Εντάξει, μην το δραματοποιούμε τόσο, δεν υπάρχει φαγητό που με κάνει να κλαίω, εκτός αν έχει υπερβολικό κρεμμύδι (άχρι δακρύων) ή καμιά πιπεριά τσούσκα-μπαρούτι και τη φάω ανύποπτος, οπότε αρχίζω αναπόφευκτα να δακρυρροώ.

Ωστόσο, υπάρχει ένα φαγητό που με συγκινεί πολύ, δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να το δω, να το μυρίσω από μακριά ή να το φάω και να μη θυμηθώ τη γιαγιά Σμαρώ και τον γάτο μου τον Τίγρη (1981-1994), τα γεμιστά, πιπεριές με ρύζι.

Αυτός ο γάτος, που τον αγαπούσα πολύ και τον είχα πάρει μωρό από μια γεφυροπλάστιγγα στο Κορδελιό, πέραν του ότι ήταν μέγας αλητάμπουρας, και σούπερ επιβήτορας στη γειτονιά, έκανε δύο πράγματα ξεχωριστά: πρώτον, πηδούσε απ' το έδαφος κατευθείαν πάνω στον ώμο μου και, δεύτερον, είχε φετίχ, μανία με τα γεμιστά – παράξενο, διότι τα αιλουροειδή είναι σαρκοφάγα.

Κι όμως, αυτός, όπου και να ήταν πέριξ, να πλακωνόταν με άλλους αρσενικούς ή να βόλευε καμιά θηλυκιά, παρατούσε τα πάντα αν μύριζε από μακριά ότι η μάνα μου έφτιαχνε αυτό το φαΐ κι ερχόταν τρέχοντας κι εκλιπαρούσε για να φάει, όχι το ρύζι, αλλά μόνο το περιτύλιγμα, τις πιπεριές. Περίεργη εμμονή. Αν του έδινες φρέσκο μπαρμπούνι ή ακόμα και συναγρίδα, αυτός προτιμούσε τα γεμιστά.

Όπως και η γιαγιά μου η Σμαρώ, κάθε που πηγαίναμε από Θεσσαλονίκη στην Καβάλα με ΚΤΕΛ, είχε αδημονία πότε θα κάνει στάση το λεωφορείο στην Ασπροβάλτα, όπου είχε ένα εστιατόριο που έφτιαχνε θρυλικά γεμιστά. Κατεβαίναμε και παράγγελνε δύο μερίδες, συν φέτα τυρί και τρελαινόμασταν – η γιαγιά ήταν ειδική στις συνταγές ως Πολίτισσα, και πολύ αυστηρή.

Τη θυμάμαι πάντα (όπως και τον Τίγρη), όταν απλώς μυρίσω γεμιστά – μετά μπαίναμε, πάλι, ευτυχείς, χορτάτοι στο λεωφορείο και μόλις φτάναμε, απ' τον παλιό δρόμο, στη γέφυρα του Στρυμόνα, όπου, δίπλα, υψωνόταν το άγαλμα, ο Λέων της Αμφιπόλεως, μου έλεγε κάθε φορά σε άψογα πολίτικα: «Το λιοντάρι με το ανοιχτό στόμα άμα είδες, η Καβάλα κοντά είναι».

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης είναι συγγραφέας.