Γιατί λατρεύω τους λουκουμάδες; Η προφανής εξήγηση βρίσκεται ασφαλώς στον συνδυασμό τραγανού και γλυκού. Αλλά ποιο προηγήθηκε, λογικά και εμπειρικά: η αίσθηση του τραγανού ή ο λουκουμάς που μου την έμαθε πρώτη φορά και μου την «εγχάραξε», όπως θα έλεγε παλιός φίλος;

 

Τη δεκαετία του 1950 τραγανούς λουκουμάδες έφτιαχνε ο «Μπόκολας», στην οδό Κανάρη, αριστερά καθώς βγαίνουμε από την πλατεία Κολωνακίου. Άλλοτε τους τρώγαμε επιτόπου, καθισμένοι γύρω από σιδερένια παλαιικά τραπεζάκια με επιφάνεια από κοκκινωπό μάρμαρο. Άλλοτε, όμως, τους έφερνε ο πατέρας μου στο σπίτι, ακόμη ζεστούς. Οι πατεράδες, τότε, σπάνια μαγείρευαν. Ήσαν μόνο «κουβαλητές» που ψώνιζαν για το σπίτι είτε βασικά τρόφιμα (αν ήξεραν και προλάβαιναν) είτε παραπανίσια, όπως λιχουδιές κάθε λογής. Έτσι και ο πατέρας μου. Μολονότι εργαζόταν όλη μέρα στον «Ευαγγελισμό», στο ιατρείο του, αργότερα και στο πανεπιστήμιο, πάντα θυμόταν να φέρει γλυκά στο σπίτι. Είτε λουκουμάδες από τον «Μπόκολα» είτε πάστες από το γειτονικό «Ελληνικόν». Η αγαπημένη μου ονομαζόταν «ιντιέν» για κάποιον μυστηριώδη λόγο. Ολοστρόγγυλη, με εσωτερικό από παντεσπάνι και περίβλημα από κρούστα σοκολάτας. Αλλά αυτές τις πάστες δεν τις ξαναβρήκα έκτοτε, ενώ τους λουκουμάδες, ναι.

 

Άλλοτε τους τρώγαμε επιτόπου, καθισμένοι γύρω από σιδερένια παλαιικά τραπεζάκια με επιφάνεια από κοκκινωπό μάρμαρο. Άλλοτε, όμως, τους έφερνε ο πατέρας μου στο σπίτι, ακόμη ζεστούς. Οι πατεράδες, τότε, σπάνια μαγείρευαν.

 

Θυμάμαι ιδίως εκείνους που έφαγα στη Χίο, όταν πήγαμε με τον πατέρα μου για να μου γνωρίσει την υπέροχη ιδιαίτερη πατρίδα μας. Υποθέτω ότι αυτό ήταν που σφράγισε οριστικά την ταύτιση των λουκουμάδων με εκείνον. Πέρασαν τα χρόνια, εκείνος έφυγε. Ο «Μπόκολας» μετακόμισε στη γωνία της πλατείας με την οδό Τσακάλωφ και ύστερα έπαψε να κάνει λουκουμάδες. Τους έτρωγα πλέον στο «Αιγαίον» της οδού Πανεπιστημίου, μέχρι που έκλεισε κι αυτό, πριν από λίγους μήνες.

 

Ευτυχώς, βρίσκει κανείς ακόμη λουκουμάδες, σε διάφορα μέρη. Γιατί, λοιπόν, λατρεύω τους λουκουμάδες; Αναρωτιέμαι τώρα αν απλώς μου θυμίζουν τον πατέρα μου και τα παιδικά μου χρόνια ή μήπως υπάρχει και μια βαθύτερη διάσταση. Μήπως, δηλαδή, αποτελούν σύμβολο και υλική έκφραση της αγάπης του για μας, για την οικογένειά του. Αυτή η σκέψη είναι που με κάνει να δακρύζω, όχι η σκέτη νοσταλγία.

 

O Γιώργος Μαυρογορδάτος είναι ιστορικός.