Ό,τι γράφτηκε από Θνασ’ και κάτω, ο Χαρούλης το βάζει στο στόμα του. Μια εθνική τής… λεβέντικης κλαψομουνίασης βρίσκει χώρο στα προγράμματά του, στα οποία ανακατεύονται ψευτορόκ με σκυλοκρητικό και ξοφλημένο έντεχνο.
Ό,τι γράφτηκε από Θνασ’ και κάτω, ο Χαρούλης το βάζει στο στόμα του. Μια εθνική τής… λεβέντικης κλαψομουνίασης βρίσκει χώρο στα προγράμματά του, στα οποία ανακατεύονται ψευτορόκ με σκυλοκρητικό και ξοφλημένο έντεχνο.
 

 

Ένας μύθος λέει πως σε εποχές κρίσεων, και γενικότερης ένδειας και χρεοκοπίας, το τραγούδι –ας επικεντρωθούμε σ’ αυτό– αναπνέει διπλά. Δεν ισχύει. Δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Η νέα «επταετία», αυτή της έσχατης κρίσης, βάζει βαριά ταφόπετρα και ό,τι αγκομαχούσε κουτσά-στραβά στο ξεκίνημα τού εικοστού πρώτου, τώρα καταρρέει κάτω από το βάρος του φολκλόρ ή της βλακείας. (Για το τραγούδι λέμε). Κοινώς, δεν μας σώζει τίποτα.

 

Αφημένα όλα μέσα σε μια κομματική απροσδιοριστία που δεν απέχει και πολύ από την πιο επίβουλη χυδαιότητα –καθώς έχουν χαθεί τα ηθικά βάρη και τ’ αντίβαρα και κανείς δεν ξέρει, πλέον, από πού να φυλαχτεί–, έρχεται το ελληνικό τραγούδι για να λασπώσει ό,τι ακόμη ανασαίνει.

 

Το κακό απλώθηκε σε νέες διαστάσεις καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ, βγαίνοντας απ’ το καβούκι του, άρχισε ν’ απορροφά τα άστεγα του αείμνηστου ΠΑΣΟΚ. «Περήφανα νιάτα», «τιμημένα γηρατειά» και ό,τι κυλάει ανάμεσα. Το νέο περιβάλλον τής… «κοινωνικής δικαιοσύνης», της «διαφάνειας και της αξιοκρατίας», της «οικονομικής ασφάλειας» και της «αξιοπρεπούς διαβίωσης» (τσιτάτα από το Δημαγωγικό Μνημείο που ακούει στο όνομα «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης») έθρεψε… αρκούδες. Κατέβασε από το ντουλάπι της προγιαγιάς κάθε ξεθυμασμένη παλιατζούρα, σερβίροντάς τη πασπαλισμένη με την άχνη τού δήθεν διεκδικητικού ροκ, ξεχειλώνοντας Λυκαβηττούς και Βύρωνες. Πού πας ρε… Έρικ; Εδώ δεν είναι Μοντερέι…

 

Ο λαός τα παίζει. «Αγανακτεί» το είπανε. Βγαίνει στις πλατείες στο στυλ... μάγκες πιάστε τα γιοφύρια... Παίρνει στραβές και καθώς προσπαθεί να καταλάβει τι παίζει σκάνε ο... κομαντάντε Βας Παπακωνσταντίνου από τη μια μεριά και η υποκομαντάντε Τσανακλίδου από την άλλη και γίνεται το σώσε.

 

Υπάρχει ρεύμα. Δεν το αρνείται κανείς. Συνεχές και εναλλασσόμενο. Έχουμε, εξάλλου, παράδοση στον… άδολο τσολιαδισμό, που μετατρέπεται μέσα στις εποχές σε εθνεγερτήριο, λένε, σάλπισμα. Έτσι, η έννοια «πατρίδα» αποκτά κι αυτή νέες διαστάσεις, καθώς από το παραδοσιακό δεξιό μαντρί (που συμποσούται πια στο κλασικό… μητσοτακο-μπακογιανέικο) περνάει στη… μεταμοντέρνα αριστερά των σαραντάρηδων και των… χατζατζάρηδων. Ό,τι πείτε πολυχρονεμένε μου βεζύρη, αλλά, όλα κι όλα, να μη γίνει η Αγιασοφιά τζαμί. Ή, όπως λέει και η παροιμία του πανσόφου (λέμε τώρα)… από μπροστά παρθένα και από πίσω τρένα…

 

Είχαμε κάποτε τον Διονύση Σαββόπουλο. Τον ωραίο Σαββόπουλο του ελληνικού ροκ και της δικτατορίας. Όταν η πατρίδα γινόταν μπαίγνιο, μεταξύ αγιαστούρων και καλαματιανών, ο Σαββό χτύπησε το τέρας με τα ίδια μέσα. Έφτιαξε το δικό του να-το-πούμε δημοτικό (τον Μπάλλο, τη Μαύρη θάλασσα) αναδεικνύοντας την πιο βαθειά ελληνικότητα. Εκείνο το ορθό (και όρθιο) κοσμοπολίτικο πνεύμα, που χαρακτηρίζει τον Έλληνα της ελληνικής παιδείας, κατά το παγκοίνως γνωστό… ισοκρατικό, από την κλασική αρχαιότητα. Και διέπρεψε. Πριν κι εκείνος γίνει παππούς σεβάσμιος…

 

Άφησε, όμως, και σκυτάλη. Έτρεξαν πολλοί για να την πιάσουν. Κάποιοι την ακούμπησαν, αλλά ένας την καπάρωσε. Τη μάγκωσε λέμε. Ένας πλατύποδας από τον κάμπο, που τον φώναζαν στο χωριό του, κάπου έξω από τη Λάρ’σα, Θνασ’ Παπακωνσταντίνου.

 

Αυτό το παιδί σκάρωνε, κιόλας απ’ τα έιτις, κάτι παρατράγουδα για… γάτους, όμως στην εποχή μιας άλλης χυδαιότητας που άκουγε στο βρωμόλογο «εκσυγχρονισμός» (real name… ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξει ο… σβέρκος μας) έκανε το έργο τής ζωής του. Ένα Βραχνό Προφήτη, που σκαρφάλωνε στα ξέφωτα και αλυχτούσε… «Αγέρα να ’σαι τιμωρός, να ’σαι και παιχνιδιάρης/ κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου, να ’ρθεις να μου την πάρεις». Καθότι, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε δηλαδή… «αλήθεια, πόσα τράβηξε αυτός ο λαός, για να μπορέσει να γίνει τόσο ωραίος!». Από ’κει και κάτω είναι… όταν μας πήρε εντελώς ο διάολος.

 

Διονύσης και Θνασ’ μαζεύτηκαν χρόνια αργότερα, το οκτώ, στο «Σαμάνο». Η χώρα χάφτει τα τελευταία αποφάγια της Ολυμπιάδειας, καθώς ξεθυμαίνουν τα πανηγύρια από τα νέα Γιούρα (τη μπάλα, και το γιουροβίζιο) κι έτσι όπως είναι αποχαυνωμένη και το ’χει ρίξει στα Underberg, περνάνε απαρατήρητα κάτι στεγνά στιχάκια… «Με τους συμπότες ήμουνα και γιόρταζα τη μέρα/ μα ξαφνικά ένας δυνατός άνεμος με πήρε απ’ την καρέκλα».

 

Και πού προσγειώθηκε ο… συμπότης, χωρίς την καρέκλα; Στο (δι)ακριτικό Καστελόριζο! Μόνο που αντί για τον Διγενή, εκεί βάραγε σκοπιά ο… and his name is G-A-P, o τελευταίος των… παπατζήδων, ου μην αλλά και των κομιτατζήδων. Σούμπιτοι στο ΔουΝουΤου (φτου!) κι από τότε… φωτιά και τσεκούρ’.

 

Ο λαός τα παίζει. «Αγανακτεί» το είπανε. Βγαίνει στις πλατείες στο στυλ… μάγκες πιάστε τα γιοφύρια… Παίρνει στραβές και καθώς προσπαθεί να καταλάβει τι παίζει σκάνε ο… κομαντάντε Βας Παπακωνσταντίνου από τη μια μεριά και η υποκομαντάντε Τσανακλίδου από την άλλη και γίνεται το σώσε. Πλακώνουνε κι οι σουβλατζήδες κι εμπρός για το νέο Γούντστοκ…

 

Καθώς όμως κυλάει το καλοκαίρι, του έντεκα (να κρατάμε κι ένα λογαριασμό), και στα πλακάκια της πλατείας μπορούν να στέκονται πια μόνο οι… αναστενάρηδες, η «αγανάκτηση» κορώνει κι αρχίζει να τα μαζεύει. Πιάνει και ο Αύγουστος και όλοι την κάνουνε για Ικαρία… Όταν γυρίζουν τον Σεπτέμβρη –ένα περίεργο ρε παιδί μου– όλοι είναι εξπέρ στον ικαριώτικο…

 

Ήταν τότε, όταν αρχίζει ν’ αποκτά τρελό έρεισμα ένα παιδί από την Κρήτη, που… δεν το λέγανε Κοσμά. Ένα... Λασιθιωτάατσι, ένας λαουτιέρης που τράβηξε ενέσεις με «φωνή Ξυλούρη», ο Γιάννης ο Χαρούλης.

 

Έτσι, αν ο «αρχάγγελος» τραγούδησε το πρώτο ντόπιο αντιστασιακό επί… Γεωργίου Παπαδοπούλου, το «Πότε θα κάνη ξαστεριά», ο Χαρούλης θέλει να πει το τελευταίο. Καθότι, και ως γνωστόν πια, η χούντα δεν τελείωσε το ’73…

 

Ό,τι γράφτηκε από Θνασ’ και κάτω ο Χαρούλης το βάζει στο στόμα του. Μια εθνική τής… λεβέντικης κλαψομουνίασης βρίσκει χώρο στα προγράμματά του, στα οποία ανακατεύονται ψευτορόκ με σκυλοκρητικό και ξοφλημένο έντεχνο. «Μαύρη πέτρα κύλησε, τη ζωή την ξύπνησε»… Αμ δε. Κοιμάται, ακόμη, τον ύπνο του δικαίου και του αδίκου μαζί…

 

Αν κάποτε μας περίσσευε το λαϊκό φολκλόρ τού προέδρου (των Λευτεριστών) με το… παλληκάρι στη γωνιά αμίλητο να πίνει, τις ασβεστωμένες αυλές με τα πηγάδια και τις γριές κληματαριές (προσκυνώ πάντως για τα στιχάκια μούρλια – «λάσπη πετούν τα βιαστικά λεωφορεία», «άπλωσε το μεσονύχτι το γλυκό του δίχτυ» κου λου που), σήμερα δε γλιτώνουμε με τίποτα από το στιχουργικό καρακατσουλιό. Όλα τα ψευτοποιητικά τζάντζαλα-μάντζαλα μαζεύτηκαν απ’ τα παζάρια του Σχιστού και της Ιεράς Οδού, έχουν βγει στη γύρα μεταμφιεσμένα σε «φεγγάρια» και «αγάπες», και πετάνε πάνω απ’ τα κεφάλια μας σαν τις κρεατόμυγες.

 

Έι μηχανοδηγέ… πιάσε ένα Aroxol και μετά ρίξε το Μέγα Δάσκαλο του Γένους…