Πριν από λίγες δεκαετίες, η ελληνική ζωή ήταν πιο βίαιη. Δεν μιλώ για το κράτος και τις κληρονομημένες αυταρχικές πρακτικές. Αναφέρομαι περισσότερο στα παιδιά, στο σχολείο και στις σχέσεις κοινωνίας.


Θυμάμαι, ας πούμε, πόσα καημένα ζωάκια βασανίζαμε και πόσο επινοητικοί ήμασταν στις βαρβαρικές τελετουργίες μας, τον ίδιο καιρό που ο δάσκαλος έδινε εντολή να πάμε στο δάσος και να κατασκευάσουμε τα ίδια τα ξύλινα «όργανα» της τιμωρίας μας. Τότε που πολλοί γονείς έρχονταν στις ενημερώσεις του σχολείου για να δώσουν ενθαρρυντικό σήμα στον δάσκαλο: «Καλά του κάνεις, δώσ' του κι άλλο, να βάλει μυαλό ο άχρηστος!».


Οι πιο αδύναμοι στα μαθήματα και οι «παραβατικοί» μαθητές γίνονταν αντικείμενο χλεύης και βαναυσότητας. Τα νεφρά τους πονούσαν από το ξύλο και τα πόδια τους είχαν μελανιές όχι μόνο από τις πτώσεις στην μπάλα αλλά και από τις κλοτσιές των καλών χριστιανών-ποιμένων μας.


Η ελληνική κοινωνία, με κάποιους θύλακες εξαιρέσεων, ήταν ασφυκτική για το άτομο και σκληρή, ιδίως για όσους έκαναν παράξενες και «εκκεντρικές» επιλογές.


Τα θυμάμαι όλα αυτά γιατί δεν πάνε πολλές μέρες που αντίκρισα ένα συγκινητικό θέαμα: παιδιά της γειτονιάς κρατούσαν ένα χαρτόκουτο που μέσα του είχε ένα τραυματισμένο πουλί. Με προσοχή και ανησυχία για το αν θα επιζήσει. Φυσικά, ήταν σχεδόν όλα κορίτσια, τα αγόρια είχαν αλλού την προσοχή τους, σέρνοντας κάτι θεόρατα ξύλα για «ακόντια». Κανένας τους όμως δεν διανοήθηκε να αποτελειώσει το πουλί με μια πέτρα, πράγμα που πιθανότατα να συνέβαινε το 1976. Και τα συναισθηματικά πιο άτσαλα αγόρια έχουν χάσει το παλιό δέρμα της βαρβαρότητας.

 

Σήμερα η βία πέρασε από την επιφάνεια της σάρκας στα βάθη του εαυτού. Έγινε πιο αόρατη και πιο γενική, ενώ σε παλιότερες εποχές ήταν πιο εντοπισμένη και ορατή.


Θα πει κανείς πως είναι τυχαία η σκηνή. Ένα μικροσυμβάν μέσα σε άπειρα άλλα που μαρτυρούν ότι η σκληρότητα ζει και βασιλεύει με νέες μορφές ψυχικής πίεσης και επιθετικής περικύκλωσης για τους πιο ευάλωτους. Σωστά. Αλλά οι σχέσεις κυριαρχίας έχουν μεταβληθεί σε βάθος. Όχι μόνο επειδή έχουν από χρόνια απαγορευτεί οι σωματικές τιμωρίες και αποκηρύσσεται η φυσική βία αλλά επειδή η σκληρότητα έχει υποχωρήσει.


Θα αναφέρω ένα παράδειγμα που ίσως αιφνιδιάσει και ενοχλήσει μερικούς, ιδίως όταν τα επεισόδια καταστροφών στο κέντρο της πόλης έχουν μια εντυπωσιακή συχνότητα. Από πολλές απόψεις, η λεγόμενη «νεοτρομοκρατία» έχει δώσει δείγματα της πιο ακραίας ρητορικής. Από τη δεκαετία του 2000 κι έπειτα ο απειλητικός τόνος έχει απογειωθεί στα εξτρεμιστικά κείμενα. Η λεγόμενη ανατρεπτική πρόζα (μάλλον «ποιητική» πρόζα) μοιάζει να μην έχει ενδοιασμούς στα ωμά καλαμπούρια και στα εχθρικά ανακοινωθέντα.

Παρ' όλα αυτά, οι κλασικοί εξτρεμιστές του '70 ήταν πιο κοντά στον πραγματικό φόνο και στο αίμα. Γιατί είχαν το ένα τους πόδι στην εποχή κατά την οποία οι σωματικές τιμωρίες, η υπηρεσιακή αυθαιρεσία και η πατρική βία έφτιαχναν μια καταθλιπτική ενότητα.

 
Τι μεσολάβησε ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα; Ότι ουσιαστικά η σχέση κυριαρχίας εξημερώθηκε. Όχι παντού, ούτε με τον ίδιο ρυθμό και με επιτυχημένα αποτελέσματα. Αλλά, σε γενικές γραμμές, η εξουσία του δασκάλου, του πατέρα, του κρατικού λειτουργού, όλες αυτές οι δυνάμεις της πειθαρχικής κοινωνίας συρρικνώθηκαν, χάνοντας τον στιβαρό τους πυρήνα.


Αυτό που ήταν ο από καταβολής φόβος της ριζοσπαστικής δεξιάς ήδη από τη βικτωριανή εποχή στην Αγγλία, ο φόβος δηλαδή ότι η νέα κοινωνία οδηγεί στην «εκθήλυνση» του πολιτισμού, έχει συμβεί. Οι αντιμοντέρνοι της δεξιάς θεωρούσαν πως όλα συντείνουν στην «εκθήλυνση» και στην παρακμή: η κατανάλωση περιττών αντικειμένων, η επέκταση των εμπορικών δραστηριοτήτων, η μαζική ψυχαγωγία αλλά και η αλλεργία των νεότερων στη στρατιωτική πειθαρχία και στις στερήσεις.


Ο φόβος τους επιβεβαιώθηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει πάντα ο νταής, ο τραμπούκος, ο άνθρωπος που κυριαρχεί μέσα από τη φυσική βία και τις τεχνικές του τρόμου.


Αλλά το γεγονός είναι πως ο άνθρωπος που δέρνει προκαλεί πια αποτροπιασμό στους περισσότερους. Είναι ένα δημόσιο σκάνδαλο ο νταής, παρ' ότι μεγάλο ποσοστό βίαιων πράξεων κρύφτηκε στον ιδιωτικό χώρο και στα οικογενειακά σύμφωνα σιωπής.


Ο καχύποπτος, φυσικά, θα βρει υλικό που θα αντικρούσει το επιχείρημα. Μπορεί να πει κανείς πως η φυσική βία έδωσε τη θέση της σε ένα είδος ατομικιστικής αδιαφορίας για τον άλλον. Εμείς «πλακωνόμασταν» μεταξύ μας γιατί δεν είχαμε κινητά και τάμπλετ για να βυθιστούμε σε παράλληλους κόσμους. Όπως έλεγε ο Μπενζαμέν Κονστάν, οι αρχαίοι (κι εμείς υπήρξαμε εν μέρει αρχαίοι) έκαναν διαρκώς πόλεμο και πολιτική γιατί η ιδιωτική τους ζωή είχε φτωχότερα ερεθίσματα και ευκαιρίες. Αν, μάλιστα, στραφεί κανείς στο κοινωνικό και οικονομικό παράδειγμα, μπορεί και να αντιστρέψει το επιχείρημα: να ισχυριστεί πως σήμερα η βία πέρασε από την επιφάνεια της σάρκας στα βάθη του εαυτού. Έγινε πιο αόρατη και πιο γενική, ενώ σε παλιότερες εποχές ήταν πιο εντοπισμένη και ορατή.


Θέλω όμως να επιμείνω στην αίσθηση πως η εξημέρωση των ηθών είναι μια διαδικασία που δεν ανατρέπεται εύκολα. Δεν λέω πως κερδίζει η πραότητα –αυτή είναι κάτι πιο απαιτητικό– αλλά ότι χάνει συνεχώς έδαφος η κληρονομιά του αίματος και της σωματικής ταπείνωσης. Οι κώδικες της κυριαρχίας και της υποταγής (ζωντανοί μέχρι και τη δεκαετία του '80) έχουν υποστεί τεράστια πλήγματα νομικά, αλλά κυρίως έχουν γίνει σύμβολα περιττού αρχαϊσμού. Και αν ορισμένα παραδοσιακά πρότυπα επιστρέφουν ως νοσταλγικές αναφορές, πρόκειται για επιστροφή εξαρχής υποθηκευμένη. Άλλο είναι να βλέπεις ή να θαυμάζεις το ασπρόμαυρο και άλλο να το υφίστασαι και να ζεις μέσα του.