Οι βραβεύσεις είναι της μόδας. Βάλε τα Μichelin, βάλε που κάθε μήνα έχουμε κι ένα εθνικό γκαλά που βραβεύει τα καλύτερα της εστίασης, σεφ, υψηλές και χαμηλές κουζίνες, κουτούκια, ψησταριές, κοτοπουλάδικα και μπεργκεράδικα έχουν μια διάκριση να πορεύονται, η οποία, τόσο άφθονη, τόσο ραγδαία σαν καταιγίδα, δεν προλαβαίνει καν να αποτυπωθεί στον νου του καταναλωτή. Να πει, ας πούμε, την «επόμενη φορά που θα παραγγείλω σουβλάκι, κάτσε να θυμηθώ τον βραβευμένο γύρο».

 

Οι βραβεύσεις είναι ωραίες. Γιατί γίνονται γκαλά κι έχουμε να χαζεύουμε μαζεμένο όλο το σινάφι με τα καλά του εμείς που δεν παρευρεθήκαμε και, όσο να 'ναι, μπορεί και να ανοίγουν την όρεξη του social media κοινού να ξεκουνηθεί από τον καναπέ του, να τονώσει την κινητικότητα των μαγαζιών, που τόσο το 'χουν ανάγκη αυτές τις δύσκολες μέρες της υπερφορολόγησης και των λοιπών δεινών.

 

Οι βραβεύσεις είναι «κουλές». Πέρα από κάποιες σοβαρές διοργανώσεις, σε πάρα πολλές δεν ξέρεις ούτε ποιος βραβεύει ούτε γιατί βραβεύτηκε ο τάδε και όχι ο δείνα. Έχει τύχει να παρευρεθώ σε γκαλά απονομής με 300 και βάλε βραβεία, όπου έβλεπες γυράδικα της Κωλοπετεινίτσας πλάι σε γνωστούς μάγειρες, οι οποίοι, ευτυχώς, δεν παρουσιάστηκαν ποτέ στο πόντιουμ.

 

Μέσα στον γενικότερο βραβευμένο αχταρμά, τα σοβαρά βραβεία χάνουν το κύρος, την ισχύ και το νόημά τους, πνίγονται σε μια έκρηξη αστεροειδών όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί το βραβείο του restaurant of the year ‒ ποιο είναι άραγε;


Πίσω από πολλές τέτοιες διοργανώσεις οσμίζομαι επιχειρησούλες που στήνονται για μια νύχτα από δαιμόνιους «βραβευτές», οι οποίοι βρίσκουν τον τρόπο να κερδίσουν το κατιτίς τους.

 

Μέσα στον γενικότερο βραβευμένο αχταρμά, τα σοβαρά βραβεία χάνουν το κύρος, την ισχύ και το νόημά τους, πνίγονται σε μια έκρηξη αστεροειδών όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί το βραβείο του restaurant of the year ‒ ποιο είναι άραγε;

 

Και σαν να μην έφταναν τα βραβεία των εστιατορίων/φαστφουντάδικων/ψαροταβερνών κ.λπ., κ.λπ., έχουμε και τα βραβεία προϊόντων. Και εδώ θα μπω στο πειρασμό να σας μεταφέρω μια τηλεφωνική συνομιλία ‒ ήμουν μπροστά!


Η εταιρεία «Τα βραβεία της Πανωραίας» τηλεφωνεί σε φίλο μου, το τηλέφωνο του οποίου προφανώς βρήκε από κατάλογο του Επιμελητηρίου ή κάτι τέτοιο, όταν κάποτε δηλώθηκε ως νέος αγρότης.


«Θα θέλαμε να σας βραβεύσουμε». «Για τι ακριβώς;» ρωτάει ο φίλος μου. «Για τα προϊόντα σας». «Ποια προϊόντα;» αναρωτιέται ο άνθρωπος. Πλην όμως, επειδή έχει μπει στο νόημα, τους το παίζει «προϊοντούχος» γενικώς κι αορίστως. «Θα μας στείλετε 300 ευρώ για κάθε προϊόν σας και θα σας ενημερώσουμε για την απονομή». «Βεβαίως», απαντά ο φίλος μου, «αλλά θα ήθελα να ξέρω ποιος θα με βραβεύσει». «Διάσημοι γευσιγνώστες!» καταλυτική η απάντηση της κοπελιάς.

 

Στην απαίτηση του φίλου μου να μάθει τα ονόματα των διασήμων, η συμπαθής υπάλληλος υποσχέθηκε να επανέλθει τηλεφωνικώς με τη λίστα ‒ δεν επανήλθε ποτέ. Τα βραβεία ωστόσο γιορτάστηκαν με γκραν γκαλά ελάχιστους μήνες αργότερα.

 

Eύλογο, λοιπόν, το ερώτημα. Τι έχει να κερδίσει η γαστρονομία απ' όλο αυτό το βραβευτιλίκι; Τι έχει να κερδίσει το εστιατόριο και τι ο απλός καταναλωτής; Άραγε πόση είναι η απήχηση ενός βραβείου στον κόσμο εκεί έξω; Μήπως, πάλι, όλο αυτό το πανηγύρι δεν είναι παρά ένας εσωτερικός διάλογος του σιναφιού; Όπως οι σεφ που δημιουργούν πιάτα για να τα ανεβάσουν στο fb, ίσα-ίσα για να τα δουν οι «αδελφοί» μάγειροι, όπως τους αρέσει να αυτοαποκαλούνται μεταξύ τους;

 

Aφήνοντας τη φλου απάντηση να πλανάται πάνω από γεμάτα (πάντα τέτοια παιδιά!) τραπέζια, θα σας μιλήσω για μια πρόσφατη, παριζιάνικη εμπειρία μου. Την Catherine Arthus Bertrand δεν την ξέρετε, αλλά ξέρετε τον διάσημο φωτογράφο αδελφό της Yan που φωτογραφίζει τη γη από ψηλά.


Φίλη μου από παλιά, ήρθε για μερικές μέρες μετά του συζύγου Patrice Warnant, που είναι πασίγνωστος αρχιτέκτονας μεταξύ άλλων πολλών Michelin-άτων εστιατορίων της Γαλλίας.

 

Η οποία Γαλλία δεν ξέρω πόσα βραβεία έχει, αλλά μόνο τα Μichelin της εμπιστεύεται κι αυτό με μια επιφύλαξη τώρα τελευταία, αφού έξι τρανταχτά ονόματα (J. Robuchon, Al. Senderens, Α. Westermann, Ol. Roellinger, C. Legras, S. Bras) αποποιήθηκαν ήδη τους τίτλους τους και με ένα «άι σιχτίρ» στο στρες και τα έξοδα αποφάσισαν να ρίξουν τους ρυθμούς και να τηγανίζουν πατάτες με στεκ σενιάν για τον κόσμο τους.

 

Το ζεύγος, λοιπόν, βέροι Παριζιάνοι, κοσμοπολίτες και gastro-ταξιδευτές από κείνους που έχουν δοκιμάσει και το τελευταίο πάπανταμ στους δρόμους της Βομβάης, την τελευταία μαρίδα στην πίσω μεριά της Αντιπάρου και το πιο απόμερο τριάστερο στα δάση του Οντάριο, μεγαλωμένοι από βρέφη με τα ταρτάρ των υπέρ-σεφ του Παρισιού, κέντρο-και-απόκεντρο, μου αποκάλυψαν πώς βλέπει πλέον ο Γάλλος το βραβευμένο εστιατόριο. Σαν μια τουριστική ατραξιόν που αφορά κυρίως τον Γιαπωνέζο, τον Καλιφορνέζο και τον σεφ/δημοσιογράφο οποιασδήποτε προέλευσης που έρχεται να φάει για επαγγελματικούς λόγους.


Διωγμένοι από την πόλη τους, το Παρίσι, που πια ανήκει στο airbnb, στους πλούσιους Άραβες/Κινέζους/Αμερικανούς, οι παλιοί γκουρμέ και καλοφαγάδες μετακομίζουν στην περιφέρεια, στην επαρχία και στο εξωτερικό και προτιμούν τους αποκεντρωμένους μισελινάτους των βουνών και των ορέων, στους οποίους κλείνουν weekend άπαξ τον χρόνο, στην επέτειο των γάμων, σε επιφανείς κηδείες (ω, ναι), ενδεχομένως και στην πρόταση γάμου και λοιπές σημαντικές επετείους.

 

Με έναν κρυφό καημό σού αποκαλύπτουν πως δεν έχουν πια το χρήμα για να αντιμετωπίσουν τα άστρα της γαστρονομίας τους, ασχέτως του αν αυτό το θεωρούν ένα μικρό εθνικό οικονομικό ατύχημα που θα διορθώσει προσεχώς ο γοητευτικός Μακρόν με τους genious ελιγμούς του.


Στο μεταξύ, και επειδή το δημιουργικό φαγητό κυλά στο αίμα τους, το μαγειρεύουν μόνοι, στο σπίτι τους. Weekend με φίλους μετατρέπονται σε μαγειρικούς μαραθωνίους, κατά τους οποίους προκομμένοι οικοδεσπότες και οικοδέσποινες μαγειρεύουν εβδομάδες πριν πιάτα μισελινικής τεχνικής και αισθητικής. Μου τα δείχνουν σε φωτογραφικά ενσταντανέ που θαμπώνουν την επαρχιακή οπτική μου και εύλογα αναρωτιέμαι πού στο καλό έμαθαν να τα μαγειρεύουν όλ' αυτά.

  

Σε μια χώρα που έχει εντάξει επισήμως την τοπική της γαστρονομία στην πολιτιστική κληρονομιά της Unesco κι έχει εφεύρει τον όρο της «nouvelle cuisine» από το 1730, λογικό είναι η υψηλή κουζίνα να έχει περάσει χρόνια τώρα στα ψαγμένα νοικοκυριά με σεμινάρια και προσωπικό καημό επίδοξων αφανών μαγείρων που παιδεύονται με τις τεχνικές της σφαιροποίησης στα άδυτα της κουζίνας τους.

 

Πόσο δειλά ξεκινά κάτι τέτοιο και στην Ελλάδα, με συνταγές που αρχίζουν λιγουλάκι να ξεφεύγουν από το άλλο ένα σουφλέ μακαρονικών, σε έντυπα και sites που απευθύνονται στον σπιτίσιο μάγειρα.

 

Όταν, λοιπόν, φιλοξενείς κάτι τέτοια παθιασμένα μέλη της παγκόσμιας gastro-κουλτούρας, μπελά μεγάλο βάζεις στο κεφάλι σου, πού να τους πας να ευχαριστηθούν και τι να τους δείξεις από την Αθήνα της γεύσης.

 

Τους είδα να γλείφουν εκστασιασμένοι και τα ψίχουλα από τα πλαστικά τραπεζομάντιλα στο Δίπορτο, να προσκυνούν ευλαβικά τους πίνακες των βαρελοφρόνων μαζί με τον καγιανά στον Πειναλέοντα των Εξαρχείων, να φιλούν με δάκρυα στα μάτια τα κορίτσια στη σχεδόν-δεν-υπάρχει-κουζίνα του καφενέ «Ραντεβού στα Πετράλωνα» και να στρυφνιάζουν απεγνωσμένα στο «καλό δημιουργικό» όπου τόλμησα να τους πάω.

 

Την επόμενη μέρα, με το μάτι να γυαλίζει από δυσπιστία, με ρώτησαν μήπως σκόπευα να τους ταΐσω περαιτέρω ελληνική δημιουργικότητα. Και κει μου το ξέκοψαν. Στην ταξιδιωτική λίστα των gastro-ταξιδευτών του πλανήτη η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στους προορισμούς της δημιουργικότητας.

 

«Έχετε ακόμη δρόμο μπροστά σας» με ενημερώνουν με το γνωστό, γαλλικό υπεροπτικο-ειρωνικό υφάκι τους. Αντίθετα, στην παγκόσμια λίστα της νοστιμιάς μάς αναγνωρίζουν ως φωτεινά αστέρια μιας εκπάγλου νοστιμιάς για το φρέσκο ψάρι μας, για έναν ζωντανό αστακό και μια γυαλιστερή, για ένα ψωμοτύρι, για μια ντομάτα με άγρια ρόκα, μια ρεβιθάδα, μια φασολάδα, ένα πιάτο άγρια χόρτα με αγουρέλαιο και ψητή σαρδέλα, για ένα πρόβειο γιαούρτι, μια βουτυράτη φέτα, για την ικανότητά μας να μαγειρεύουμε ένα αριστούργημα με δυο κορφάδες του περιβολιού και δυο αυγά ζεστά από την κότα.