Το μεζεδοπωλείο κάνει σουξέ και comeback μαζί κι αυτό έχει την εξήγησή του. Στους στενεμένους καιρούς έρχεται να αντικαταστήσει τον παλιό καφενέ, να εξυπηρετήσει ένα καθημερινό αντάμωμα, ενίοτε να ξεσαλώσει με μια μουσική έκπληξη, αν προκύψει σχήμα μουσικό. Παρεΐστικο, λειτουργεί σαν την αγκαλιά που λείπει από τη ζωή μας αυτούς τους καιρούς, όταν η καθημερινότητα μοιάζει περισσότερο σαν παγωμένο μέταλλο.


Εδώ το μέταλλο μαλακώνει και ζεσταίνεται, το μάτι μετρά στα πιατάκια του μεζέ την αφθονία, γεύσεις πολλές να τσιμπολογάς σαν πουλί που γεύεται όλες τις νοστιμιές του παραδείσου, να λύνεται η γλώσσα και να ξεσκαρτάρει η ψυχή τα άχρηστα με τα τσίπουρα και τις ρακές. Εδώ η χαρά ξαναγίνεται προσιτή, οικεία και μιλάει στη γλώσσα σου. Δεν έχεις κανέναν λόγο να την προσπεράσεις, προτιμώντας την τηλεοπτική θλίψη του καναπέ.

 

Ο πολίτικος Σπόρος της Ελισάβετ

Η Ελισάβετ ανήκει σε κείνους τους τελευταίους Έλληνες που άφησαν την Πόλη αργά, το 1976. Από τις απέναντι όχθες θυμάται καλά μια παιδική ηλικία μοιρασμένη και στις δυο. Αν τη ρωτήσεις να σου πει πώς ήταν η προσγείωση τότε από το Πέραν στη Νέα Σμύρνη, θα σε παραπέμψει σε όλο το καρέ-καρέ της «Πολίτικης Κουζίνας». Ίδιο άρωμα, ίδια γεύση, ταμάμ ιστορίες. Από γιαγιάδες και μαμάδες προκομμένες μαγείρισσες που έπαιρναν πολύ στα σοβαρά τις κατσαρόλες τους.

 

Η γιαγιά της μπορεί να μην τη φανταζόταν ποτέ πίσω από μια επαγγελματική κουζίνα, αλλά ποιος μπορεί να υπολογίσει του καιρού τα γυρίσματα και τι ξυπνά μέσα σου όταν βλέπεις να νοικιάζεται ένα μαγαζί ανάμεσα στο σχολειό και στο σπίτι των παιδικών σου χρόνων;

 

Η Ελισάβετ ανήκει σε κείνους τους τελευταίους Έλληνες που άφησαν την Πόλη αργά, το 1976. Αν τη ρωτήσεις να σου πει πώς ήταν η προσγείωση τότε από το Πέραν στη Νέα Σμύρνη, θα σε παραπέμψει σε όλο το καρέ-καρέ της «Πολίτικης Κουζίνας». Ίδιο άρωμα, ίδια γεύση, ταμάμ ιστορίες.
Η Ελισάβετ ανήκει σε κείνους τους τελευταίους Έλληνες που άφησαν την Πόλη αργά, το 1976. Αν τη ρωτήσεις να σου πει πώς ήταν η προσγείωση τότε από το Πέραν στη Νέα Σμύρνη, θα σε παραπέμψει σε όλο το καρέ-καρέ της «Πολίτικης Κουζίνας». Ίδιο άρωμα, ίδια γεύση, ταμάμ ιστορίες.


Η Ελισάβετ με έναν φίλο της του είπαν το «ναι». Με τα χεράκια τους το έφτιαξαν κουκλί, με το μπαρ, τη βιβλιοθήκη και τα καναπεδάκια του. Να μη μυρίζει καθόλου αυτήν τη λαϊκή, λίγο φολκλόρ μυρωδιά του μεζεδοπωλείου που παίζει λαϊκά μέσα σε μια ακατάληπτη βαβούρα.


Εδώ όλα θυμίζουν περισσότερο αστική τραπεζαρία, με την ωραία τζαζ, τη φινέτσα, τα κολονάτα ποτήρια, τα ιδιαίτερα πιατικά, τα φρέσκα λουλουδάκια στα τραπέζια της.


Μόνη της η Ελισάβετ μαγειρεύει οικογενειακές μνήμες. Την Πόλη εκλεπτυσμένη, αλλά με όλη την πολύπλοκη γεύση της. Πριν πας, να της τηλεφωνήσεις. Να ετοιμάσει πίτα από γιοχάδες με παρχαροτύρι, στρογγυλή όσο να χωρά σε ένα πιάτο, λεπτή, ολοτράγανη, με ένα φύλλο δαντέλα, γεμάτο με όλα τα πράσινα αρώματα του χειμώνα, ζωντανά σαν να μην τα άγγιξε η φωτιά.

 

Tα εκπληκτικά μίνι ντολμαδάκια με αμπελόφυλλο και λίγο κιμά που δροσίζουν με σος γιαουρτιού
Tα εκπληκτικά μίνι ντολμαδάκια με αμπελόφυλλο και λίγο κιμά που δροσίζουν με σος γιαουρτιού

 

Να ξεκινήσεις με λακέρδα, σπιτικό γαύρο μαρινάτο και τσιροσαλάτα με άνηθο και τα αλίπαστα που μόνο ένας Πολίτης ξέρει να σου σερβίρει. Θα μπορούσες να συνεχίσεις με κρουσαλίτικο κρητικό ξιδάτο λουκάνικο, μυκονιάτικο με θρούμπι ή καπνιστό μανιάτικο, αφού το μενού κάνει αρκετές στάσεις στις μικρές σπάνιες ελληνικές παραγωγές, αλλά άσ' το για την επόμενη φορά, που σου ορκίζομαι πως θα υπάρξει.

 

Στις πρώτες συστάσεις να χορτάσεις Πόλη. Με ένα ονειρεμένο ιτς πιλάφι, με τα κουκουνάρια και τις σταφίδες του, με τα βελούδινα σουτζουκάκια και τον πουρέ του, τη μενεμένη, το καπνιστό χουνκιάρ, το μοναδικό μοσχαρίσιο συκώτι σε μπουκίτσες με κρεμμύδι, μαϊντανό και κοκκινοπίπερο, το απόλυτο ψήσιμο στα πλευρώτους με μέλι, τα εκπληκτικά μίνι ντολμαδάκια με αμπελόφυλλο και λίγο κιμά που δροσίζουν με σος γιαουρτιού, τα αυγά με σουτζούκι, τα κεφτεδάκια όπως τα φτιάχνουν στο Νιχώρι του Βοσπόρου, το χειροποίητο-ποίημα-μπιζουδάκι μαντί.

 

Μια άλλη φορά θα έρθεις για τα θαλασσινά. Ό,τι φρεσκότερο της ημέρας, μπακαλιάρος με σκορδαλιά του Καντίκιοϊ, σουπιά κρασάτη με πουρέ από φάβα, μύδια σαγανάκι με μουστάρδα. Την άλλη μέρα ξύπνησα με πρώτη γλυκιά σκέψη το καραμελωμένο ψητό κυδώνι της.

Σπόρος, Δαμασκηνού 24 & Ν. Σμύρνης, πλ. Σκατζουράκη, Ν. Σμύρνη, 210 9311973

 

Oι Μέρες και νύχτες ραδιοφώνου της Νατάσας

Αξίζει, άραγε, ένα μεζεδοπωλείο την κατάβαση στα δυτικά, αν δεν είσαι των περιχώρων; Ναι. Πρώτα για το ταξίδι. Στα απόμερα της Αττικής, σε κείνα που δεν σε βγάζει ο δρόμος, αν δεν είσαι του εδώ γύρω. Εδώ που η Αθήνα μοιάζει με επαρχία, με τα διώροφα, τις μονοκατοικίες, τις περατζάδες της, ένα διαφορετικό άρωμα, μια άλλη αύρα που έρχεται από το προσφυγικό παρελθόν, αυτή που ξεγλιστρά ανάμεσα από τα ντουβάρια των νεόχτιστων πολυκατοικιών, αυτή που δεν καταφέρνουν να σβήσουν τα μοδάτα καφέ.

 

Η Νατάσα δούλεψε χρόνια ραδιοφωνική παραγωγός από αγάπη για τον Γούντι Άλεν −σε κείνον είναι αφιερωμένο το σαξόφωνο-φωτιστικό−, την τζαζ, το έντεχνο, τις μουσικές του κόσμου. Σ' αυτόν εδώ τον απολύτως χειροποίητο καφενέ χώρεσε όλες τις αδυναμίες της: τον Ελύτη, την Πιαφ, τον Ρίτσο, τον Ξυλούρη, τη Βέμπο, τον Χατζιδάκι, τα παλιά ραδιόφωνα, τα γραμμόφωνα, τον μεζέ, τις live βραδιές, έναν πρωινό ελληνικό στο μπρίκι με βανίλια υποβρύχιο.

 

Από κείνα τα μαγαζιά που μου θυμίζουν το φοιτητικό μου σπίτι τη δεκαετία του '80, με έπιπλα φτιαγμένα από παλέτες, χριστουγεννιάτικα φωτάκια και χρώματα πολλά που στο τέλος μπλέκονται όλα για να θυμίσουν πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα.
Από κείνα τα μαγαζιά που μου θυμίζουν το φοιτητικό μου σπίτι τη δεκαετία του '80, με έπιπλα φτιαγμένα από παλέτες, χριστουγεννιάτικα φωτάκια και χρώματα πολλά που στο τέλος μπλέκονται όλα για να θυμίσουν πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα.

 

Από κείνα τα μαγαζιά που μου θυμίζουν το φοιτητικό μου σπίτι τη δεκαετία του '80, με έπιπλα φτιαγμένα από παλέτες, χριστουγεννιάτικα φωτάκια και χρώματα πολλά που στο τέλος μπλέκονται όλα για να θυμίσουν πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα. Τραπεζάκια στον δρόμο, μια αυλή-έκπληξη κρυμμένη πίσω, στριμωγμένη στα πόδια των πολυκατοικιών, με το χαλικάκι, τα γλαστράκια και τα παράταιρα καθιστικά της.

 

Η κουζίνα ίσα που χωράει στην αγκαλιά σου, αν ανοίξεις δυο γυναικεία μπράτσα. Οικογενειακή, με την καθημερινή σπεσιαλιτέ της μαμάς, κοριτσίστικη, πεντανόστιμη. Αυτή που μαγειρεύεται σπιτική, χωρίς να βάλουν το χέρι τους ζωμοί, χημικά και λοιπές αηδίες.

 

Σε πιατάκια του μεζέ που αδειάζουν στο λεπτό για το επόμενο repeat είναι σίγουρο πως ως το τέλος θα έχεις δοκιμάσει πολλάκις όλο το μενού που είναι χειρόγραφο, σε τετράδιο μουσικής. Τα σαλιγκάρια στιφάδο, ένα γλυκοφάγωτο, κρεμμυδάτο πλην όμως ανάλαφρο όνειρο, ένας υποδειγματικός, πλουσιοπάροχος ντάκος με ζωντανή ντοματούλα και γευστική ξινομυζήθρα.

 

Η αρμένικη ομελέτα με σουτζούκι είναι λεπτή σαν δαντέλα.
Η αρμένικη ομελέτα με σουτζούκι είναι λεπτή σαν δαντέλα.

 

Οι πατάτες με θυμάρι και σκόρδο, κυδωνάτες και χοντροκομμένες, σε ταξιδεύουν στην Κρήτη, ζεστή βελούδινη φάβα με το κρεμμυδάκι και την κάππαρη κι ένα υπέροχο συκώτι μοσχαρίσιο, κομμένο σε χοντρές μπουκιές, ζουμερό, χωρίς χόνδρους, αλάδωτο, αρωματισμένο με κύμινο. Η αρμένικη ομελέτα με σουτζούκι λεπτή σαν δαντέλα, γιαουρτλού κεμπάπ με ωραιότατη, ελαφριά σάλτσα ντομάτα και πιτούλες και άψογα ψημένα μανιταράκια με λεμόνι.

 

Κάθε μέρα κι άλλα πιάτα, μια φάση σαν να άνοιγες μεζεδοπωλείο και να έβαζες τη μαμά σου να σου φτιάξει δυο-τρία απλά πραγματάκια με ουσία. Και να σου δώσει μπόλικα βάζα από το γλυκό βύσσινο που θα βάλεις πάνω στο γιαούρτι. Η τζαζ δίνει ένα κάτι το κοσμοπόλιταν στο ψητό, μελωμένο κυδώνι κι εγώ μόλις ανακάλυψα άλλο ένα ανθρώπινο μαγαζί με κουζίνα που δεν φοράει σκούφους, στολές και τατουάζ.

Μέρες Ραδιοφώνου, Μ. Μπότσαρη 35, Αιγάλεω, 213 0265017