Μετά το Αμβούργο των G20, τις κανονικές διαδηλώσεις, τις πυροβασίες και τις λεηλασίες του black bloc, τα μεγάλα ερωτήματα παραμένουν. Οι κρίσεις, η αστάθεια και (μιας και το θέμα ήταν και αυτό) η λειψή ανταπόκριση μεγάλων και μικρών παικτών απέναντι στα ανησυχαστικά δεδομένα της κλιματικής αλλαγής, χαρακτηρίζουν τη συγκυρία.


Ο κανόνας είναι πια η οπισθοδρόμηση. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες αισθάνονται ότι η ζωή τους πάει προς το χειρότερο, ότι η καθημερινότητά τους έχει περισσότερες ματαιώσεις και αθετήσεις παρά επιτεύξεις. Κυνικές ηγεσίες, λόμπι υπερπροστατευμένα από αδιαφανείς νομοθεσίες, σκληρότητα στους όρους της ιδιωτικής οικονομίας και παρακμή των κρατικών γραφειοκρατιών- όλα αυτά έχουν επεκταθεί γεννώντας μαζική απογοήτευση και τάσεις φυγής στο κοινωνικό σώμα.


Και λοιπόν; Τα ίδια δεν ισχυρίζονται και όσοι μιλούν και γράφουν συνεχώς για την «κρίση του καπιταλισμού»; Ναι και όχι. Το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν αυτοί που περιγράφουν πρόθυμα κάποιες πλευρές της ζωής και της κοινωνικής εμπειρίας παραβλέποντας όμως ή κρύβοντας επιμελώς άλλες, κρίσιμες διαστάσεις. Ζουμάρουν μόνο στις αθλιότητες και ποτέ σε όλες εκείνες τις αλλαγές που έφεραν σε εκατομμύρια ανθρώπους περισσότερες ανέσεις, ελευθερίες και αγαθά.


Διάβαζα, για παράδειγμα, αυτές τις μέρες κάποια ρεπορτάζ για τις αρνητικές συνέπειες της μετατροπής πολλών πόλεων σε τουριστικά θεματικά πάρκα. Για τις διαμαρτυρίες κατοίκων από την Βαρκελώνη, τη Βενετία και αλλού για την κατάληψη ολόκληρων τομέων των ιστορικών πόλεών τους από τον τουρισμό του Αirbnb. Ο καθένας μπορεί να καταλάβει πως το ζήτημα είναι σοβαρό και δεν πρέπει να απαξιώνεται σαν διαμαρτυρία κάποιων αναχρονιστικών απέναντι στο κύμα του μέλλοντος, στην ανάπτυξη κλπ. Αλλά αυτές οι τεράστιες τουριστικές ροές (καθώς και ένα μεγάλο μέρος των μεταναστευτικών) είναι ένα αποτέλεσμα των επιτυχιών της «καταραμένης» παγκοσμιοποίησης: παιδιά και συνταξιούχοι από τις νέες μικροαστικές τάξεις των χωρών της περιφέρειας μπορούν πια να ταξιδεύουν στην Αθήνα, στη Ρώμη, στη Βαρκελώνη. Μπορούν να γίνονται ένα με το αεικίνητο πλήθος στη γέφυρα του Καρόλου στην Πράγα ή με τα ανθρώπινα ρυάκια στο Μοναστηράκι και στην Πλάκα.

 

'Ο,τι καλό υπάρχει και προχωράει γύρω, το οφείλει σε αυτούς που δουλεύουν υπομονετικά με τα υλικά του παρόντος, ξεπερνώντας την αμήχανη θλίψη της στιγμής.


Αυτό το διφορούμενο είναι το χαρακτηριστικό του κόσμου μας. Είναι ένας κόσμος που αισθητικά και κοινωνικά μπορεί να σε φέρει στα όριά σου και να σε μετατρέψει σε δύσθυμο αντιμοντέρνο και νοσταλγό των «παλιών καλών καιρών». Γιατί καταστρέφει συχνά την ησυχία, τυποποιεί τις ηδονές και κρύβει φυσικά πολλές ανισότητες κάτω από τα στιλβωμένα χαμόγελα των πωλητών του. Είναι η ίδια δυναμική που πολλαπλασιάζει τους κινέζους τουρίστες και τις τεράστιες χωματερές τοξικών, την πιο μαζική, από καταβολής, πρόσβαση σε γνώσεις και πολιτισμό και νέες μορφές αναλφαβητισμού. Και είναι επίσης η ίδια ιστορική κίνηση που ενώ ελευθερώνει τα άτομα από παραδοσιακές θέσεις υποταγής και μιζέριας μπορεί να τα κάνει «άρρωστα» για ένα νέο iphone.

Μόνο που για να αλλάξεις κάποιες από τις κακές πλευρές ενός οικοδομήματος πρέπει να ενδιαφέρεσαι για τη σωτηρία του. Να αναγνωρίζεις τις ποικίλες, αστάθμητες, αφάνταστα δύσκολες πτυχές μιας καθημερινότητας που δεν αλλάζει με διατάγματα καλής θέλησης. Τουλάχιστον, να μην μισείς το οικοδόμημα, ούτε να λογαριάζεις τον εαυτό σου σαν κάτι ξεχωριστό που θα ανατρέψει το ρου της Ιστορίας. Ακόμα και τον άλλο δίπλα σου, δεν μπορείς να τον καταλάβεις αν έχεις απλώς κατά νου πως να τον αφανίσεις ή να τον δεις να τσακίζεται και να αποτυγχάνει.

 

Αυτό είναι ίσως το ιδιαίτερο με τους περισσότερους αντικαπιταλισμούς που έχουν απομείνει από τα ιστορικά κινήματα των δυο τελευταίων αιώνων: δίνουν πια την εντύπωση πως νοιάζονται περισσότερο για δικαίωση μιας θεωρητικής ανάλυσης, μιας ιδέας και μιας πίστης παρά για το πώς μπορεί να γίνει η ζωή καλύτερη σε έναν κόσμο μεγάλων αντιφάσεων.

 

Στο Αμβούργο παρατάχτηκαν έτσι τα σύμβολα ενός παρελθόντος. Αρχές και ηγεσίες που ψάχνουν (στα τυφλά, ενίοτε) μια στρατηγική για τον κόσμο του χάους. «Υπερδυνάμεις» και μικρομεσαίοι παίκτες. Και από την άλλη πλευρά, ένα πολύχρωμο αντι-σύστημα που ενώνεται κυρίως στην ηθική αγανάκτηση ή σε περιοδικές τελετουργίες «δημιουργικής καταστροφής».

 

Λείπουν όμως οι ιστορικές δυνάμεις που θα πάνε πέρα από την αυτοσυντήρηση και την ουτοπική άρνηση.

 

Κάποιοι περιμένουν να τελειώσουν οι ταραχές και να βγουν με τα φαράσια και τις σκούπες σαν κάποιους πολίτες του Αμβούργου. Άλλοι θα ήθελαν «να γίνει Κόλαση» (όπως έλεγε το σύνθημα) και ό,τι προκύψει βρε αδελφέ. Από τη μια οι επιθυμίες για κανονικότητα και από την άλλη οι ευχές και οι κρυφές δεήσεις να μη μείνει τίποτα στη θέση του.

 

Ανάμεσα σε αυτούς τους δυο λαούς και στις δυο εκδοχές, η εποχή μοιάζει να βασανίζεται από ανέφικτα όνειρα επιστροφής στο παρελθόν. Αλλά ό,τι καλό υπάρχει και προχωράει γύρω, το οφείλει σε αυτούς που δουλεύουν υπομονετικά με τα υλικά του παρόντος, ξεπερνώντας την αμήχανη θλίψη της στιγμής. Ούτε οι μασκαρεμένες νοσταλγίες, ούτε τα όνειρα για εκδίκηση και η βία μπορούν να θεραπεύσουν τις πληγές των ανθρώπων.