Κι εσύ; Κι εγώ; Που ποτέ δεν πίστεψαμε τίποτα γιατί τ' αντιμετώπιζαμε όλα σαν το κάθε γλυκό φιλί του αρχικού πόνου που υποσχόταν κάτι θαλερό αλλά στην πραγματικότητα μας έχυνε στα τρίσβαθα το δηλητήριο;



 

 

Η παραφουσκωμένη ζωή που ζούσαμε before crisis έχει τελειώσει για τα καλά. Σιγά τα νέα. Και όπου να' ναι τελειώνει και αυτή, η με άλλο τρόπο παραφουσκωμένη χωρίς υπηκοότητα και άξονα που ζούμε τώρα, στη πρώτη δεκαετία. Όσοι τους ρούφηξε δαρβινικά κι ανέντιμα η μαύρη τρύπα πρόλαβαν και μας ψιθύρισαν πως και εμείς με τη σειρά μας θα γλυστρήσουμε έντρομα στην νέα αβυσσο που ετοιμάζεται, στην επόμενη και στην μεθεπόμενη δεκαετία καθώς οξειδωμένοι θα νομίζουμε πως έχουμε κατακτήσει μια νέα κανονικότητα: την κανονικότητα του λυγμικού συριγμού.
  
 
  
Κι όπως τώρα, όλοι μαζί κι ένας- ένας είμαστε κρυμμένοι, με σφιγμένα δόντια σε στέρφες κοίτες και ντυμένοι ήττες μεταμφιεσμένες σε νίκες -για μην κατρακυλίσουμε στην κινούμενη άμμο της απομίμησης της ζωής, γνωρίζουμε, ξέρουμε, νιώθουμε ότι οι Κυνηγοί όπως στη προηγούμενη ιστορική περίοδ, ψ-αίματα κοιμίζαν και τώρα ψ-αίματα κοιμίζουν στη σηψαιμική τους θερμοκοιτίδα (καθώς μας ετοιμάζουν μια νέα ζωή;)
 
 
 
Νέα ζωή σαν replica βέβαια. Γιατί το βλ-αίμμα μας έχει αλλάξει, δεν υπάρχουν πια οι εικόνες που είδε κάποτε και κάνει πως δεν βλέπει τις τωρινές εικόνες που πέφτουν καταπάνω του η μια μετά την άλλη. Γιατί οι εικόνες που βλέπει δεν είναι εικόνες. Είναι απομεινάρια, μια μαριονέττας ζωής που ετοιμάζεται να βγει στις αγορές ενώ δεν της έμεινε τίποτα που να μη το ξεπούλησε για να αγοράσει νεκρό χρόνο.
  
 
 
Ούτε  ο χρόνος μας είναι πια ο ίδιος. Ο, τι αγαπήσαμε, ταινίες, βιβλία, οι βασικές μουσικές της ζωής μας έχουν μετατραπεί σε έναν αφόρητο βόμβο, όπου αυτό που κάποτε ήταν σκοτώνει καθημερινά αυτό που κάποτε θα είναι, γιατί δεν αντέχει ούτε το τίποτα του τώρα ούτε το κάτι του μέλλοντος του.

 

 

 

 

 

 

 

Κι εσύ; Κι εγώ; Που ποτέ δεν πίστεψαμε τίποτα γιατί τ' αντιμετώπιζαμε όλα σαν το κάθε γλυκό φιλί του αρχικού πόνου που υποσχόταν κάτι θαλερό αλλά στην πραγματικότητα μας έχυνε στα τρίσβαθα το δηλητήριο;

 

 

 

 

  

Δεν ήταν οτι δεν πονούσαμε. Δεν ήταν οτι δεν σφαδάζαμε καθώς δαμάζαμε ό,τι υγιές κουβαλούσε ο καθένας μας. Για να γίνουμε αυτό που γίναμε έπρεπε να φιλήσουμε στο στόμα -κανιβαλλικά- και να σκοτώσουμε ότι δεν θελαμε ποτέ μας να γίνουμε αυτό που ήθελαν οι άλλοι.
 
 
 
Και έστω για μια στιγμή να μη πιστεύαμε γαμώτο: πως αυτό που θέλαμε να είμαστε , αυτό που είμαστε κι αυτό που θα γίνουμε θα είναι κάτι που θα λιώσει σαν το χιόνι στον ήλιο, όχι γιατί το αξίζαμε αλλά γιατί όταν όλοι θα κάνουν πως είχαν καταλάβει το λάθος, θα είναι αργά.
 
 
 
 
Μέχρι τότε, γιατί θες να φύγεις καρδιά μου;