Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
30.04.2017
Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου: Ο Έλλην λειτουργεί με όρους ψυχοθεραπείας...
ΘΕΑΤΡΟ

Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου: Ο Έλλην λειτουργεί με όρους ψυχοθεραπείας πια, γι' αυτό και οι τόσες παραστάσεις στην Αθήνα

Ηθοποιός. Γεννήθηκε στα Εξάρχεια, ζει στην Κυψέλη, έζησε για καιρό στη Γαλλία. Έφυγε στις αρχές του '90, όταν τα πράγματα πλέον έπαιρναν στενάχωρη κατεύθυνση. Γύρισε, γιατί αγαπά την Αθήνα.

Το μεγάλο δώρο των τελευταίων χρόνων, ήταν η πρόταση του Γιάννη Μόσχου να κάνω την Κέιτ στο Ήταν όλοι τους παιδιά μου του Άρθουρ Μίλερ δίπλα στον Δημήτρη Καταλειφό. Ο Γιάννης μου πρόσφερε έναν σπουδαίο ρόλο να αναμετρηθώ τη σωστή ηλικιακά στιγμή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το μεγάλο δώρο των τελευταίων χρόνων, ήταν η πρόταση του Γιάννη Μόσχου να κάνω την Κέιτ στο Ήταν όλοι τους παιδιά μου του Άρθουρ Μίλερ δίπλα στον Δημήτρη Καταλειφό. Ο Γιάννης μου πρόσφερε έναν σπουδαίο ρόλο να αναμετρηθώ τη σωστή ηλικιακά στιγμή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Μεγάλωσα στον άξονα Εξάρχεια, πλατεία Αμερικής, Κυψέλη. Σχολείο πήγα στο 8ο που ήταν κοντά στην πλατεία Κολιάτσου, στο Λυσσιατρείο, και από τα μεγάλα, ονομαστά σχολειά της Αθήνας, όπου φοίτησαν ο Καραμανλής, ο Εμπειρίκος, η Φαραντούρη και άλλοι. Ήταν παλιά δωρεά του ευεργέτη Μιχαήλ Νομικού. Η Πατησίων, μέχρι το '90, ήταν ένας δρόμος όπου, όπως και στη Φωκίωνος Νέγρη, που είναι κάθετή της, κατοικούσαν κυρίως μεσοαστικές, ίσως ακόμα και μεγαλοαστικές, οικογένειες. Η πλατεία Αμερικής, όπως και τα Εξάρχεια, ήταν γειτονιές καλλιτεχνών.


• Ο πατέρας μου ήταν Αθηναίος μεγαλωμένος στο Μεταξουργείο. Δούλευε λογιστής στου Μποδοσάκη. Η μητέρα μου ήταν από τις πολύ καλές ράφτρες της Αθήνας που, όταν δούλευε συστηματικά –μέχρι που γεννήθηκε ο αδελφός μου–, έβγαζε τα διπλάσια, αν όχι τα τριπλάσια από τον πατέρα μου. Ήταν η εποχή που οι γυναίκες ραβόντουσαν, από τις σχολικές ποδιές μέχρι τις μουσελίνες τουαλέτες. Σπάνια με έπαιρνε μαζί της η μητέρα μου, αλλά θυμάμαι που μια φορά της έκανα φοβερή ζημιά όταν έραβε για μια κυρία στην πλατεία Βικτωρίας, που επίσης θεωρούνταν πολύ καλή περιοχή. Χωρίς να με καταλάβει, πήρα το ψαλίδι κι έκανα το τόπι κομματάκια. Πρέπει να έκανα μεγάλη ζημιά και να δούλεψε δωρεάν η μητέρα μου για να το ξεπληρώσει. Πάντως, με έραβε και μέχρι τα 20 μου δεν έβαλα ποτέ έτοιμο ρούχο επάνω μου. Ήμουν καλοντυμένη και πάντα της μόδας. Ήταν φωτεινός άνθρωπος η μαμά μου και πολύ «έξω καρδιά». Όπως και ο πατέρας μου, που είχε σπουδάσει γραφίστας. Χόρευαν και τραγουδούσαν καταπληκτικά και οι δυο τους – ο πατέρας μου μάλιστα ήταν πρωτοξάδερφος της Δανάης, με την οποία μεγάλωσαν μαζί.

 

Ο Έλλην λειτουργεί με όρους ψυχοθεραπείας πια γι' αυτό και οι εκατοντάδες παραστάσεις στην Αθήνα αυτήν τη στιγμή. Τι να κάνουν όλα αυτοί οι νέοι που βγαίνουν από τις σχολές. Κάτι πρέπει να κάνουν! Υπάρχει και μία παρεξήγηση, ότι το θέατρο είναι έκφραση. Δεν είναι έκφραση, είναι τέχνη.


• Το γλεντάγανε πολύ οι άνθρωποι τότε, χωρίς πολλά λεφτά. Τα τραπεζώματα, οι χοροί, τα γλέντια και τα πανηγύρια ήταν σχεδόν καθημερινότητα. Διασκέδαζαν και ξόρκιζαν τις δυσκολίες της ζωής με το τραγούδια και τον χορό. Ήταν μια άλλη Αθήνα, οι άνθρωποι ήξεραν να χορέψουν, να τραγουδήσουν, πήγαιναν στο θέατρο, στον κινηματογράφο. Δεν ήταν πλούσιοι αλλά υπήρχε ένα καλό γούστο στη μεσαία τάξη – το βλέπεις και στις φωτογραφίες του '60 πόσο ωραία είναι ντυμένα τα κορίτσια. Υπήρχε, επίσης, η αξία της μόρφωσης, είχαν στο νου τους να διαβάσουν ένα βιβλίο, να δουν μια παράσταση, θαύμαζαν τους ανθρώπους που ήταν πιο μορφωμένοι. Και το να είναι κανείς κομψά ντυμένος ήταν το μέσο γούστο της εποχής εκείνης, δες τις ελληνικές ταινίες. Σκέψου ποια ήταν τα είδωλα εκείνης της εποχής: Καρέζη, Ηλιόπουλος, Λογοθετίδης. Άνθρωποι που είχαν κομψότητα. Ακόμα και οι λαϊκές τραγουδίστριες, η Πόλυ Πάνου, η Μοσχολιού, είχαν μια φινέτσα. Δεν ήταν όλο αυτό που μας ήρθε μετά τη δεκαετία του '80 με τα σκυλάδικα. Η αλλαγή στη φινέτσα της μεσαίας τάξης φαίνεται από το ποιους έβλεπε και άκουγε τότε και ποιους τώρα. Η διαφορά είναι φοβερή. Υπήρχε το καλό λαϊκό τραγούδι και το καλό ελαφρύ τραγούδι. Υπήρχε η Τζένη Βάνου, η Γιοβάνα, η Μούσχουρη κι ένας Χατζιδάκις που έγραφε αριστουργηματικά τραγούδια. Η κακογουστιά που επέβαλε η τηλεόραση σάρωσε τα πάντα.


• Ένα πράγμα που μου άρεσε πολύ και μου αρέσει ακόμα ήταν το να χορεύω. Είχα πολύ καλή σχέση με τη μουσική και τον χορό. Ήμουν στην ομάδα του σχολείου που έκανε παραδοσιακούς χορούς, μέχρι που στα 16 μου ανακάλυψα το ροκ και στα πάρτι χόρευα από την αρχή μέχρι το τέλος. Στο σπίτι δεν είχα βλακώδεις περιορισμούς και ως έφηβη με άφηναν να πάω στα πάρτι και στον κινηματογράφο με φίλους. Ο πατέρας μου είχε ανοιχτό μυαλό. Ήξερε ότι μπορούσε να συνεννοηθεί με το παιδί του. Προφανώς ήξερε τι ώρα θα επιστρέψω, με ποιους θα είμαι και πού θα πάω, αλλά είχαμε κάνει μια συμφωνία ώστε να μη ζω περιορισμένα. Δεν χρειαζόταν να πηδάω τη μάντρα του σχολείου για να πάω να βρω τους φίλους μου, κάνοντας κοπάνα. Το μεγάλο δώρο που μου έκαναν οι γονείς μου ήταν ο μικρός μου αδελφός, ο λατρεμένος μου Τάσος, με τον οποίο είμαστε πολύ αγαπημένοι. Αυτό δεν το καταλαβαίνεις όταν είσαι παιδάκι, αλλά μόνο αργότερα, όταν μεγαλώσεις


• Ήμουν πολύ καλή μαθήτρια, αλλά όχι σπασικλάκι. Μπήκα στην ΑΣΟΕ για να σπουδάσω οικονομικά. Το θέατρο το ανακάλυψα φοιτήτρια. Στα 20 μου βρίσκομαι στο Κουκλοθέατρο Αθηνών, στον «Μπάρμπα Μυτούση», εντάσσομαι στη νέα ομάδα που ετοίμαζαν κι έτσι ανοίγουν τα μάτια μου στη σκηνική τέχνη. Ήταν το καλύτερο κουκλοθέατρο της Αθήνας και βρισκόταν στην οδό Αμερικής, στη ΧΕΝ, όπου ξεκίνησε το 1942, παράλληλα με το Θέατρο Τέχνης. Υπήρχε το δεκάλεπτο με τον Κλούβιο, τη Σουβλίτσα και τον Μπάρμπα Μυτούση και μετά ένα παραμύθι. Με μυρίστηκε η ιδρύτριά του, η Ελένη Περάκη, και με πήρε πίσω από τον μπερντέ. Εκεί ανακαλύπτω τη χαρά της συμμετοχής σε ένα τέτοιο θέατρο και καθώς θεωρούνταν από τα καλύτερα της Ευρώπης, συμμετείχαμε σε διεθνή φεστιβάλ – τότε άρχισα να βλέπω καταπληκτικά πράγματα. Στη Γαλλία είδα μια παράσταση της Ρουμάνας σκηνοθέτιδας Νικολέσκου με κούκλες και ζωντανούς ηθοποιούς επί σκηνής σε ένα έργο παραδοσιακό της χώρας τους, κάτι σαν τον Ερωτόκριτο. Επιστρέφοντας, και ενώ σπούδαζα οικονομικά με υποτροφία του Ιδρύματος Μποδοσάκη, λέω: «Θα κάνω αυτό: θέατρο μαζί με κουκλοθέατρο!». Και πήγα στου Κουν.

 

Το γλεντάγανε πολύ οι άνθρωποι τότε, χωρίς πολλά λεφτά. Τα τραπεζώματα, οι χοροί, τα γλέντια και τα πανηγύρια ήταν σχεδόν καθημερινότητα. Διασκέδαζαν και ξόρκιζαν τις δυσκολίες της ζωής με το τραγούδια και τον χορό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το γλεντάγανε πολύ οι άνθρωποι τότε, χωρίς πολλά λεφτά. Τα τραπεζώματα, οι χοροί, τα γλέντια και τα πανηγύρια ήταν σχεδόν καθημερινότητα. Διασκέδαζαν και ξόρκιζαν τις δυσκολίες της ζωής με το τραγούδια και τον χορό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Δεν είναι ότι δεν είχα δει θέατρο μέχρι τότε. Οι παραστάσεις πάντα με μάγευαν, αλλά τη σωματική μνήμη της χαράς, ούσα στη σκηνή, έστω και πίσω από τον μπερντέ, αυτήν τη διάθεση της προσωπικής μεταμόρφωσης σε κάτι άλλο –είχα και μεγάλη γκάμα, έπαιζα από τον Κοντορεβιθούλη μέχρι τη Δράκαινα– μόνο με το κουκλοθέατρο άρχισα να την ανακαλύπτω. Και το κουκλοθέατρο μου έδωσε ένα μεγάλο μάθημα. Επειδή είναι η κούκλα που εμψυχώνεις –έχει τη σημασία του αυτό– και δεν φαίνεσαι, αυτό που μου έμαθε είναι ότι τελικά ο ρόλος στο θέατρο είναι κάτι που πρέπει να του δώσεις την ψυχή σου και το σώμα σου, δεν είναι η προσωπική σου πασαρέλα. Το σώμα μου, ως μια άλλη μαριονέτα, γίνεται ρόλος. Είναι σαν το κουκλοθέατρο να μου έδωσε την «υγιή» αίσθηση ότι ο κόσμος δεν έρχεται να δει εμένα, τη χάρη μου και την ομορφιά μου, αλλά να ανακαλύψει τον ρόλο που παίζω κάθε φορά. Δανείζω το σώμα μου και εμψυχώνω τον ρόλο. Τη χαρά τού να παίζεις χωρίς να κάνεις πασαρέλα της δικής σου ύπαρξης, όπως γίνεται στο κουκλοθέατρο, είναι κάτι που κράτησα και μετά. Ο ρόλος είμαι και δεν είμαι εγώ. Είναι κάτι που με διαύγεια και πάθος το ορίζω εγώ.


• Όταν έδινα στο Τέχνης, είχα δώσει και ένα βιογραφικό, όπου ανέφερα το κουκλοθέατρο. Αυτό δεν καλάρεσε γενικά. Θυμάμαι κάτι μαύρα γυαλιά να κατεβαίνουν και να με κοιτάνε. Ο Κουν χαμογέλαγε γιατί ήξερε τι ήταν το Κουκλοθέατρο Αθηνών. Μου είπε «Ξέρετε, οι μαθητές μας και οι ηθοποιοί μας δεν κάνουν άλλα πράγματα» και με περισσή αφέλεια του απάντησα: «Αχ, μη μου το κάνετε αυτό κ. Κουν, μη μου στερήσετε το κουκλοθέατρο, γιατί δεν θα μπορέσω να έρθω στη σχολή». Τότε κατέβηκαν όλα τα μαύρα γυαλιά. Προφανώς, είχα κάτι το παιδικό στον τρόπο μου, γιατί γέλασε. Με ρώτησε αν μας δίδασκαν υποκριτική και αν φαινόμασταν και καθώς η απάντηση ήταν αρνητική, με κράτησε. Μάλιστα, αργότερα μου έκανε πλάτες ώστε να λείψω από παράταση παραστάσεων για να πάω να παίξω σε διεθνές φεστιβάλ. Μου είπε: «Θα πούμε ότι είσαι άρρωστη γιατί αν το μάθουν, θα σε φάνε, καημένη μου».

 
• Ο γλυκός μου ο πατέρας έφυγε πολύ νωρίς, στα 53 του, όταν εγώ ήμουν 20, πριν κάνω τη στροφή στο θέατρο. Ακούγεται παράδοξο και τραγικό γιατί είχαμε μεγάλη σύνδεση, αλλά, κακά τα ψέματα, ήταν πιο εύκολη η στροφή για μένα, χωρίς να έχω να λογοδοτήσω στον πατέρα μου. Δεν θα μου το απαγόρευε, αλλά θα του κόστιζε το ότι θα άφηνα τη σειρά μου στα οικονομικά. Η μάνα μου με στήριξε. Αιφνιδιάστηκε, δεν ήταν το καλύτερό της, αλλά με στήριξε. Είχε τη χαρά να με δει να παίζω ρόλους και να βραβεύομαι.
Στο δεύτερο έτος ο Κουν με βάζει να κάνω τον βουβό ρόλο στην Πιο δυνατή του Στρίντμπεργκ δίπλα στη Ρένη Πιτακή. Εκεί με βλέπει ο Βογιατζής και ρωτάει για μένα: «Πώς είναι όταν μιλάει;». Με είδε και στις εξετάσεις μου στο 3ο έτος, όπως και ως κορυφαία στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή, πάλι με την Πιτακή, σε σκηνοθεσία Κουν στην Επίδαυρο. Αμέσως μετά με πήρε κι έπαιξα τον πρώτο μου πρωταγωνιστικό ρόλο στο Συμφορά από το πολύ μυαλό του Γκριμπογέντοφ, ζευγάρι με τον Δημήτρη Καταλειφό. Εκεί με βλέπει ο Βασίλης Παπαβασιλείου και με παίρνει στην «Εποχή». Ξεκινάμε με το Καινούργιο Σπίτι του Γκολντόνι. Ακολούθησαν η Κλυταιμνήστρα του Στάικου, η Κληρονομιά του Μαριβό, το Πίστη, αγάπη, ελπίδα του Χόρβατ, το Να βρεις τον εαυτό σου του Πιραντέλο, 5-6 παραστάσεις με τις οποίες ουσιαστικά ενηλικιώνομαι ως ηθοποιός στα χέρια του Βασίλη. Η «Εποχή» είναι η ταυτότητά μου. Ο Κουν είναι η έμπνευσή μου, αλλά ο τρόπος που παίζω είναι ο Παπαβασιλείου. Με το Πίστη, αγάπη, ελπίδα παίρνω και το Βραβείο Κουν. Μαθαίνω έναν τρόπο, κάτι που δεν γίνεται πια. Ο τελευταίος χώρος που ανέστησε νέους πρωταγωνιστές ήταν το Αμόρε.


• Το 1992 πήγα στη Γαλλία γιατί παντρεύτηκα, αλλά ο βαθύτερος λόγος ήταν γιατί η Ελλάδα έμπαινε σε ένα τοπίο που δεν μου άρεσε. Ο Βασίλης έκλεισε την «Εποχή» με απίστευτα χρέη και η Ελλάδα μύριζε αυτό που ερχόταν. Οι γκλαμουριές και τα καρακατσουλιά με έκαναν να νιώθω ότι ήθελα να φύγω από όλο αυτό. Υπάρχει ένας στίχος του Κάλας που λέει «Έφυγα από εκδίκηση που μόνο εμένα βλάπτει». Έκανα ένα μεγάλο σάλτο, αφήνοντας ταυτόχρονα και το θέατρο. Μου είχε κοστίσει πάρα πολύ που έκλεισε το σπίτι μου το θεατρικό και ο Βασίλης είχε χρέη εκατομμύρια. Οι επιχορηγήσεις ήταν ψίχουλα και ήταν δεδομένο ότι θα έμπαινε μέσα κι ας ήταν μεγάλη η καλλιτεχνική του επιτυχία με τρία βραβεία Κουν κι ένα ρεπερτόριο καινούργιο.

 

Όταν έδινα στο Τέχνης, είχα δώσει και ένα βιογραφικό, όπου ανέφερα το κουκλοθέατρο. Αυτό δεν καλάρεσε γενικά. Θυμάμαι κάτι μαύρα γυαλιά να κατεβαίνουν και να με κοιτάνε. Ο Κουν χαμογέλαγε γιατί ήξερε τι ήταν το Κουκλοθέατρο Αθηνών. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Όταν έδινα στο Τέχνης, είχα δώσει και ένα βιογραφικό, όπου ανέφερα το κουκλοθέατρο. Αυτό δεν καλάρεσε γενικά. Θυμάμαι κάτι μαύρα γυαλιά να κατεβαίνουν και να με κοιτάνε. Ο Κουν χαμογέλαγε γιατί ήξερε τι ήταν το Κουκλοθέατρο Αθηνών. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Έζησα στο Παρίσι 3 χρόνια, όπου γεννήθηκε η κόρη μου. Ήταν μια καινούργια ζωή. Να φτιάξεις το σπίτι σου, να ανακαλύψεις το Παρίσι, ζώντας το πια και όχι ως επισκέπτης, μετά η εγκυμοσύνη, η γέννα του παιδιού, να μεγαλώσει τα πρώτα 2,5 χρόνια. Είδα πάρα πολύ θέατρο. Λίγο αργότερα μετακινηθήκαμε με τον τότε σύζυγό μου στην Μπρεστ της Βρετάνης, πόλη-λιμάνι στον Ατλαντικό. Μαγικό μέρος, από τα πιο τουριστικά της Γαλλίας. Ο Ατλαντικός είναι μεγάλης και άγριας ομορφιάς. Η θάλασσα, ο ορίζοντας έχουν μια ποίηση που σου ξεσηκώνει την ψυχή. Η καινούργια αυτή ζωή που είχα μου άρεσε, ανακάλυπτα άλλους ανθρώπους, άλλα τοπία, άλλα ηλιοβασιλέματα, την αγάπησα πολύ την Μπρεστ, γιατί εκεί δούλεψα κιόλας. Με πήραν σε ένα από τα καλύτερα επιχορηγούμενα θέατρα της Γαλλίας όπου έπαιξα Μολιέρο, Σαίξπηρ, Χόρβατ και Πιραντέλο, με σκηνοθέτες τους Μπερνάρ Λοτί και Ντανιέλ Ντιπόν. Έζησα κανονικά για 7 χρόνια ως ηθοποιός και δίδασκα στα λύκεια όπου υπήρχε baccalaureate με κατεύθυνση τις θεατρικές σπουδές, και αργότερα τραγωδία στο Κονσερβατουάρ. Αποκτώ φίλους και γίνεται πατρίδα μου. Στην Ελλάδα έρχομαι και παίζω στο ΚΘΒΕ, συμμετέχοντας στις Βάκχες του Λάνγκχοφ. Οι αντιδράσεις μού θύμισαν τη συντηρητική Ελλάδα. Αν εκείνη η παράσταση παιζόταν σήμερα, μετά από όλες τις παραστάσεις που έφερε ο Λούκος στο Φεστιβάλ, δεν θα μας έκανε καμία εντύπωση, θα ήταν μια κανονική παράσταση. Βέβαια, όλα άρχισαν στη Θεσσαλονίκη, από τους παραεκκλησιαστικούς κύκλους, και στην Επίδαυρο, όταν βγήκε ο μεγάλος μουσικός περκασιονίστας Μουσταφά Σις, ακούστηκε εκείνο το «Πήγαινε στο σπίτι σου, αράπη». Ευτυχώς, πνίγηκε από τις φωνές των υπολοίπων που βρίσανε τον ανόητο που το είπε. Παρόλες τις αντιρρήσεις μου, ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση και ο Μηνάς Χατζησάββας ήταν μαγικός.


• Έκανα άλλα 10 χρόνια να επιστρέψω στην Ελλάδα μετά από αυτό, αλλά ο κόσμος του θεάτρου με υποδέχτηκε πολύ ζεστά. Από ιδιορρυθμία ίσως, μετά από μια παράσταση στο Εθνικό και έναν Γλάρο στην Αρβανίτη, σε σκηνοθεσία Μαστοράκη, έφυγα για 3 χρόνια στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας επί εποχής Θέμη Μουμουλίδη. Έκανα πολύ ωραία πράγματα εκεί, όπως το Ελένη ή ο Κανένας της Γαλανάκη, η Ψευτοϋπηρέτρια του Μαριβό και άλλα, αλλά δυστυχώς τα καλά πράγματα που γίνονται στην επαρχία δεν ακούγονται στην Αθήνα. Είναι σαν το αθηναϊκό κοινό να ορίζει την επιτυχία κάποιων ανθρώπων. Στη Γαλλία, όπως οφείλει να κάνει κάθε επιχορηγούμενο θέατρο, με τις παραστάσεις που έκανα ταξίδεψα σε όλη τη χώρα.


• Επιστρέφω και δουλεύω στο Εθνικό με τη Ρούλα Πατεράκη στον Βυθό του Γκόρκι, μετά στους Εξόριστους του Τζέιμς Τζόις, τα καλοκαίρια περιοδείες με τραγωδίες σε σκηνοθεσία Μουμουλίδη, μετά πάλι στο Εθνικό με πρόταση του Χατζάκη. Το μεγάλο δώρο των τελευταίων χρόνων, όμως, ήταν η πρόταση του Γιάννη Μόσχου να κάνω την Κέιτ στο Ήταν όλοι τους παιδιά μου του Άρθουρ Μίλερ δίπλα στον Δημήτρη Καταλειφό. Ο Γιάννης μου πρόσφερε έναν σπουδαίο ρόλο να αναμετρηθώ τη σωστή ηλικιακά στιγμή.


• Στο Φεστιβάλ Αθηνών έχουμε δει εξαιρετικά πράγματα. Έχω δει και πράγματα που δεν ήταν του γούστου μου, όπου έχανα το έργο κι έβλεπα ενδιαφέρουσες εικαστικές προσεγγίσεις των κειμένων – αυτό που γίνεται πάντα είναι ότι ακολουθούν άσχημες απομιμήσεις, όπως σε όλα τα θεατρικά κινήματα. Και στο κίνημα του Ροντήρη έγινε αυτό και στου Κουν, με κακές απομιμήσεις και στομφώδη παιξίματα ή το αντίθετό τους. Κυριάρχησαν ξαφνικά κάποιοι άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με τον λόγο και με «εξυπνάδες» προσπαθούσαν να σώσουν τις παραστάσεις τους . Υπάρχουν και παιδιά που έκαναν καλά πράγματα, όπως ο Καραντζάς, του οποίου έχω δει μόνο τα Κύματα και την Πλατεία ηρώων, που ξέρει τι να κάνει με το κείμενο. Δεν ξέρω αν είναι όλα του τα έργα πετυχημένα γιατί δεν έχω δει τα πιο φορμαλιστικά του, αλλά κανένας καλλιτέχνης δεν έχει μόνο επιτυχίες. Προσωπικά, όταν χάνω το έργο ενοχλούμαι. Κι ένα πρόβλημα που θα δημιουργηθεί μελλοντικά είναι ότι οι νέοι ηθοποιοί κάποια στιγμή δεν θα μπορούν να φορτωθούν το «κάρο» ενός μεγάλου ρόλου. Εμείς ακούμε όλα αυτά τα μπράβο στην παράσταση του Μόσχου γιατί κάνουμε το αυτονόητο. Μιλάμε, απευθυνόμαστε, εισπράττουμε, αφουγκραζόμαστε, επικοινωνούμε κι αυτό δημιουργεί στο κοινό μια συν-κίνηση. Κινείται μαζί μας, γιατί έρχεται στο θέατρο να δει τι συμβαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους. Δεν έρχονται να ακούσουν λόγια και να δουν ωραία κίνηση μόνο. Θέλουν να δουν τι παράγεται ανάμεσα σ' εμένα και τον απέναντι ηθοποιό, όπως και στη ζωή. Έχουν τρομάξει από τον εξυπνακισμό των σκηνοθετών και θέλουν να συμβεί κάτι πάνω στη σκηνή. Το κοινό θέλει να δει ανθρώπους σε πραγματικές σχέσεις. Κάποιοι σκηνοθέτες το πετυχαίνουν, όπως ο Μόσχος, ο Χατζόπουλος, ο Μαστοράκης, ο Καραθάνος και ο Καλαβριανός από τη νέα γενιά, αφήνω τους παλιούς. Θα υπάρχουν κι άλλοι. Αλλά όλα αυτά τα πολύ νεωτεριστικά τα έχω δει 20 χρόνια πριν στη Γαλλία και τα περισσότερα δεν επιβίωσαν.


• Ο Έλλην λειτουργεί με όρους ψυχοθεραπείας πια γι' αυτό και οι εκατοντάδες παραστάσεις στην Αθήνα αυτήν τη στιγμή. Τι να κάνουν όλα αυτοί οι νέοι που βγαίνουν από τις σχολές. Κάτι πρέπει να κάνουν! Υπάρχει και μία παρεξήγηση, ότι το θέατρο είναι έκφραση. Δεν είναι έκφραση, είναι τέχνη. Οφείλεις να ξέρεις κάποια πράγματα και αν είσαι τυχερός να βρεθείς δίπλα σε δασκάλους, θα μάθεις. Βγάζουν σωρηδόν οι σχολές ηθοποιούς και αυτό είναι μια απάτη. Στον Κουν δώσαμε 250 και πήρε τρεις, μετά έκανε πάλι ακροάσεις σε άλλους 250 και γίναμε 11, στο τέλος της χρονιάς έδιωξε τους 3 γιατί δεν δούλευαν και στο τέλος μείναμε μόλις 8 – ανάμεσά τους και η Μάνια Παπαδημητρίου. Όλες αυτές οι σχολές παίρνουν από τα παιδιά τον χρόνο τους και τα λεφτά τους, τα όνειρά τους και τα πετάνε σε μια ανύπαρκτη αγορά. Και φυσικά δεν γεμίζουν όλα αυτά τα θέατρα. Το κοινό ακολουθεί σε κάθε είδος ό,τι θεωρεί καλό. Οι υπόλοιποι υποφέρουν. Μετά βίας ζούνε όσοι δουλεύουν. Αν είναι μια απελπισμένη κίνηση που γεμίζει τη ψυχή τους είναι σεβαστή. Αλλά αυτό δεν λέγεται ούτε τέχνη ούτε επάγγελμα, είναι απελπισία και ψυχοθεραπεία.

 

Με τον Δημήτρη Καταλειφό στην παράσταση Ήταν όλοι τους παιδιά μου
Με τον Δημήτρη Καταλειφό στην παράσταση Ήταν όλοι τους παιδιά μου


• Στο Ήταν όλοι τους παιδιά μου παίζουμε σε ένα πολύ λιτό τοπίο, ολόγυμνο, χωρίς αντικείμενα και καρέκλες, μόνο σκαλιά, σαν προαύλιο ενός αρχοντικού, πράγμα πολύ δύσκολο. Υπάρχει η ρεαλιστική βάση, αλλά ο τρόπος που είναι στημένες οι φιγούρες και η δυσκολία τού να παίζεις όρθιος ουσιαστικά τις περισσότερες στιγμές δημιουργεί κάτι το οποίο πατάει στη φόρμα της αρχαίας τραγωδίας. Η μεγάλη δυσκολία είναι ότι ενώ είσαι εκτεθειμένος σε άπλετο φως που σε καίει, εσύ, τα λεγόμενά σου και οι πράξεις σου, πρέπει να διατηρείς μια αμεσότητα, έχοντας γειωμένη επικοινωνία με τον απέναντί σου, χωρίς να γίνεται μικροαστικό δράμα. Είναι μια σύγχρονη, μοντέρνα παράσταση, που σέβεται καταρχάς την ιστορία και όλα όσα συμβαίνουν στο έργο. Αυτό το καταφέρνει και είναι πολύ σημαντικό. Είναι μέγιστος συγγραφέας ο Μίλερ και η σκηνοθεσία του Μόσχου φρεσκάρει το έργο χωρίς να το κρατάει στο παρελθόν. Ο Γιάννης αφαίρεσε όλα τα σκηνικά αντικείμενα και στοιχεία και στάθηκε στην ποιητική και τραγική διάσταση της ιστορίας που αφορά πάρα πολύ το σήμερα. Μακάρι να μην αφορά δραματικά και προφητικά και το αύριο, καθώς γράφτηκε μόλις δύο χρόνια μετά τον πόλεμο. Ο ρόλος μου ως Κέιτ στήθηκε ως ένα πολύ σύνθετο πρόσωπο. Οι γυναικείοι ρόλοι του Μίλερ συχνά παίζονται ως πονεμένες μανούλες, ενώ, όπως ξέρουμε από τη ζωή, η πονεμένη μητέρα είναι συχνά πολύ δυνατή. Δεν τον προσεγγίσαμε με τον αναμενόμενο τρόπο.


• Με στενοχωρεί ιδιαίτερα που η Πατησίων δεν είναι ο λαμπερός δρόμος που ήταν κάποτε, που σε ξεκούραζε όταν περπατούσες, βλέποντας τα μαγαζιά, συναντώντας ανθρώπους, πηγαίνοντας σινεμά. Παρ' όλα αυτά, παραμένω λάτρης της, ξέρω ότι η πόλη θα ζήσει μια άλλη ζωή. Θα πρέπει να μάθουμε να συμβιώνουμε με τους ανθρώπους που ήρθαν από αλλού. Αγαπώ τη Φωκίωνος Νέγρη και πηγαίνω εκεί να πιω ένα ποτό και να φάω, έχω φίλους κοντά, δεν θέλω να φύγω από τη γειτονιά. Θα ήθελα να καλυτερέψει και να ξεβρομίσει καταρχάς, και να ξαναλειτουργήσει η αγορά της Πατησίων, γιατί είναι τα μαγαζιά και όχι ο φωτισμός της πόλης που κάνουν φωτεινό έναν δρόμο. Όταν κατεβαίνουν τα ρολά, σκοτεινιάζει. Θέλω η πόλη μου να ξαναζωντανέψει. Όσο δε για τα Εξάρχεια, είναι ντροπή που έχουν αφήσει να συμβαίνουν όλα αυτά και απελπίζουν όσους ζουν ακόμα εκεί, τους τελευταίους που έχουν απομείνει. Είναι μια ιστορική γειτονιά της Αθήνας, γιατί δεν μπορούν να κάνουν κάτι;


• Την αγαπάω την Αθήνα και το κέντρο της και θα ήθελα να ξαναβρεί τη μαγεία του.

 

Ιnfo:

Ήταν όλοι τους παιδιά μου
Άρθουρ Μίλερ

Σκην.: Γ. Μόσχος

Έως 30/4

Ερμηνεύουν: Δ. Καταλειφός, Αλ. Σακελλαροπούλου, Γ. Βουρδαμής

Θέατρο Εμπορικόν

Σαρρή 11, Ψυρρή, 210 3211750

Απογ.: Σάβ. 18:00

Βραδ.: Τετ.-Κυρ. 20:00, Πέμ.-Σάβ. 21:00

Εισ.: €15-25

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στο Bard College της Νέας Υόρκης θέατρο και κινηματογράφο. Έχω γράψει για τα περιοδικά SL, Πρόσωπα, 01, Εικόνες του Κόσμου, Symbol του Επενδυτή, όπως και για τις σημαντικότερες ελληνικές εφημερίδες.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar σαλιγκάρι 21.4.2017 | 07:22
ο Έλληνας είναι τόσο απαίδευτος και συνάμα υπερόπτης που υποτιμά την ψυχοθεραπεία και την έχει για τα σκουπίδια
το σωστό είναι 'ο Έλλην λειτουργεί με όρους ούγκανου'
π.χ. του λένε στην τάδε παράσταση θα γελάσεις και πάει και γελάει, του λένε στην άλλη παράσταση θα κράξεις και πάει και κράζει κλπ
όπως κάνει ως συνήθως
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

VIDEOS/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ