Το «μεγαλύτερο» στη μουσική δεν έχει το νόημα που συνήθως του δίνουμε – ειδικά όταν συγκρίνουμε τους «εκτός συναγωνισμού». Ποιος είναι λοιπόν… μεγαλύτερος; Ο Μπετόβεν ή ο Μότσαρτ; Ο Louis Armstrong ή o Duke Ellington; Ο John Lennon ή ο Mick Jagger; Ο Μάνος Χατζιδάκις ή ο Μίκης Θεοδωράκης; Όλες αυτές οι ερωτήσεις κρύβουν εντός τους μια δόση ανοησίας, ιδίως όταν προσπαθούν να στάξουν στην αξία του υποκειμενικού, μιαν ικμάδα αντικειμενικότητας. Εκεί, το μόνο μου μπορεί να διαχωρίσει τούς πολύ μεγάλους, προσθέτοντας μισό γαλόνι στον έναν, ή αφαιρώντας το από τον άλλον, είναι το γούστο του καθενός μας. Και αυτό δεν μπορεί παρά είναι σεβαστό. Ιδίως όταν υπάρχει…

 

Συμβαίνει, όμως, και κάτι άλλο, που συχνά μας ταλανίζει σε τέτοιου τύπου αποφάσεις. Ορισμένοι μουσικοί πορεύτηκαν συχνά πίσω από την κεντρική σκηνή, δίχως να κάνουν ταινίες, τηλεόραση, ραδιόφωνο, πολλούς δίσκους – μουσικοί θέλω να πω που δεν τους γνωρίζουν όλοι, αλλά συνήθως οι επαΐοντες. Έτσι, πλέκεται ένας θρύλος, που ενώνει το… ανένταχτο με την αλήθεια. Υπάρχουν τέτοια ονόματα σε όλους τους χώρους, που κατά καιρούς, ανά εποχές, ανέρχονται στην νοητή κλίμακα αξιών, καταλαμβάνοντας θέσεις άλλων γνωστών και καταξιωμένων. Μέχρι και ταινίες γίνονται, βιβλία γράφονται, ηχογραφήσεις ανασύρονται, δίσκοι κυκλοφορούν…

 

Ομορφάντρας, αλλά και κάπως «σκοτεινός» σαν χαρακτήρας, ο Μπέμπης διέπρεψε στα πάλκα, τόσο εδώ όσο και στην Αμερική, αφήνοντας άφωνους όσους είχαν την τύχη ν' ακούσουν το μπουζούκι του στις καλές του. Ή, όπως είχε πει και ο Χιώτης για 'κείνον: «Εγώ παίζω όσο γρήγορα μπορώ, ο Μπέμπης όσο γρήγορα θέλει».

 

Καιροφυλαχτεί, όμως, μια διαστροφή εδώ. Σε ορισμένους «κύκλους» όσο πιο άγνωστος παραμένει κάποιος, τόσο πιο πολύ εκτιμάται. Μάλιστα, όταν ο άγνωστος γίνει κάπως περισσότερο γνωστός, τότε οι «κύκλοι» θα σταματήσουν ν’ ασχολούνται μαζί του ανακαλύπτοντας κάποιον άλλον που θα πάρει τη θέση του. Είναι αλήθεια πως πολλές φορές ορισμένοι μελετητές βλέπουν όλους εμάς, τους κοινούς θνητούς, κάπως σαν την πλέμπα. Δεν θέλουν να ’χουν ουδεμία σχέση μαζί της/μαζί μας. Υψώνουν και γκρεμίζουν «ήρωες» ανάλογα με τις νευρώσεις τους…

 

Ένα τέτοιο ερώτημα που απασχολεί, από δεκαετίες τώρα, το χώρο του λαϊκού τραγουδιού και της λαϊκής μουσικής γενικότερα σχετίζεται με το απλούστατο. Ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος σολίστας του μπουζουκιού που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα; Σαφές το ερώτημα, αλλά δύσκολη η απάντηση. Πολλοί θα πουν, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη… ο Μανώλης Χιώτης. Κάποιοι άλλοι, όμως, οι οπαδοί του τρίχορδου φερ’ ειπείν, θα πουν αμέσως ο Δημήτρης Στεργίου – Μπέμπης. Άλλοι ίσως χώσουν και κανέναν τρίτο ανάμεσα…

 

Η ουσία πάντως είναι πως ο Μπέμπης υπήρξε μεγάλη «μορφή», με μια ζωή, που μόνο με ταινία θα μπορούσε, πλέον, να προσεγγιστεί. Ας την βάλουν στο νου τους κάποιοι… Έχει και η λαϊκή μουσική μας τους… Sixto Rodriguez της…

 

 

 

Μία, τολμώ να πω, προσωπική μαρτυρία. Για τον Μπέμπη μού είχε μιλήσει νωρίς στα χρόνια του ’80, ένας μπάρμπας μου Σαμιώτης, που έμενε στον Κορυδαλλό. Ήταν κουκουές, εργάτης σε νταμάρι, και γούσταρε φανατικά το λαϊκό τραγούδι. Βασικά Στέλιο και Γαβαλά, αλλά και όλους τους υπολοίπους. Αυτός λοιπόν ο μπάρμπας μου είχε δώσει 5 χιλιάδες δραχμές περί τα μέσα του ’60, που, ποιος ξέρει πόσους μήνες τις μάζευε και με τι υπερωρίες –μιλάμε για ένα ιλιγγιώδες ποσό εκείνη την εποχή για έναν εργάτη… ίσα και με 3-4 μηνιάτικα να πούμε– για να πάει ν’ ακούσει, να πιει και να τα σπάσει στου Μπέμπη, που τον είχε πετύχει σε κάποιο μαγαζί του Χαϊδαρίου (αν θυμάμαι καλά). Γιατί ο Μπέμπης εκείνη την εποχή πηγαινοερχόταν στην Αμερική και δεν ήταν πάντα εύκολο να τον τρακάρεις κάπου. Θυμάμαι ακόμη τα λόγια τού μπάρμπα μου, που είναι μακαρίτης εδώ και 30 χρόνια… «Μπουζούκι-φωτιά… Δεν υπήρχε δεύτερο».

 

Καθώς την έψαχνα με το υλικό από μικρός είχα ζητήσει από τον μπάρμπα να μου δώσει καμιά κασέτα του Μπέμπη, για να τον ακούσω. Όχι πως θα μπορούσα τότε να εκτιμήσω κάτι, αλλά έτσι… Δεν υπήρχε κασέτα, δεν υπήρχε δίσκος, δεν υπήρχε τίποτα… Ο Μπέμπης δεν ηχογραφούσε. Δεν το γούσταρε το στούντιο. Μετρημένες φορές το έκανε… Όποιος ήθελε να τον ακούσει, έπρεπε να τον πετύχει στα κέντρα. Μόνον εκεί ιερουργούσε.

 

Για τον Δημήτρη Στεργίου - Μπέμπη είχα μάθει πολλά από την εκπομπή του αείμνηστου Πάνου Γεραμάνη, τους «Λαϊκούς Βάρδους», κάποτε στα nineties. Ο Γεραμάνης είχε πρώτη γνώμη για τον πειραιώτη μουσικό, και απόδειξη αυτού ήταν το σήμα της εκπομπής του, που ήταν ένα από τα ελάχιστα ηχογραφημένα κομμάτια του Μπέμπη, οι «Πεννιές Μπέμπη» (1956). Κάποια στιγμή φιλοξενούμενος του Γεραμάνη ήταν ο φίλος τού τρανού οργανοπαίκτη ο ζωγράφος και αγιογράφος Χρήστος Λεβέντης. Εκείνα τα λόγια του Λεβέντη τα ξαναδιάβασα χρόνια μετά, εσχάτως μάλιστα, στο βιβλίο του Γιώργου Αλτή «Λαϊκά Πορτρέτα Ι/ Μεγάλοι σολίστες του μπουζουκιού από τη δεκαετία του ’50» [Μετρονόμος, 2015] και μεταφέρω, εδώ, ένα μικρό μέρος τους:

«Ο Μπέμπης από πολύ μικρή ηλικία άρχισε να ασχολείται με τη μουσική. Τα πρώτα του μαθήματα τα πήρε από τον πατέρα του. Ο παππούς του ήταν ερασιτέχνης μουσικός. Όλη η οικογένεια είχε σχέση με τη μουσική.(…) Σε ηλικία 10 χρονών ο Μπέμπης έπαιξε στην ορχήστρα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ως πρώτο μαντολίνο, κλασικά έργα όπως ο “Κουρέας της Σεβίλης” και άλλα. Κοντά στη γιορτή των Φώτων, το 1940, ο πατέρας του πνίγηκε. Ένα απόγευμα ξεκινήσανε να πάνε για ψάρεμα οι δυο τους, αλλά στη Φρεαττύδα έβγαλε ο πατέρας του έξω τη βάρκα και τον έστειλε σπίτι να πάρει κάτι πιο χοντρό να φορέσει, γιατί όταν νύχτωνε θα έκανε κρύο. Στο δρόμο όμως ο Μπέμπης βρήκε κάτι παιδιά που παίζανε βώλους και κόλλησε μαζί τους και δεν γύρισε στη βάρκα. Έτσι λοιπόν, ο πατέρας του έφυγε μόνος του, και όταν ανοίχτηκε μέσα η βάρκα βούλιαξε και πνίγηκε. Εκείνο το απόγευμα μάλιστα, ήταν να πάει μαζί τους και ο περίφημος οργανοποιός Ζοζέφ Τερζιβασιάν και τελευταία στιγμή δεν πήγε. Ήταν γραφτό να γλυτώσουν και οι δύο».

 

 

 

Το γεγονός πως ο Μπέμπης είχε χάσει τον πατέρα του σε μια τόσο κρίσιμη ηλικία (ήταν 13 ετών) φαίνεται πως του στοίχησε σε ολάκερη τη ζωή του. Από τα συμπαρομαρτούντα μπορεί να συμπεράνει κανείς πως απ’ αυτό το γεγονός «κληρονόμησε» τον κλειστό και κάπως απόμακρο χαρακτήρα του. Εν τω μεταξύ είχε ήδη εξελιχθεί σε βιρτουόζο στην κιθάρα, στο μπουζούκι και σε άλλα όργανα…

 

Ο Μπέμπης δεν ηχογραφούσε... Μετρημένες φορές το έκανε... Όποιος ήθελε να τον ακούσει, έπρεπε να τον πετύχει στα κέντρα. Μόνον εκεί ιερουργούσε.

 

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ζωή του Μπέμπη αποτελεί η γνωριμία του με τον Μανώλη Χιώτη. Πρέπει να γνωρίστηκαν κάπου ’κει μετά την Κατοχή και υπήρξαν φίλοι (και λίγο συνεργάτες). Ο ένας εκτιμούσε τη δύναμη του άλλου στο όργανο, παρότι μεταξύ τους υπήρχε και ο ανταγωνισμός. Διαδίδεται μάλιστα και μια κουβέντα που ειπώθηκε από τον Χιώτη, χαρακτηριστική της αποθέωσης του Μπέμπη: «Εγώ παίζω όσο γρήγορα μπορώ, ο Μπέμπης όσο γρήγορα θέλει». Ο Χρήστος Λεβέντης διηγείται απίθανες ιστορίες από την παρέα και τις κόντρες τους. Να μία:

«Θυμάμαι μια φορά καθόμασταν μαζί με τον Μπέμπη στου Μάριου, στην Ίωνος, πίναμε καφέ και μπαίνει μέσα ο Χιώτης. Παίρνει και αυτός ένα καφέ και κάθεται μαζί μας. Εγώ κατάλαβα ότι ο Μπέμπης είχε ένα εκνευρισμό. Μέσα στο καφενείο ήταν ο Τσιτσάνης, ο Χρήστος ο αδερφός του, ο Μπάτης, ο Κερομύτης, ο Ζαμπέτας, ο Λαύκας, ο Μητσάκης, ο Λουκάς Νταράλας, όλοι οι μπουζουξήδες. Του λέει ο Μπέμπης του Χιώτη σε μια στιγμή: “Δεν παίρνεις την κιθάρα να με κομπανιάρεις;” “Γιατί” του λέει ο Χιώτης ειρωνικά, “δεν κομπανιάρεις εσύ να παίξω εγώ;”. “Εντάξει” λέει ο Μπέμπης. Παίρνει την κιθάρα και αρχίζουνε. Παίζει, παίζει ο Χιώτης, από πίσω ακολουθεί ο Μπέμπης.

Αφού έπαιξε αρκετή ώρα, κάποια στιγμή τελειώνει. “Τώρα”, του λέει ο Μπέμπης, “πάρε εσύ την κιθάρα να παίξω εγώ μπουζούκι”. Και πλακώνεται, τον είχε πιάσει τρέλα, έπαιξε μανιασμένα. Όλο το καφενείο είχε ξεραθεί, δεν μίλαγε κανένας. Μόνο το μπουζούκι ακουγότανε και μια κιθάρα που προσπαθούσε να το ακολουθήσει. Άλλαζε συνέχεια δρόμους και ακόρντα. Σε μια στιγμή σταματάει ο Χιώτης σηκώνεται όρθιος, του δίνει το χέρι και του λέει: “Μπράβο ρε Δημήτρη”. Όλοι είχανε παγώσει. Ο Χρήστος ο Τσιτσάνης φόρεσε την τραγιάσκα του και βγήκε έξω από το μαγαζί αμίλητος, σαν να μην ήθελε τη ζωή του μετά από αυτά που άκουσε. Οι Τσιτσάνηδες τότε ήταν μεγάλα ονόματα».

 

Κάτι εξίσου χαρακτηριστικό είχε γράψει και ο Άκης Πάνου στο περιοδικό «Ντέφι», στο άρθρο του «Μπουζούκι ή τετράφωνο; Ιδού η απορία» (#1, 1982):

«Κάποτε υπήρξε ένας μεγάλος πολυσύνθετος αμφιδέξιος καλλιτέχνης. Ο Μανώλης Χιώτης. Έπαιζε “κυρίως” κιθάρα και μπουζούκι. Κάποτε υπήρξε ένας μεγάλος “εκτελεστής μουσικός”. Ο Δημήτρης Στεργίου, γνωστός σαν Μπέμπης. Έπαιζε κιθάρα και μπουζούκι. Κάποτε αυτοί οι δυο συναντήθηκαν. Πιτσιρίκος εγώ τότε. Πίγκαλς – Χιώτης – Μπέμπης – Μπίνης – Σπαγγαδώρος – Λεμονόπουλος. Η αλήθεια είναι πως ο Μπέμπης τον “ψιλοτσάντιζε” το Χιώτη. Έπιανε ο Χιώτης μπουζούκι; Έπιανε κι ο Μπέμπης μπουζούκι και του κόλλαγε! Άφηνε το μπουζούκι ο Χιώτης κι έπιανε κιθάρα. Έπιανε κι ο Μπέμπης κιθάρα και… να ’χεις αυτιά ν’ ακούς!! Ο Μπέμπης σαν άνθρωπος ήταν απλός, αδιάφορος σχεδόν για ό,τι δεν είχε απόλυτη σχέση με το όργανό του. Τον έφαγε το αλκοόλ».

 

Χιώτης και Μπέμπης συναντήθηκαν κατά πάσα πιθανότητα μόνο μια φορά στη δισκογραφία συγκλονίζοντας αμφότεροι. Μπροστά ο Μπέμπης, πίσω ο Χιώτης. Και οι δύο να παίζουν όχι μπουζούκι, μα κιθάρες!! Είναι το φοβερό τραγούδι (του Χιώτη) «Βουνό με βουνό δε σμίγει» από το 1946, που απέδωσαν στις φωνές ο Στελλάκης (Περπινιάδης) με τον συνθέτη.

 

 

Κεφάλαιο στη σύντομη ταραχώδη καριέρα του Μπέμπη υπήρξε και η Αμερική, όπως για πολλούς μπουζουξήδες και άλλους λαϊκούς δημιουργούς του ’50, που προσπαθούσαν να βρουν στη ξένη γη κάτι καλύτερο, ώστε να καταφέρουν να επιβιώσουν. Για τον Μπέμπη φαίνεται πως η Αμερική υπήρξε αυτοσκοπός. Τα προβλήματα που συναντούσε στην Ελλάδα, στα πάλκα και τα στούντιο, λόγω της ζηλοφθονίας των συναδέλφων του, όπως και του σιωπηλού, αλλά αγέρωχου χαρακτήρα του, τον οδήγησαν υποχρεωτικά σχεδόν στο Νέο Κόσμο. Διέπρεψε κι εκεί. Όχι μόνο στα μαγαζιά, μα και στη δισκογραφία (δειγματοληπτικά πάντα), αν και όχι χωρίς προβλήματα…

 

Μνεία λοιπόν στα LP “Greek Town, USA Volume I” και “II”, που βγήκαν στην εταιρεία Alector της Νέας Υόρκης, στις αρχές των sixties, και στα οποία, πλην του… Bebi Stergiou, ακούγονταν η Σεβάς Χανούμ, ο Τάσος Χαλκιάς, ο φίλος του Μπέμπη κιθαρίστας και τραγουδιστής Στέλιος Σουγιουλτζής κ.ά. Σ’ αυτούς τους δίσκους ακούμε τον Μπέμπη να αποδίδει ακόμη και Χατζιδάκι σε συγκλονιστική φόρμα και με απίθανες, ταχείες και καθαρές διπλοπενιές (“The white rose of Athens”) και βεβαίως ένα από τα ελάχιστα δικά του κομμάτια που καταγράφηκαν ποτέ σε δίσκο, το “Bebi’s lament”.

 

Για στοιχεία του χαρακτήρα του διαβάζουμε τα λόγια του φίλου του Χρήστου Λεβέντη, από το βιβλίο του Αλτή:

« Ο Μπέμπης ήταν μεγάλος μάγκας, αλλά και φοβερός εγωιστής. Από παιδί ήταν πολύ ατίθασος. Στις παρέες ήταν πάντα σημαιοφόρος.(…) Ήταν πολύ ευαίσθητος άνθρωπος, αλλά τον είχε πάρει η κάτω βόλτα από το ποτό και δεν μπορούσε να ξεφύγει.(…) Ήταν πολύ περήφανος. Ακόμα και όταν περνούσε δύσκολα δεν ήθελε να υποχρεωθεί σε κανέναν. Στο τέλος είχε απομακρυνθεί απ’ όλους. Ένα πρωί τον είδα στο ζαχαροπλαστείο του Πράπα. Εγώ ζωγράφιζα τη διακόσμηση του μαγαζιού και είχε έρθει εκείνος και έπινε ένα μεγάλο ποτήρι κονιάκ. Του λέω: “Ρε Μπέμπη, τι κάνεις πρωί-πρωί;”. Με κοίταξε με παράπονο και μου είπε: “Ρε Χρήστο, ακόμα και συ;”.

Τον Μπέμπη πολύ λίγοι άνθρωποι τον αγάπησαν πραγματικά. Δεν ήταν άνθρωπος που μπορούσες να του επιβληθείς. Οι συνάδελφοί του οι μπουζουξήδες τον σεβόντουσαν. Δεν μπορούσαν να πούνε ότι δεν ήταν μεγάλος παίχτης, αλλά δίπλα του κανένας δεν φτούραγε, όλους τους ισοπέδωνε γι’ αυτό και δεν τον ήθελε κανείς.

Στην Αμερική κάποτε ήτανε να πάει σ’ ένα μαγαζί όπου δούλευαν ήδη δυο άλλοι μπουζουξήδες, αλλά αυτοί βάλανε λόγια και δεν τον πήραν στη δουλειά. Ο Μπέμπης ήξερε τι γινόταν πίσω από την πλάτη του, αλλά δεν παραπονέθηκε ποτέ. Όποιος πήγαινε κοντά του το έκανε για να αρπάξει τίποτα από το παίξιμό του ή για να βγει καμμιά φωτογραφία μαζί του και να λέει ότι δούλεψε με τον Μπέμπη».

 

 

Στα χρόνια που ακολούθησαν την επιστροφή του από την Αμερική, μετά τα μέσα του ’60 δηλαδή, ο Μπέμπης δεν θα μπορέσει να ορθοποδήσει. Έπιανε δουλειά από ’δω κι από ’κει, αλλά λίγο μετά έφευγε μόνος του ή τον έδιωχναν. Ο δρόμος δεν είχε επιστροφή, και τούτο παρά το γεγονός πως είχε κάνει προσπάθειες για να καταπολεμήσει το πάθος του… Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αν κρίνω από τις περιγραφές στο βιβλίο του Αλτή, θα πρέπει να ήταν τραγικά…

 

Ο Δημήτρης Στεργίου – Μπέμπης θα μεταφερθεί, καταπονημένος από το αλκοόλ, στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο στο Δαφνί, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1972. Λίγη ώρα μετά την εισαγωγή του θ’ αφήσει εκεί την τελευταία του πνοή, μόλις στα 45 του. Ο θρύλος του, αν και διαρκώς υπόγειος –αφού οι μετρημένες ηχογραφήσεις που επιχείρησε δεν βοηθούν προς τη μεγέθυνση της υστεροφημίας του– απλώνεται και θα απλώνεται εις τον αιώνα τον άπαντα…