Το βράδυ της 13ης Απριλίου του 2010 ο μουσικός και δισκογραφικός παράγοντας Μάνος Ξυδούς έφυγε από τη ζωή νεότατος, στα 57 του χρόνια, από ανακοπή καρδιάς, καθ' οδόν προς το Τζάνειο Νοσοκομείο. Είχε προηγηθεί μια έντονη δυσφορία που ένιωσε εν ώρα πρόβας σε στούντιο του Φαλήρου.


Μεγαλωμένος μέσα στη μουσική, ροκάς από τα γεννοφάσκια του, ο Ξυδούς υπήρξε παραγωγός του οριακού «Φλου» του Παύλου Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα, για να ακολουθήσουν, λίγα χρόνια μετά, οι Dreamer & The Fullmoon με το αγγλόφωνο smash hit «Sadrina». Στην κορυφή, βέβαια, έφτασε με τους Πυξ Λαξ στα '90s, υπογράφοντας μουσική και στίχους, παίζοντας και ερμηνεύοντας αρκετά από τα πιο δημοφιλή τραγούδια τους.

 

Συνεργάστηκε ακόμα με τους Κατσιμιχαίους, τον Λάκη Παπαδόπουλο και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ενώ λίγοι γνωρίζουν πως εκείνος σύστησε στο ευρύ κοινό της δισκογραφίας τον τραγουδιστή Γιάννη Χαρούλη.

 

Ο Μάνος Ξυδούς, ακριβώς έναν χρόνο πριν από τον ξαφνικό θάνατό του, είχε περάσει από το Κύτταρο της οδού Ηπείρου και μου είχε δώσει μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ποπ+Ροκ» (τεύχος 339, Μάρτιος 2009).

 

Η συγκεκριμένη συνέντευξη, την οποία θα χαρακτήριζα σημαντική κατάθεση όσον αφορά την υπόθεση «ελληνική ροκ σκηνή», δημοσιεύεται στη μνήμη του και για πρώτη φορά σήμερα στο Διαδίκτυο, αποκλειστικά στο LIFO.gr.

 

Μεγαλωμένος μέσα στη μουσική, ροκάς από τα γεννοφάσκια του, ο Ξυδούς υπήρξε παραγωγός του οριακού «Φλου» του Παύλου Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα, για να ακολουθήσουν, λίγα χρόνια μετά, οι Dreamer & The Fullmoon με το αγγλόφωνο smash hit «Sadrina».

 

— Εκτός από τραγουδοποιός και ερμηνευτής, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι είστε επίσης δισκογραφικός παράγοντας. Πόσα χρόνια μετράτε στη μουσική και στη δισκογραφία γενικότερα;

Η περιπέτειά μου με τη μουσική ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του '70 με τα ερασιτεχνικά συγκροτήματα που υπήρχαν τότε. Τίποτα ιδιαίτερο, τίποτα περισσότερο απ' αυτό που κάνουν σήμερα πάρα πολλά παιδιά των πολυκατοικιών. Που έχουν δηλαδή έναν χώρο, κατεβαίνουν στο γκαράζ κι αρχίζουν τις πρόβες. Αυτό σημαίνει για μένα το rock 'n' roll!

 

— Συνεργάζεστε με νέους μουσικούς σαν τη Ζήνα Αρβανιτίδη, μεταξύ άλλων. Βλέπετε επομένως το νεανικό αυτό πάθος για τη μουσική να διαιωνίζεται;

Συνεργάζομαι και με ακόμα πιο νέα παιδιά, με δεκαοχτάρηδες. Σαφώς και με γεμίζει αισιοδοξία αυτό που λέτε, αλλά πιστεύω ότι εδώ, στη χώρα μας, υστερούμε σε κάποια πράγματα ‒ όχι βέβαια στο ταλέντο. Διαθέτουμε πολλούς άξιους μουσικούς και αναγνωρίσιμους στο εξωτερικό.

 

— Σε ποιους μουσικούς θα αναφερόσασταν;

Λίγοι γνωρίζουν ότι το «Living in the war», το τελευταίο αντιπολεμικό άλμπουμ του Nιλ Γιανγκ, έγινε σε παραγωγή Έλληνα. Λίγοι γνωρίζουν ακόμα ότι ο παραγωγός Ντε Λαουρέντις, που έχει συνεργαστεί με τον Τζο Κόκερ και τον Ρoντ Στιούαρτ, είναι Έλληνας και λέγεται κανονικά Γιώργος Ευσταθίου ‒ ο αδερφός του έπαιζε με το Σύνδρομο τη δεκαετία του '80.


Όταν είπα ότι υστερούμε σε κάποια πράγματα, εννοούσα το πόσο δύσκολα τελικά τα βρίσκουμε μεταξύ μας. Είναι θέμα παιδείας να ξέρουμε να τιθασεύουμε τον εγωισμό μας ώστε να στηρίζουμε τις ομάδες. Δεν μπορεί μια ομάδα να έχει δέκα αρχηγούς!


— Αυτό, λέτε, είναι ίδιον των Ελλήνων, να θέλουν όλοι να γίνουν αρχηγοί, από την πολιτική μέχρι τη μουσική;

Ακριβώς! Όταν δεν υπάρχει συγκατάβαση και συλλογικότητα και ο καθένας τραβάει τον δρόμο του και δρα βάσει της μονομανίας και της μεγαλομανίας του, τα πράγματα οδηγούνται στο απόλυτο μηδέν. Γι' αυτό είδαμε πολλά καλά συγκροτήματα μοιραία να διαλύονται. Εκεί μόνο βρίσκεται το πρόβλημα και σε καμία περίπτωση στους μουσικούς.


Λίγοι ξένοι κιθαρίστες μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να συγκριθούν με τον Γιάννη Σπάθα ή τον συχωρεμένο τον Δήμη Παπαχρήστου, λίγοι ντράμερ με τον Γιώργο Τρανταλίδη, τον Νίκο Αντύπα και τον Νίκο Τσιλογιάννη.

 

 

«Λίγοι ξένοι κιθαρίστες μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να συγκριθούν με τον Γιάννη Σπάθα».
«Λίγοι ξένοι κιθαρίστες μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να συγκριθούν με τον Γιάννη Σπάθα».


— Το 1979 υπογράψατε την παραγωγή του ιστορικού «Φλου» του Παύλου Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα. Ήταν η πρώτη σας επίσημη παραγωγή;

Καμιά φορά αυτά τα αναγράφονται απλώς στους δίσκους, τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Με τον Παύλο γνωριστήκαμε το 1978, όταν μας είχε καλέσει, μαζί με τον Θόδωρο Σαράντη, υπεύθυνο της τότε ΕΜΙ, σε κάποιο σπίτι ν' ακούσουμε τα τραγούδια του. Κατά σύμπτωση, είχε πέσει γραμμή από την εταιρεία να βγάλει και δυο-τρία πιο πειραματικά πράγματα, όχι περισσότερα.


Θυμάμαι, τότε είχαμε γίνει ένα με τον Παύλο και τα παιδιά του συγκροτήματος, υπήρχε ένα φοβερό πάθος για δημιουργία κι ένας αυθορμητισμός δυσεύρετος για τα σημερινά δεδομένα.


— Ωραία όλα αυτά, αλλά σε τι αλλάζουν το γεγονός ότι υπογράψατε τον συντονισμό παραγωγής του «Φλου»;

Θα σας εξηγήσω. Ως παιδί κι εγώ ήμουν άσχετος μ' αυτά τα πράγματα, μόνο κουμπιά έβλεπα μέσα στο στούντιο τότε. Πιάνω τον Παύλο και του λέω: «Σε τι νομίζεις ότι μπορώ να βοηθήσω; Δεν έχω γνώση του αντικειμένου!». Μου απαντάει: «Ξέρω ότι ακούς ξένη μουσική κι εγώ θέλω να βγάλω τέτοιον ήχο. Να μου πεις μόνο αν τους άρεσε...». Μου είπε και κάτι ακόμα: «Ξέρω ότι φτιάχνεις καλούς καφέδες».


Και, πράγματι, όντας κλητήρας στην ΕΜΙ, μέσα στα καθήκοντά μου ήταν να φτιάχνω και καφέδες. Το 'χα συνηθίσει το άθλημα, το ήξερα. «Μη σε ξαφνιάζει», μου είπε ο Παύλος, «δεν ξέρεις πόσο σημαντικός είναι ο καφές για έναν μουσικό στο στούντιο σε μια στιγμή ανάπαυλας». Τώρα που πέρασαν τα χρόνια κατάλαβα πόσο δίκιο είχε ο άνθρωπος.

 

 

Μάνος Ξυδούς , Πυξ Λαξ - Εσύ Εκεί


— Να υποθέσω ότι τότε ούτε που φανταζόσασταν την εξέλιξή σας στην εγχώρια ηλεκτρική σκηνή.

Ήμουν ένα παιδί που γούσταρε ό,τι έκανε τη συγκεκριμένη στιγμή, χωρίς να έχει βλέψεις για κάτι παραπάνω. Και μόνο που το όνομά μου θα αναγραφόταν σ' εκείνο τον δίσκο ως συντονιστή παραγωγής, όπως είπατε, με ευχαριστούσε πολύ.

 

— Κάθε αρχή και δύσκολη, αλλά και ευχάριστη, σύμφωνα μ' αυτά που περιγράφετε.

Αμέσως μετά τον Παύλο και το «Φλου», δούλεψα ως γενικών καθηκόντων στο άλμπουμ των Sharp Ties. Δηλαδή είχα την ευθύνη να πάνε κάποια σινγκλάκια τους στους τότε DJs των ντισκοτέκ και, αν μπορούσα, να επηρεάσω θετικά μερικούς απ' αυτούς.

 

— Ένα είδος promoter, ας πούμε. Ποια είναι η γνώμη σας για τους Sharp Ties ως γκρουπ την εποχή που έσκασαν μύτη;

Μέχρι σήμερα θεωρώ τους Sharp Ties το μεγαλύτερο ελληνικό rock 'n' roll συγκρότημα και επαναλαμβάνω τη φράση «rock 'n' roll»! Διότι σήμερα παίρνεις το CD ενός συγκροτήματος, το βρίσκεις θαυμάσιο, μα όταν πας να τους δεις live, δεν λένε τίποτα! Οι Sharp Ties ξεκίνησαν στο Κύτταρο το '81 και άφησαν εποχή! Μας τους σύστησε στην εταιρεία ο Παύλος, είχε μιλήσει θετικά γι' αυτούς, όπως και για τον Παύλο Παυλίδη, προτού φτιαχτούν τα Ξύλινα Σπαθιά.


Επίσης, όταν ο Σιδηρόπουλος ανέβαινε στη Θεσσαλονίκη, έπαιζε μαζί με τις Τρύπες. Του λέγανε οι άλλοι: «Τι θες, ρε Παύλο, με τους πάνκηδες, τα πιτσιρίκια;». «Δεν ξέρετε, μάγκες, τι είναι αυτοί, θα το δείτε» τους απαντούσε αυτός. Και το είδαμε!

 

Αφοί Κατσιμίχα
Αφοί Κατσιμίχα

 

— Παρακάμπτω τα περάσματά σας από το πρώτο άλμπουμ των Μουσικών Ταξιαρχιών και την πρώτη σας επαγγελματική συνεργασία ως παραγωγού με τον Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ και πάω κατευθείαν στους Πυξ Λαξ. Τι είχε, τελικά, αυτό το συγκρότημα και γνώρισε τέτοια αποδοχή;

Εγώ τότε έγραφα από δω και από κει δικά μου κομμάτια. Δεν είχα σκεφτεί να τα εκδώσω, με εξαίρεση το «Sandrina» που γράψαμε με τον Νίκο Πιπινέλη για το άλμπουμ των Dreamer & The Full Moon. Είχε και κάποιο υλικό ο Φίλιππας (σ.σ. ο Πλιάτσικας), υπήρχε και ο Στόκας, ένας εξαιρετικός τραγουδιστής, οπότε είπαμε να κάνουμε κάτι μαζί.


Για διάφορους λόγους το πράγμα δεν λειτούργησε απόλυτα. Αποχώρησε ο Παναγιώτης Σπυρόπουλος, που σήμερα είναι στους Tsopana Rave, όπως και ο Σάκης Σταμούλης, μετέπειτα στους Domenica. Μείνανε μόνοι τους, λοιπόν, ο Φίλιππας με τον Μπάμπη, και προστέθηκα κι εγώ ανεπίσημα στο συγκρότημα από τον τρίτο τους δίσκο και επίσημα στον τέταρτο.

 

— Γιατί πιστεύετε πως, εκ των υστέρων, θα έλεγε κανείς ότι, αφού οι Πυξ Λαξ διαλύθηκαν, υπάρχει ένα μένος κατά του συγκροτήματος;

Τα διαβάζω τόσα χρόνια και τα ξέρω. Μη μεγαλοποιούμε όμως τα πράγματα, δεν πιστεύω ότι υπάρχει μένος. Νομίζω πως απλώς καθένας εξ ημών που εκτίθεται πρέπει να είναι έτοιμος για κριτική, καλή ή κακή.


Τις κακές κριτικές, απ' όπου κι αν προήλθαν, προσωπικά δεν τις φοβήθηκα ποτέ. Αντίθετα, με έκαναν να σκεφτώ πόσο δίκιο έχει αυτός που τις κάνει κι αν εγώ θα μπορούσα ενδεχομένως να αλλάξω κάποια πράγματα. Θα έλεγα κιόλας ότι προσπερνάω τις κριτικές που λένε μόνο καλά πράγματα, δίχως ουσία τις περισσότερες φορές.


Για να τελειώνουμε με το θέμα, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός πως ο μόνος κριτής στο τέλος είναι ο κόσμος! Τι κι αν τον ζαλίζουμε εμείς με τις φιλοδοξίες μας, ο κόσμος θα πάει να δώσει 15 ευρώ για να πάρει ένα CD!

 

Πάνος Κατσιμίχας, Μάνος Ξυδούς - Μέχρι να πάρεις παγωτό

 

— Τον τελευταίο καιρό συνεργάζεστε τόσο στη δισκογραφία όσο και στις συναυλίες με τον Πάνο Κατσιμίχα. Μια μεγάλη φιλία είναι στάνταρ παράγοντας και για μια επαγγελματική συνεργασία;

Με τον Πάνο γνωριζόμαστε από το 1974, είναι πολύ παλιά ιστορία. Στον χώρο αυτό είναι δύσκολο να κρατήσεις πραγματικές φιλίες ‒ άλλο ο γνωστός και άλλο ο φίλος που θα πάρει να σε ρωτήσει αν είσαι καλά ή χρειάζεσαι κάτι. Τα ακούσματά μας ήταν και είναι τα ίδια, καθώς και η αισθητική αντίληψη.


— Σας ενδιαφέρει πλέον η δημιουργία τραγουδιών ερωτικού ή πολιτικού περιεχομένου;

Ας μη βάζουμε ταμπέλες, τη στιγμή που γρατζουνάω την κιθάρα δεν ξέρω πού θα οδηγηθώ. Τις ανησυχίες του κόσμου και των παιδιών μου προσπαθώ να καταγράψω σε δυο-τρία φύλλα χαρτί και άλλα τόσα ακόρντα.


— Είπατε στην αρχή ότι συνεργάζεστε ακόμα και με δεκαοχτάρηδες. Κάπου ειπώθηκε ότι ο ήχος σας ακούγεται εγκλωβισμένος στα '70s και στα '80s. Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι στους νέους μουσικούς ποντάρετε και για τη δική σας ηχητική-καλλιτεχνική ανανέωση;

Αλήθεια είναι αυτό! Πολύ δύσκολα μπορούμε να ξεφύγουμε απ' τις καταβολές μας. Δηλαδή, όταν εμένα είναι μέσα μου οι Pink Floyd και ο Rory Gallagher, πώς μπορώ να μην τους βγάζω και προς τα έξω; Ο νέος άνθρωπος, όμως, που έχει ανατραφεί με άλλα ακούσματα, αυτά της δικής του εποχής, θα πάρει τα δικά μου ακόρντα, τη σειρά μου και θα τα πάει κάπου αλλού. Καλύτερα ή χειρότερα, δεν ξέρω, ενδιαφέροντα όμως σίγουρα!


— Ακούτε ηλεκτρονική μουσική;

Όχι, για να πω την αλήθεια. Μου αρέσει όμως το χιπ-χοπ, η μουσική αντίδραση του δρόμου.

 

— Κλείνοντας, και με αφορμή τον τίτλο του τελευταίου σας CD, τι σημαίνουν τ' αστέρια και γιατί θα 'ναι πάντα μακριά;

Τα αστέρια είναι αυτά που βλέπαμε από παιδιά, όπως όλος ο κόσμος, και που έγιναν μια μαγεία μέσα στη νύχτα. Η νύχτα όμως αντιπροσωπεύει πάντα το μαύρο χρώμα. Τα αστέρια επίσης είναι η ελπίδα, δηλαδή ό,τι βρίσκεται σε απόσταση από εμάς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι διαλέγουμε τον εύκολο δρόμο. Πριν φτάσουμε στα μακρινά αστέρια μπορεί να υπάρχει κι ένα άλλο αστέρι που θα πρέπει να πάμε κοντά του για να το δούμε!