί να έχει πολύ ωραιότερες παραστάσεις».

 

Καντίντ ή η Αισιοδοξία. Φωτο: Πάτροκλος Σκαφίδας
Καντίντ ή η Αισιοδοξία. Φωτο: Πάτροκλος Σκαφίδας
Η Δίκη του Κ. Φωτο: Πάτροκλος Σκαφίδας
Η Δίκη του Κ. Φωτο: Πάτροκλος Σκαφίδας

 

Στην ουσία της δουλειάς του, τόσο ο Μιχάλης, όσο και ο Θωμάς Μοσχόπουλος αναμετρώνται λοιπόν φέτος με δύο εντελώς διαφορετικούς κλασικούς, τον Κάφκα και τον Βολταίρο. Από τη μία η «Δίκη», το θρυλικό ημιτελές αριστούργημα του Κάφκα με ήρωα έναν ευυπόληπτο δημόσιο υπάλληλο που παγιδεύεται αναίτια και χωρίς διέξοδο στα γρανάζια του κρατικού μηχανισμού –ένα έργο που, κατά πολλούς, είναι αδύνατον να μεταφερθεί στο σανίδι– και από την άλλη το «Καντίντ ή η αισιοδοξία», ένα σατιρικό κείμενο του 18ου αιώνα, της εποχής που ο Βολταίρος και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού καθόριζαν με τις ιδέες τους το πνευματικό και κοινωνικό πλαίσιο της Ευρώπης, με ήρωα έναν μονίμως χαρούμενο και εύπιστο νέο που γνωρίζει τον έρωτα.

 

«Ο Κάφκα έχει τόσες πολλές αναγνώσεις, ενώ εν τέλει μπορεί να μην θέλει να πει τίποτα και απλώς να τρολάρει, να βάζεις εσύ πράγματα στο στόμα του. Αλλά είναι τόσο ωραίος ο άτιμος! Έχει πολύ βάσανο μέσα του, δεν ξέρω τι του είχε συμβεί. Φέτος βρίσκουμε άλλα πράγματα σε σχέση με πέρσι στην παράσταση. Αλλά και στον «Καντίντ», ο Μοσχόπουλος έχει κάνει μια εξαιρετική αλλά πολύ δύσκολη διασκευή. Είναι ένα φιλοσοφικό κείμενο με έννοιες βαρύγδουπες, όπου μπήκε και το σώμα, το οποίο σε βοηθά μεν να αφηγηθείς πράγματα, αλλά ο λόγος πρέπει να παραμείνει καθαρός.

 

»Το πιο δύσκολο για μένα ήταν που, ενώ βλέπω πια ότι έχω ρυτιδούλες, έπρεπε να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι αθώος και μικρός. Είναι πολύ δύσκολο αυτό, ώστε να μην φανείς χαζός πάνω στη σκηνή. Κάθομαι εδώ και βγάζω κεραίες ψάχνοντας την αθωότητα και εν τέλει τη βλέπω μόνο σε αυτόν εδώ τον τύπο» μου περιγράφει δείχνοντας τον σκύλο του. «Πουθενά αλλού. Ακόμα κι ένα μικρό παιδάκι δεν είναι αθώο, είναι πονηρό. Με παίδεψε πολύ η αναζήτηση της αθωότητας. Έτσι παρατήρησα τον σκύλο μου, ήταν το μόνο που έκανα. Ο Καντίντ τους αγαπάει όλους. Τούτος εδώ, όταν επιστρέφει σπίτι, σε λατρεύει, ό,τι κι αν έχει γίνει πριν».

 

«Εγώ τον Μοσχόπουλο τον είχα μυθοποιήσει από παλιά» συνεχίζει ο Μιχάλης, περιγράφοντάς μου τη διπλή συνεργασία του με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Θεάτρου Πόρτα. «Όταν μου πρότεινε ρόλο για την "Ιφιγένεια στη Χώρα των Ταύρων", κατουρήθηκα από τη χαρά μου. Μου έκανε κατευθείαν πρόταση και για την Αθήνα, αλλά είχα υποχρεώσεις στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα με προέτρεψε να διαβάσω τη "Δίκη" και τότε ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι φεύγω.

 

«Ακόμα κι ένα μικρό παιδάκι δεν είναι αθώο, είναι πονηρό. Με παίδεψε πολύ η αναζήτηση της αθωότητας. Έτσι παρατήρησα τον σκύλο μου, ήταν το μόνο που έκανα. Ο Καντίντ τους αγαπάει όλους. Τούτος εδώ, όταν επιστρέφει σπίτι, σε λατρεύει, ό,τι κι αν έχει γίνει πριν». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Ακόμα κι ένα μικρό παιδάκι δεν είναι αθώο, είναι πονηρό. Με παίδεψε πολύ η αναζήτηση της αθωότητας. Έτσι παρατήρησα τον σκύλο μου, ήταν το μόνο που έκανα. Ο Καντίντ τους αγαπάει όλους. Τούτος εδώ, όταν επιστρέφει σπίτι, σε λατρεύει, ό,τι κι αν έχει γίνει πριν». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

»Ο Θωμάς δεν είναι φίλος μου, δεν μου αρέσει να τα μπερδεύω αυτά. Τον εκτιμώ αφάνταστα, αλλά δεν έχω την τρελή άνεση να τον κοιτώ στα μάτια και να πίνουμε καφέ, γιατί τον σέβομαι πολύ. Έπρεπε όμως να τον απομυθοποιήσω για να συνεργαστώ μαζί του έντιμα και να λέω τη γνώμη μου. Νομίζω ότι φέτος συνεργάζομαι πλέον πραγματικά μαζί του. Πέρσι εκτελούσα, προσπαθούσα να καταλάβω τι ήθελε. Φέτος βλέπω το μεγαλείο του Κάφκα, πέρσι έβλεπα το μεγαλείο του Μοσχόπουλου».

 

Στη δραματική σχολή όπου εκτελεί χρέη καλλιτεχνικού διευθυντή, ο Μιχάλης είναι υπεύθυνος να συντάξει την ομάδα των καθηγητών, κάθε καλοκαίρι, να συνεννοηθεί με τον διευθυντή σπουδών για το πρόγραμμα και για ένα σωρό άλλα διαδικαστικά καθήκοντα, «από το πατάκι της εξώπορτας μέχρι τη μουσική στο φουαγιέ». Διδάσκει υποκριτική, αλλά με πολλή κίνηση και ρυθμό, μια και πιστεύει ότι αυτή η τέχνη είναι στην ουσία συγκερασμός όλων των τεχνών. «Μου φαίνεται πολύ αστείο το ρήμα "διδάσκω". Ποιος είμαι εγώ για να διδάξω; Το λέω εξαρχής στους μαθητές μου, "εγώ δεν ξέρω, πάμε μαζί να βρούμε". Ξύνω μυαλά και ψυχές και καταθέτω την πολύ μικρή εμπειρία μου.

»Φοβήθηκα, όταν μου έγινε αυτή η πρόταση, κατάπια τη γλώσσα μου. Αν δεις μια παλιότερη συνέντευξή μου στο YouTube θα γελάσεις. Καλλιτεχνικός διευθυντής με κοινωνικό στάτους ανύπαρκτο. Μιλάμε για άλλον Μιχάλη πέρσι, σε σχέση με φέτος. Όταν παίρνεις τέτοιο πόστο δεν μπορείς να λειτουργείς συναισθηματικά. Θέλει απόσταση και λογική. Είναι ένας νέος ρόλος στη ζωή μου, όπου αναγκαστικά πρέπει να γίνομαι και κακός, να λέω όχι. Εγώ δεν είχα μάθει να είμαι κακός.

 

»Πάντως αυτό το πόστο με έκανε να νιώθω 31, είναι η ενηλικίωσή μου, και μπορώ να σου πω ότι με βοήθησε και στο θέατρο. Μπορώ να λέω τη γνώμη μου πια. Ως τώρα θα την έλεγα από μέσα μου. Μεγάλωσα λίγο με το θέμα της ευγένειας, αλλά τελικά η ευγένεια είναι μια βλακεία, αν δεν λες τη γνώμη σου ξεκάθαρα. Δεν θα πάψεις να είσαι ευγενικός αν μιλήσεις. Είναι άλλο πράγμα η ευγένεια και άλλο το να γίνεσαι θύμα».

 

«Μπορεί να ακούγεται τετριμμένο αλλά εγώ την έννοια του πρωταγωνιστή την έχω αλλιώς στο μυαλό μου: είναι αυτός που αγωνίζεται πρώτος. Νιώθω ότι μου έχουν ρίξει μια πολύ ωραία ευθύνη να ενώσω τον θίασο και με αυτό πορεύομαι». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Μπορεί να ακούγεται τετριμμένο αλλά εγώ την έννοια του πρωταγωνιστή την έχω αλλιώς στο μυαλό μου: είναι αυτός που αγωνίζεται πρώτος. Νιώθω ότι μου έχουν ρίξει μια πολύ ωραία ευθύνη να ενώσω τον θίασο και με αυτό πορεύομαι». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

Πολύ με τρομάζει αυτό το πράγμα, το κάτω από το χώμα. Ασφυξία. Αυτός ο φόβος μου είναι και ο βασικότερος λόγος που κάνω θέατρο, το έχω ξορκίσει τόσες φορές. Στα περισσότερα έργα πεθαίνω, σερί εδώ και πέντε χρόνια, με μαχαιρώνουν, αυτοκτονώ... Ξέρεις τι ωραίο που είναι να πεθαίνεις κάθε βράδυ και μετά να ξαναζείς;

 

Ο Μιχάλης μεγάλωσε μέσα σε μια πολύτεκνη οικογένεια, μαζί με άλλα τέσσερα αδέρφια. «Πολύς κόσμος πάντα μέσα στο σπίτι, πολλοί γάμοι, πολλές βαφτίσεις, επτά ανίψια, πολλή φασαρία. Ποτέ δεν είχα δικό μου δωμάτιο, μέχρι τα 26. Ήταν όμορφα, αλλά από ένα σημείο και μετά θες την ησυχία σου. Είχαμε κάποια μικρά δράματα στην αρχή, όταν τους ανακοίνωσα ότι φεύγω, αλλά τώρα όλα καλά. Με γειώνει που είμαι ο μόνος καλλιτέχνης στην οικογένεια, σε εισαγωγικά δεν με παίρνουν και πολύ στα σοβαρά. Τη "Δίκη" φέτος; Ωραία. Πάμε τώρα να ταΐσουμε το παιδί τώρα, αυτό είναι σημαντικό».
 

«Φοβάμαι τον θάνατο. Πολύ. Προσπαθώ να το υπενθυμίζω κάθε μέρα στον εαυτό μου. Είναι ωραίο να ξέρεις ότι θα πεθάνεις, σε κάνει πιο ταπεινό, να μην τα θέλεις όλα, να φέρεσαι καλύτερα στους ανθρώπους» θα μου πει αργότερα. «Όμως, ρε παιδί μου, πολύ με τρομάζει αυτό το πράγμα, το κάτω από το χώμα. Ασφυξία. Αυτός ο φόβος μου είναι και ο βασικότερος λόγος που κάνω θέατρο, το έχω ξορκίσει τόσες φορές. Στα περισσότερα έργα πεθαίνω, σερί εδώ και πέντε χρόνια, με μαχαιρώνουν, αυτοκτονώ... Ξέρεις τι ωραίο που είναι να πεθαίνεις κάθε βράδυ και μετά να ξαναζείς; Εκδικούμαι τον Χάρο!».

 

Όταν τον ρωτώ για αυτά που έπονται, ο Μιχάλης μου λέει ότι οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν διαλείμματα και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να ανήκει κάπου για παραπάνω από δύο χρόνια. «Μετά νιώθω υπάλληλος. Δεν μου αρέσουν τα στάσιμα νερά, θα πρέπει να τα κουνήσουμε και εγώ και ο Θωμάς. Έχω σχέδια άλλα. Στην Αθήνα πια. Μου αρέσει να πάω σε κάποιον που θαυμάζω και να του χτυπήσω την πόρτα. Το έχω κάνει μια φορά στη ζωή μου και μου βγήκε σε καλό. Όταν επιλέγεις πού θα πας και δείξεις διαθεσιμότητα, δεν θα γκρινιάξεις».

 

Να τη πάλι η γκρίνια! «Τη φοβάσαι λίγο την γκρίνια;» του λέω. «Την μπούχτισα από γύρω μου. Όταν επιτέλους φύγει η Κρίση, εύχομαι να μη μας μείνει αυτό το κουσούρι. Όπως λέει και ο Καντίντ, πρέπει να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας. Μας φταίει η χώρα μας, ενώ δεν κάνουμε τίποτα γι' αυτή. Είμαστε λίγο σαν έφηβοι οι Έλληνες, ότι θα τα κάνουμε όλα τώρα και μας φταίνε μόνο οι γονείς μας. Κάποια στιγμή θα ενηλικιωθούμε, πού θα πάει. Δεν ξέρω τι φταίει. Ο ήλιος; Το δωδεκάθεο; Αυτός ο άτιμος ο Διόνυσος; Δεν λέμε να καταλάβουμε ότι υπάρχουν άλλοι 11 θεοί, εμείς κολλήσαμε στον Διόνυσο. Έχεις και τον Απόλλωνα, έχεις και την Αθηνά!».

 

Info

Καντίντ ή η Αισιοδοξία

Παρασκευή – Σάββατο: 21:15, Κυριακή: 18:30

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Η Δίκη του Κ.

Δευτέρα – Τρίτη: 21:15

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Θέατρο Πόρτα, Μεσογείων 59, 210 7711333

 

Ο Αλέξανδρος Διακοσάββας είναι αρχισυντάκτης της LiFO. Γεννήθηκε το 1987 και μεγάλωσε στη Ρόδο. Σύντομη θητεία στους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς της Πολυτεχνικής Σχολής Πάτρας και συνέχιση σπουδών στη Βιολογία του ίδιου Πανεπιστημίου τον οδήγησαν τελικά στο να θέλει να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar tktk 4.1.2018 | 15:49
Όντως. Τον είδα στο Καντίντ. Πολύ καλός
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ