Η επίσκεψη του νιόπαντρου ζεύγους Ρουβά στο Προεδρικό Μέγαρο και η αναμνηστική φωτογραφία που έβγαλαν με τον ΠτΔ στη μέση να καμαρώνει σαν... Ρομά σκεπάρνι.
Η επίσκεψη του νιόπαντρου ζεύγους Ρουβά στο Προεδρικό Μέγαρο και η αναμνηστική φωτογραφία που έβγαλαν με τον ΠτΔ στη μέση να καμαρώνει σαν... Ρομά σκεπάρνι.

 

Η επίσκεψη του νιόπαντρου ζεύγους Ρουβά στο Προεδρικό Μέγαρο και η αναμνηστική φωτογραφία που έβγαλαν με τον ΠτΔ στη μέση να καμαρώνει σαν... Ρομά σκεπάρνι, μπορεί να παραξένεψε κάποιους «θολοκουλτουριάρηδες», όπως χαρακτήριζαν κάποτε οι εφημερίδες του λαϊκού ΠΑΣΟΚ όσους υποψιάζονταν ότι τολμούσαν να σκέφτονται λίγο παραπέρα από τον μέσο όρο. Στοιχηματίζω, ωστόσο, ότι πλήθος συμπατριώτες μας «λιώσανε», πράγμα που άλλωστε ήταν και η προφανής επιδίωξη του ανώτατου άρχοντα. Με ποια άλλα πρόσωπα κοινής αποδοχής θα μπορούσε άραγε να εμφανιστεί δημόσια ο Παυλόπουλος ξεκλέβοντας και λίγη από τη λάμψη τους; Ποιος πολιτικός, διανοούμενος, επιστήμονας, καλλιτέχνης, αθλητής ακόμα –άνθρωποι δηλαδή με ιδιότητες πιο ταιριαστές, κατά τεκμήριο, για μια τέτοια «τιμή»– δύναται να εκφράσει κάτι σαν συλλογικό πνεύμα σε μια χώρα που παραμένει βαθιά διχασμένη και αλληλοϋποβλεπόμενη;


Υπήρχαν πράγματι παλιότερα προσωπικότητες τέτοιου ειδικού βάρους (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Μελίνα, για να θυμηθώ μερικά παραδείγματα) που πετύχαιναν, λίγο-πολύ, την καθολική αυτή αναγνώριση, άσχετα με το τι πρέσβευαν οι ίδιοι. Σήμερα, αφενός δεν παράγουμε πια περσόνες αντίστοιχου βεληνεκούς, αφετέρου εκείνες που θα μπορούσαν, υποτίθεται, να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο έχουν εκ των προτέρων, είτε αυτόβουλα, είτε αυθαίρετα τοποθετηθεί από τρίτους σε αυστηρά περιχαρακωμένα «κουτάκια»: ή είναι «μαζί μας», ή «με τους άλλους», άσχετα που δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο ποιοι είμαστε τελικά εμείς και ποιοι οι άλλοι, είτε –πράγμα συχνά χειρότερο– «ύποπτα» μετριοπαθείς ή δυσταξινόμητοι. Απουσιάζουν ακόμα κι από τον αθλητισμό πια όχι μόνο τέτοιες προσωπικότητες αλλά και τα στοιχειωδώς συναινετικά εκείνα πολιτισμικά και αξιακά κριτήρια που θα τις αναδείκνυαν ως τέτοιες.

 

Ποιοι μένουν, άρα; Τίποτα ποπ είδωλα σαν τον «εθνικό» μας Σάκη (αν βέβαια ο ΠτΔ ήθελε να φανεί πραγματικά «προχώ», έπρεπε να προσκαλούσε τη Μαρίνα Σάττι!), διάσημοι τηλεοπτικοί σταρ σαν τον νικητή του «Survivor», που ήδη κάτοικοι και αρχές υποδέχτηκαν σαν Μεσσία στη γενέτειρά του τη Σκιάθο, γιατί όχι και θαυματουργά κειμήλια σαν το «ιερό» κάστανο του Παΐσιου, μια και η Ελληνορθοδοξία παραμένει από τους ελάχιστους θεσμούς που εξακολουθούν να απολαμβάνουν –συχνά εκβιαστικά– μια γενικότερη αποδοχή μέχρι και σε χώρους θεωρητικά απέναντί τους, όπως το «ορθόδοξο» ΚΚΕ ή η κυβερνώσα εκείνη «Αριστερά του Κυρίου». Υπόψη ότι δεν έχω τίποτα προσωπικά ούτε με τον Σάκη, ούτε με τον Ντάνο, ούτε καν με το... κάστανο, που τη δουλειά τους κάνουν και την κάνουν καλά. Το πρόβλημα είναι ότι βρίσκουν και τα κάνουν.

 

Στις μέρες μας το κιτς επιστρατεύεται –στην Ελλάδα αλλά και αλλού, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση Τραμπ στις ΗΠΑ– για τον επιπλέον λόγο ότι, ελλείψει άλλων προσώπων ή ιδεών ευρείας αποδοχής, καταφέρνει να συντηρεί τον ελάχιστο εκείνο κοινό παρονομαστή που είναι αναγκαίος για μια επίφαση κοινωνικής συνοχής.


Το ότι όλο αυτό είναι, πέρα από τα υπόλοιπα, ένας ακόμα θρίαμβος του ιδεολογικού και αισθητικού κιτς που ανέκαθεν ταλάνιζε αυτή τη χώρα, λίγο ενδιαφέρει. Ένα κιτς επίμονο, αποκαρδιωτικό, ανίκητο λες, που δεν βρίσκεται στο περιθώριο του δημόσιου γίγνεσθαι, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες, καταλαμβάνει αντίθετα κεντρική θέση σε αυτό. Στη χούντα εκφραζόταν με την αρχοντοχωριάτικη πατριδολαγνεία και τις «εθνικές γιορτές» στο Καλλιμάρμαρο, στη Μεταπολίτευση με τις «λαοθάλασσες» των μεταφερόμενων ψηφοφόρων με τα πλαστικά σημαιάκια, τις μεθυσμένες γυροβολιές υπουργών σε σκυλάδικα, την (δεξιά ή αριστερή, αδιάφορο) επίδειξη «εθνικής μαγκιάς», τον επιθετικό, πομπώδη εθνοφυλετισμό του Χριστόδουλου, τα λαϊκοτσιφτετέλια, την τηλεοπτική σκουπιδοκουλτούρα, τη στομφώδη προοδευτική δηθενιά, την κουκουέδικη παλαιοντολογία, το Αβραμοπούλειας σύλληψης «νέο» έμβλημα της πρωτεύουσας με την Αθηνά και τον σταυρό κ.λπ. Στο εθνοπατριωτικό κιτς είχε επενδύσει ασμένως ο Σαμαράς, ο Καρατζαφέρης και η ΧΑ επίσης, ενώ ήταν «παρόν» ακόμα και στις κινητοποιήσεις των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα (ειδικά στις αφίσες, τα πανό και τα συνθήματα της λεγόμενης πάνω πλατείας), βεβαίως και στα έργα και τις ημέρες της σημερινής κυβέρνησης που επαγγελλόταν παντού ρηξικέλευθες ανατροπές. Είτε αφορούν στις προγονολάγνες, χουντικής έμπνευσης παράτες του στρατάρχη Πάνου στη Σαλαμίνα και αλλού, στις παρελάσεις-λαϊκά γλέντια που οργανώνει, στα διάφορα «τέρατα» που εκστομίζει κατά καιρούς εκείνος είτε άλλα στελέχη των ΑΝΕΛ είτε του Σύριζα, στα περιστέρια που αμολάει αμήχανα ο δηλωμένα άθεος Τσίπρας στα Θεοφάνεια, στις γλοιώδεις «τρυφερότητες» που αντάλλαζε δημόσια με τον Καμμένο τη βραδιά της δεύτερης εκλογικής τους νίκης τον Σεπτέμβριο του '15. Στα φαντασμένα νεόπλουτα καμώματα πολιτειακών παραγόντων όπως ο δήμαρχος Αμαρουσίου, στα διάφορα «νούμερα» του δημόσιου βίου που έκαναν ή κάνουν καριέρα με τις «ευλογίες» είτε της κυβέρνησης, είτε της αντιπολίτευσης, στις εμφανίσεις ακόμα του ΠτΔ στο μέγαρο της Ηρώδου Αττικού με φόντο ένα εικονοστάσι που θα ζήλευε και μοναστήρι.

 

Στο εθνοπατριωτικό κιτς έχουν επενδύσει, με τα φαντασμένα νεόπλουτα καμώματά τους, πολιτειακοί παράγοντες όπως ο δήμαρχος Αμαρουσίου.
Στο εθνοπατριωτικό κιτς έχουν επενδύσει, με τα φαντασμένα νεόπλουτα καμώματά τους, πολιτειακοί παράγοντες όπως ο δήμαρχος Αμαρουσίου.

 

Και όχι, δεν πρόκειται για κάποιο λαϊκό γούστο που μπορεί να μην αρέσει σε όλους, είναι εντούτοις αυθεντικό. Πρόκειται κατά βάση για μια θρησκόληπτη, λαϊκίστικη εθνοπατριωτική κατασκευή, πολύ συγκεκριμένη στο περιεχόμενο και τις επιδιώξεις της πλην όμως αρκετά «ευέλικτη» ώστε να μπορεί να ψαρέψει κοινό σε διαφορετικά ακροατήρια, κυρίως δε να μπορεί να υιοθετηθεί αυτούσια με μικρές μόνο παραλλαγές από όλο το πολιτικό φάσμα, ειδικά μάλιστα από τους λεγόμενους «αναποφάσιστους» που κινούνται ανάλογα πού φυσάει ο άνεμος ή/και τα συμφέροντά τους – οι τελευταίοι αυτοί κρίνουν κιόλας, συνήθως, το εκάστοτε εκλογικό αποτέλεσμα.


Αν οπότε η αισθητική είναι αξιόπιστος «δείκτης», αφενός των ευαισθησιών και των κινήτρων, αφετέρου του πολιτισμικού αλλά και του πολιτικού επιπέδου ενός λαού, είναι νομίζω φανερό ότι το κιτς παραμένει για τον μέσο Έλληνα «δεύτερη φύση». Ελάχιστη προσπάθεια έχει εξάλλου γίνει από εκπαίδευση, θεσμούς και Πολιτεία για τη δημιουργία ενός αλλιώτικου, πιο συμβατού με το εδώ και το τώρα μας αφηγήματος κι όποτε έστω δειλά επιχειρείται κάτι τέτοιο, πνίγεται συνήθως στη γέννησή του. Στις μέρες μας το κιτς επιστρατεύεται –στην Ελλάδα αλλά και αλλού, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση Τραμπ στις ΗΠΑ– για τον επιπλέον λόγο ότι, ελλείψει άλλων προσώπων ή ιδεών ευρείας αποδοχής, καταφέρνει να συντηρεί τον ελάχιστο εκείνο κοινό παρονομαστή που είναι αναγκαίος για μια επίφαση κοινωνικής συνοχής. Όσο η θεμελιώδης αυτή «πολιτιστική επανάσταση» αργεί, ας κρατάμε μικρό καλάθι για άλλες, εξαγγελλόμενες μετά πολλών εκκωφαντικών και φλύαρων «ταρατατζούμ» επαναστάσεις.