Πάνω από 800.000 άτομα πληρώνουν εθελοντικά ένα ποσόν στην «Guardian», ενώ πριν από δύο χρόνια ήταν μόνο 50.000. Αυτό το έσοδο, μαζί με τις περικοπές κόστους και τους 200.000 επιπλέον συνδρομητές είναι τα στοιχεία που κάνουν τη διοίκηση της ιδιόμορφης βρετανικής εφημερίδας να εκτιμά ότι το 2019 θα σταματήσει να έχει ζημίες.

 

Είναι γνωστό επίσης ότι οι συνδρομές των «New York Times» αυγάτισαν τον τελευταίο χρόνο. Βοήθησε και η κόντρα τους με τον Ντόναλντ Tραμπ, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Η τελευταία παγκόσμια έρευνα TrustBarometer 2018 της Edelman επιβεβαιώνει ότι η ζυγαριά κλίνει πλέον προς την πλευρά των media και της δημοσιογραφίας.

 

Καταγράφεται εκεί ο προβληματισμός για τη βαβέλ της πληροφόρησης και τα fake news. Οι επτά στους δέκα ανησυχούν ότι τα fake news χρησιμοποιούνται ως όπλο για την επίτευξη κάποιου στόχου, κυρίως πολιτικού.

 

Έτσι, μετά από χρόνια χαμηλών πτήσεων των δημοσιογράφων και των media, η τελευταία έρευνα δείχνει ότι υπάρχει μια αισθητή ανάκαμψη στην εμπιστοσύνη που δείχνει το κοινό στους επαγγελματίες της ενημέρωσης, η οποία εμφανίζεται αυξημένη κατά 12%.

 

Ο πόλεμος του τελευταίου χρόνου κατά του λαϊκισμού και των fake news έχει μαζέψει λίγο την κατάσταση, αλλά λίγο. Αυτό φαίνεται από άλλα στοιχεία της έρευνας: έπειτα από αρκετά χρόνια που το κοινό ενίσχυε την εμπιστοσύνη του σε «κάποιο άτομο σαν και μένα», η τάση αυτή ανατρέπεται.

 

Αντίθετα, παρατηρείται κάμψη στην εμπιστοσύνη προς τις πληροφορίες που διακινούνται από τα κοινωνικά δίκτυα. Συνολικά, εκφράζεται υψηλότερη εμπιστοσύνη στα media απ’ ό,τι στα κοινωνικά δίκτυα. Παρ’ όλα αυτά, το 50% των πολιτών αναζητά ειδήσεις λιγότερο από μία φορά την εβδομάδα και το 25% τις αποφεύγει γιατί του τη σπάνε.

 

Δεν πρόκειται πάντως για ολική αναστροφή του κλίματος επιφύλαξης απέναντι στα media. Πιο πολύ δείχνει την ενίσχυση της πόλωσης: κάποιοι πολίτες συνειδητοποιούν τις «νάρκες» της χύμα πληροφόρησης και ψάχνουν πιο έγκυρες πηγές.

 

Μόνο το 44% δείχνει εμπιστοσύνη στα media. Αυτό το ποσοστό είναι πιο χαμηλά από την εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλουν τους υπόλοιπους τρεις θεσμούς που περιλαμβάνονται στην έρευνα (ΜΚΟ, επιχειρήσεις, κυβερνήσεις).

 

 

 

Ο πόλεμος του τελευταίου χρόνου κατά του λαϊκισμού και των fake news έχει μαζέψει λίγο την κατάσταση, αλλά λίγο. Αυτό φαίνεται από άλλα στοιχεία της έρευνας: έπειτα από αρκετά χρόνια που το κοινό ενίσχυε την εμπιστοσύνη του σε «κάποιο άτομο σαν και μένα», η τάση αυτή ανατρέπεται.

 

Τα «άτομα σαν και μένα» είναι φίλοι και γνωστοί που διαδίδουν στο Διαδίκτυο ειδήσεις από αμφίβολης αξιοπιστίας πηγές. Ενίοτε αναμεταδίδουν αμφίβολης προέλευσης φήμες ή πλημμυρίζουν τα social media με τις λεπτομέρειες του «Survivor» και φωτό με γάτες.

 

Σύμφωνα με την έρευνα του 2018 αυξήθηκε αισθητά η εμπιστοσύνη σε ειδικούς και πανεπιστημιακούς, ενώ αυτή προς «τα άτομα σαν και μένα» έπεσε στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων ετών, μετά από μείωση κατά 6%.

 

Η επιθυμία του γενικού κοινού να βρει σταθερές για να πιαστεί φαίνεται και στην ανάκαμψη της εμπιστοσύνης προς τους επικεφαλής των επιχειρήσεων, που είναι αυξημένη κατά 7%.

 

Πάντως, μόνο το 44% δείχνει να τους έχει εμπιστοσύνη. Οι πολίτες απαιτούν περισσότερα από τους διευθύνοντες συμβούλους, τους θέλουν πιο δραστήριους. Οι δύο στους τρεις επιθυμούν να τους δουν να παίρνουν πρωτοβουλίες που να μπορούν να καλύψουν ακόμα και τα κενά των κυβερνήσεων και των πολιτικών (ειδικά σε θέματα όπως η απασχόληση).

 

Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς των ΗΠΑ και ειδικά την κυβέρνηση είναι σε κάθετη πτώση. Αντίθετα, η εμπιστοσύνη έχει αυξηθεί στην Κίνα αλλά και σε χώρες όπως η Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

 

 

 

Μια ιδιοφυΐα της Silicon Valley, o Naval Ravikant, εξηγεί σε μερικά tweets γιατί το μοντέλο που κερδίζει είναι αυτό της πλατφόρμας που φιλοξενεί φαγητά, γάτες και δοξασίες. Το μοντέλο που χάνει έδαφος είναι αυτό του medium που μεταδίδει ειδήσεις και διασταυρωμένες πληροφορίες.

 

Επιπλέον, μια συζήτηση που έχει πάρει έκταση σε κάποιους κύκλους αναφέρει ότι κακώς ανατρέχουμε στον Τζορτζ Όργουελ για να ερμηνεύσουμε τα σημεία των καιρών. Πολύ καλύτερη ήταν, λένε, η ανάλυση του Aldοus Huxley στον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο».

 

Είμαστε σε μια εποχή που οι καταστάσεις διαμορφώνονται όχι γιατί μας επιβάλλονται από σκοτεινές δυνάμεις (Όργουελ) αλλά επειδή εκεί οδηγούμαστε από τις επιλογές των πολλών (Huxley).