Ο Εμφύλιος πόλεμος σε μια χώρα σαν την Ελλάδα με τη συμπαγή εθνοτική ομοιογένεια είναι παντελώς ακατανόητος.

 

Το δίκιο έχει περιορισμένη σημασία. 

Δεν το κερδίζεις καταστρέφοντας την πατρίδα σου. Υπάρχει μόνο η οδός του συμβιβασμού. Εξαντλητική, συμβιβαστική, άδικη, ταπεινωτική αλλά αναίμακτη.

 

Κι ας αφήσουν τα ψόφια περί ξενοκίνητων και οι μεν και οι δε.

Δεν σηκώνει όπλο Έλληνας στον Έλληνα, όποιος κι αν του το δώσει.

 

Υπήρξαν και τέτοιοι Έλληνες.

Όπως οι αεροπόροι που αρνήθηκαν να «δοκιμάσουν» τις νέες αμερικάνικες εμπρηστικές βόμβες Ναπάλμ στα βουνά της Μακεδονίας και να κατακάψουν τα δάση που φώλιαζαν αντάρτες.

(Είδαμε τι έγινε αργότερα στο Βιετνάμ)

 

Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαμε 12-15.000 νεκρούς.

Στον Εμφύλιο είχαμε σχεδόν δεκαπλάσιους, στρατιώτες, αντάρτες, άοπλους, γυναίκες και παιδιά.

 

Δεν μπορεί να υπάρχει άνθρωπος περήφανος για αυτή τη σφαγή στον τόπο του.

 

Εντάξει ήταν ήρωας ο πολεμιστής παπούς για την οικογένεια αλλά στην πραγματικότητα, είτε επέζησε είτε όχι, ήταν ακόμα ένα θύμα.

 

Έτσι κι αλλιώς οι πολλοί δεν επέλεξαν πλευρά. 

Τους πήρε η Ιστορία και τους πέταξε όπου οι συγκυρίες, η τύχη ή ο καταναγκασμός υπαγόρευαν. 

 

Σχεδόν συμπτωματικά οι πολλοί βρέθηκαν με τα όπλα του ενός ή του άλλου. Μειοψηφίες οι φανατισμένοι των δύο παρατάξεων. Τι καταλάβαιναν αμούστακα χωριατόπαιδα από ιδεολογίες;

 

Η Ιστορία είναι οδοδείκτης που δείχνει μπροστά, όχι πίσω.

 

Τα Δεκεμβριανά και ο Γράμμος είναι μαθήματα ένθεν και ένθεν. Δεν είναι εύσημα για κανέναν. Πολύ περισσότερο δεν είναι αφετηρίες για επανάληψη. 

 

Είμαστε υποχρεωμένοι να βρούμε τρόπους συμβίωσης.

Αυτοί που σήμερα μιλάνε εμφυλιοπολεμικά, απλώς αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανοησίας του.

 

Όταν πρόκειται να μιλήσουμε για τον Εμφύλιο πρώτα προσευχόμαστε, νηστεύουμε, μεταλαμβάνουμε και μετά πιάνουμε στο στόμα μας τους νεκρούς μας.

 

Ή στήνουμε ένα δικό μας «τείχος των δακρύων».

Εκεί χτυπάμε το κεφάλι μας και ζητάμε εξιλέωση δεξιοί κι αριστεροί.

 

Από κοινού βλάψαμε την πατρίδα.