Δέκα τραγούδια για τον ελληνισμό που κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, καλείται να ενταφιάσει και να αναστήσει εορταστικά τον Θεό του.

 

Δέκα κομμάτια για θάνατο απ' όλο το φάσμα του ελληνικού παραδοσιακού, λαϊκού, έντεχνου και ηλεκτρονικού τραγουδιού.


1

Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Του έρωτα και του θανάτου

 


Από τον δίσκο «Ο ελάχιστος εαυτός» (2011), η μελοποίηση και ερμηνεία του Θανάση Παπακωνσταντίνου στους συγκλονιστικούς στίχους της ανώνυμης δημοτικής παράδοσης, που θα μπορούσαν να ήταν πηγή έμπνευσης για το ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Η προσευχή του σκουληκιού».

 

Γράφει ο ποιητής: «Χαίρομαι την ευφορία του αργύρου σου/ και τη διαπερνώ με την πίστη/ Αυτή' ναι η αξία εμάς των σκουληκιών/ που δεν έχουμε παρά μονάχα ένα δρόμο/ Το χώμα ειν' η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων».

 

Στην παράδοση πάλι μόνο ο έρωτας δύναται να νικήσει τον θάνατο και να αναδυθεί η ομορφιά ακόμη και μέσα από ρυπαρές χημικές αλλοιώσεις.

 

Τραγουδάει ο Παπακωνσταντίνου: «Σκουλήκι γίνηκα κι εγώ κι ήρθα να σ' ανταμώσω/ κρυφά στο στόμα σου να μπω, γλυκά φιλιά να δώσω/ στο έμπα χίλια σου 'δωκα, στο έβγα δυο χιλιάδες/ γλυκά να λιώσεις, να χυθείς, σαν τις χλωμές λαμπάδες».

 

2

Γράμμα ενός αρρώστου - Δήμητρα Γαλάνη (Ξέμπαρκοι/ Ποίηση Νίκου Καββαδία)

 


Από το δίσκο «S/S Ionion 1934» (1986), ο Ηλίας Αριώτης και ο Νότης Χασάπης, το ντουέτο των Ξέμπαρκων από το Ναύπλιο, μελοποιούν, μεταξύ έντεκα ποιημάτων του Νίκου Καββαδία, και το «Γράμμα ενός αρρώστου». Η μοναδική συμμετοχή της Δήμητρας Γαλάνη στον δίσκο με την απόδοσή της σ' αυτή τη σπαραξικάρδια μπαλάντα, που φανερώνει πόσο η αγωνία του θανάτου διακατείχε τον ποιητή καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του.

 

Οι στίχοι είναι ευθύβολοι και άμεσοι: Ο μελλοθάνατος ναυτικός γράφει γράμμα σε ένα φίλο του, φροντίζοντας όλες τις τελευταίες λεπτομέρειες, πριν ο Χάρος έρθει σαν ένας καπετάνιος να τον πάρει. Το ίδιο ποίημα του Καββαδία μελοποιήθηκε πολλά χρόνια αργότερα και από τον Θάνο Ανεστόπουλο.

 

3

Ήταν καμάρι της αυγής - Λάκης Παππάς (Μάνου Χατζιδάκι/ Νίκου Γκάτσου)

 


Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, ένας θρήνος εμπνευσμένος από τον «Ματωμένο Γάμο» του Federico Garcia Lorca για το Θέατρο Τέχνης το 1948. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1965 στην έκδοση των τραγουδιών από τον «Ματωμένο Γάμο» του Lorca και το «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη με ερμηνευτή τον Λάκη Παππά και χορωδιακό σύνολο.

 

Με τους στίχους του Γκάτσου, το τραγούδι έγινε γνωστό και ως «Ήσουν καμάρι της αυγής», αλλά υπάρχει και μία ενδιαφέρουσα μαρτυρία - αφήγηση του ίδιου του Χατζιδάκι για τη δημιουργία του:

 

«Το '48, όταν ο Κουν μου ανάθεσε τη σύνθεση της μουσικής, άρχισα να γράφω. Φτάνοντας στο τελευταίο τραγούδι, που ήταν το ''Ήσουν καμάρι της αυγής'', ο Κουν μού είπε πως δεν το χρειαζόταν στην παράσταση.

 

»Λυπήθηκα πάρα πολύ τότε, γιατί είχα σκεφτεί ένα θαυμάσιο τραγούδι εκείνη την ώρα, αλλά ο Κουν είχε δίκιο. Η παράσταση τελείωνε, δεν μπορούσαμε να σταθούμε εκείνη την ώρα σε ένα τραγούδι. Έπρεπε στην τελική σκηνή να έρθουν τα δυο νεκρά σώματα, του γαμπρού και του Λεονάρντο, η μάνα να οδηγηθεί στον μονόλογο της με το περίφημο ''Μ' ένα μικρό μαχαίρι'', που είναι το φινάλε του ''Ματωμένου Γάμου''. Έτσι λοιπόν δεν έγραψα το τραγούδι για την παράσταση του '48.

 

»Αρχές της δεκαετίας του '60 μπαίνω στο στούντιο για να ηχογραφήσω τα τραγούδια με ερμηνευτή τον Λάκη Παππά. Καθώς ηχογραφούσαμε τη μουσική του ''Ματωμένου Γάμου'', μου λέει σ' ένα διάλειμμα ο Γιώργος Κουρουπός, που έπαιζε πιάνο στην ορχήστρα: ''Κύριε Χατζιδάκι, μάλλον δεν θα ξαναγράψετε τέτοια τραγούδια σαν αυτά''. Του απάντησα πως κάνει λάθος και πως μπορώ να γράψω και καλύτερα. Η απάντηση του ήταν ''Αδύνατον''!

 

»Τότε σταμάτησα την ηχογράφηση, κάθισα στο πιάνο κι έγραψα εκεί μπροστά τους το ''Ήσουν καμάρι της αυγής''. Το 'χα έναν καημό από μέσα μου να γράψω αυτό το τραγούδι και μου δόθηκε η ευκαιρία. Έτσι το ηχογραφήσαμε και υπάρχει στον δίσκο κι από τότε, σε κάθε ανέβασμα του ''Ματωμένου Γάμου'', ακούγεται αυτό το τραγούδι... (από το τεύχος 168 της Οδού Πανός, «Μάνος Χατζιδάκις - 90 χρόνια από τη γέννησή του», Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2015, σε επιμέλεια Νίκου Γκροσδάνη).

 

Το τραγούδι γνώρισε πολλές επανεκτελέσεις με τον Γιάννη Πουλόπουλο, την Αρλέτα, τη Νένα Βενετσάνου, τη Μαρία Φαραντούρη, τη Φλέρυ Νταντωνάκη, τη Σαβίνα Γιαννάτου και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη.

 

4

Πού πέταξε τ' αγόρι μου - Νάνα Μούσχουρη (Μίκη Θεοδωράκη/ Ποίηση Γιάννη Ρίτσου/ Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μάνου Χατζιδάκι)

 


Τον Μάιο του 2017 συνάντησα τον Μίκη Θεοδωράκη στο σπίτι του για τη συνέντευξη του που δημοσιεύθηκε στην έντυπη και ηλεκτρονική LiFO. Στο περιθώριο των ερωτήσεων μου για τη συνέντευξη, του ζήτησα να μου αφηγηθεί λεπτομέρειες από τον, κατά Μάνο Χατζιδάκι, «Επιτάφιό» του με τη Νάνα Μούσχουρη.

 

Ο Μίκης ανταποκρίθηκε πρόθυμα και η, μέχρι πρότινος ανέκδοτη, μαρτυρία του πιστεύω πως παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Την παραθέτω από το σημείο που ο συνθέτης, εν έτει 1959, πρωτοπήγε τα τραγούδια του από τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου στον Αλέκο Πατσιφά της Lyra κι εκείνος του πρότεινε ως ερμηνεύτρια τη ρεμπέτισσα Άννα Χρυσάφη. Στη συνέχεια όμως... Ο λόγος στον Μίκη Θεοδωράκη:

 

«Με πιάνει μια μέρα ο Πατσιφάς και μου λέει: ''Κοίτα να δεις, άκουσε τα τραγούδια η Μούσχουρη και της άρεσαν. Μήπως να τα δίναμε σ' αυτήν;''. ''Και τη Χρυσάφη τι θα την κάνουμε, θα την πετάξουμε;'' ρωτάω εγώ για να λάβω την απάντηση του: ''Άσ' την τη Χρυσάφη, θα την κανονίσω εγώ, θα της δώσω κάτι άλλα τραγούδια που θα της πηγαίνουν''.

 

»Εγώ σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό, τη στιγμή που Χατζιδάκις - Μούσχουρη ήταν το Νο 1 εκείνη την εποχή. Θα είχα τα μπουζούκια, αλλά με τη Μούσχουρη δεν θα μ' άκουγε μόνο η εργατιά, θα περνούσα και στους αστούς.

 

»''Κύριε Θεοδωράκη'' μου είπε η Μούσχουρη, ''μου άρεσαν πάρα πολύ τα τραγούδια σας, αλλά θα πρέπει να πάρω άδεια από τον κύριο Χατζιδάκι, καταλαβαίνετε. Να έρθετε το μεσημέρι από δω που θα είναι κι ο κύριος Χατζιδάκις για να του μιλήσουμε μαζί''. ''Μάλιστα'' λέω εγώ!

 

»Έρχεται ο Χατζιδάκις, κατευθείαν λέει ''Όχι''. Πετάγεται η Μούσχουρη (κάνει τη φωνή του παραπονιάρικη): ''Κύριε Μάνο, ο κύριος Θεοδωράκης μου έδωσε κάτι τραγουδάκια που μ' αρέσουν πολύ. Μπορώ να τα τραγουδήσω;'' (γέλια). ''Υπό έναν όγον'' κάνει αυστηρά ο Μάνος. ''Ό,τι θέλετε, κύριε Χατζιδάκι'' του απαντάει ο Πατσιφάς, κάθεται στο γραφείο, του δίνουν πένα κι αρχίζει να γράφει: ''Εδώ μαντολίνο, εδώ βιολί, εδώ φλάουτο, εδώ τσέλο'' και στο τέλος ''Πιάνο: Μάνος Χατζιδάκις''!

 

»Εγώ τα 'χασα! ''Μάνο μου,σ' ευχαριστώ, με τιμάει πολύ αυτό που κάνεις τούτη τη στιγμή''! Έτσι αρχίσαμε, αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα: Πως θα ξύπναγε ο Μάνος, αφού εμείς γράφαμε στις 2 το μεσημέρι κι εκείνος κοιμότανε.

 

»Πηγαίνουμε, λοιπόν, στο σπίτι του, τρία δωμάτια όλο κι όλο. Στο ένα ήταν το πιάνο του, στον προθάλαμο ας πούμε, μια κουρτίνα υπήρχε για να απομονώνει το κρεβάτι του και στ' άλλο κοιμόταν η Μιράντα, η αδερφή του, με τη μαμά. Η κουζίνα ήταν.

 

»Τον ξυπνάμε, του φτιάχνουμε καφέ, ροχάλιζε ο Μάνος στην κουζίνα (μιμείται το βαρύ ροχαλητό του) και με τα πολλά, μετά από κάνα δίωρο, ξύπνησε και τον πήραμε για την Κολούμπια. Πάμε, ''Μάνο μου, που είναι τα αναλόγια;'' τον ρωτάω, ''ποια αναλόγια;'' μου απαντάει και μου εξηγεί πως έχουμε λαϊκούς μουσικούς και θα τα μάθουν με τ' αυτί. ''Πότε θα γίνει αυτό;'' ξαναρωτάω, ''τώρα, αυτή τη στιγμή'' λέει ο Μάνος.

 

»Τέλος πάντων, αρχίζω εγώ να διευθύνω και κάνουμε τα πρώτα τρία κομμάτια. Μετά από λίγο, όμως, μου λέει ο Μάνος: ''Βλέπω ότι δεν είσαι στα νερά σου. Θες να διευθύνω εγώ και να παίξεις εσύ πιάνο;''. ''Οπωσδήποτε'' απαντάω και αρχίζει ο Μάνος να κάνει την ''κουζίνα'', που τα ήξερε καλά αυτά, κι εγώ να παίζω πιάνο.

 

»Εκείνο τον καιρό εγώ με τη γυναίκα μου, τη Μυρτώ, είχαμε αυτοκίνητο, απ' τα ελάχιστα στην Αθήνα, και πηγαίναμε στην Πατριάρχου Ιωακείμ, που έμενε ο Αλεξανδράκης με τη Γεωργούλη. Εκεί υπήρχε κι ένα εστιατόριο που πήγαινε ο Σπυρομήλιος, πρόεδρος του ΕΙΡ τότε.

 

Μας πετυχαίνουν ο Σπυρομήλιος, ο Γκάτσος κι ο Χατζιδάκις, ''Μίκη, έλα εδώ'' μου κάνουν. Ο Σπυρομήλιος ήταν μεγάλο κεφάλι, δεν μάσαγε. Τον έπαιρνε τηλέφωνο ο Καραμανλής και του 'λεγε ''γιατί μου βάζεις τα τραγούδια αυτού του κομμουνιστή;'' και του απαντούσε ''γιατί έτσι μου γουστάρει''!

 

»Ήταν κι ο μεγάλος έρωτας της Μελίνας ο Σπυρομήλιος! Αργότερα έμαθα πως το ''Πού πέταξε τ' αγόρι μου'', είτε με τη Μούσχουρη, είτε με τον Μπιθικώτση, είτε με τη Μαίρη Λίντα, έγινε ένα από τα αγαπημένα ελληνικά τραγούδια όλης εκείνης της παρέας, συμπεριλαμβανομένου του Καραμανλή!».


Τελικά ο «Επιτάφιος» των Μίκη Θεοδωράκη - Γιάννη Ρίτσου κυκλοφόρησε στην πρώτη του εκδοχή με τη Νάνα Μούσχουρη για ν' ακολουθήσουν σχεδόν ταυτόχρονα η θρυλική εκτέλεση του με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση το 1960, αλλά και αυτή με τη Μαίρη Λίντα. Σήμερα το έργο θεωρείται η έναρξη του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα και γνώρισε αμέτρητες επανεκτελέσεις, διατηρώντας τον θρηνητικό χαρακτήρα του ποιήματος του Ρίτσου.

 

5

Ριρίκα (Λουδοβίκου των Ανωγείων/ Σοφίας Σαμόλη)

 


Η Σοφία Σαμόλη ήταν ακόμη έγκυος όταν πέθανε ο άντρας της. Γέννησε τη Ριρίκα, που εφτά χρόνια μετά, μαθήτρια της Α' δημοτικού, πεθαίνει. Μέσα στη σχολική τσάντα της Ριρίκας, η Σοφία στέλνει γράμμα στον νεκρό άντρα της να φροντίσει εκείνος πια το νεκρό κοριτσάκι τους...

 

Το μοιρολόι της Σοφίας για το διπλό πένθος της, το ιερό τραγούδι των ψυχών, ελεύθερο σαν τον άνεμο που μεταφέρει την άνοιξη, μελοποιήθηκε από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων και κυκλοφόρησε στο πρώτο του άλμπουμ, τα «Μοιρολόγια» (1985) από τον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι.

 

Διότι, σύμφωνα με τον Ανωγειανό τροβαδούρο, σιδερένιοι άντρες καταρρέουν μπρος στο γυναικείο θρήνο. Το μοιρολόγι αποδέχεται τον θάνατο σαν στοιχείο ζωής και το τελευταίο τραγούδι είναι γι' αυτόν που φεύγει οριστικά.


6

Το γράμμα - Panx Romana (Panx Romana)

 


Από τους «Αντάρτες πόλεων» (1989), το δεύτερο άλμπουμ του ελληνικού punk συγκροτήματος Panx Romana, μία συγκινητική αντιμιλιταριστική μπαλάντα με τον πυροβολισμό του τέλους να φανερώνει πως ο νεαρός στρατιώτης τελικά αυτοκτόνησε, έχοντας μόλις γράψει γράμμα απευθυνόμενος στη μητέρα - πατρίδα.

 

Σχετικά με τα πολλά ερωτηματικά «γιατί» που της θέτει, ο ίδιος ο ήρωας του τραγουδιού δίνει την απάντηση: «Μα τώρα ξέρω πως δεν θα πολεμήσω άλλο πια/ τα παιδιά στην άλλη όχθη είναι σαν και μένα μοναχά».

 

Κι έτσι η απονενοημένη κίνηση του αποκτά τη δική της αξία σε περίοδο είτε πολέμου, είτε απλώς στρατιωτικής αβάσταχτης θητείας.

 

7

Στη λαϊκή οδό Ασκληπιού - Χαρά Αργυροπούλου (Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ/ Παύλου Μάτεσι)

 


Στον πρώτο προσωπικό δίσκο του Λάκη Παπαδόπουλου -Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ τότε- συμμετείχε η ερμηνεύτρια Χαρά Αργυροπούλου, παλιά του γνώριμη από το συγκρότημα των Αγάπανθος στα '70s. Τίτλος του, «Άκυρο» (1982), περιέχοντας εννέα πεισιθάνατα rock τραγούδια σε στίχους του Γκίνσμπεργκ στη μετάφραση του Άρη Μπερλή, του Γιώργου Χρονά, αλλά και του συγγραφέα Παύλου Μάτεσι.

 

Το κομμάτι «Στη λαϊκή οδό Ασκληπιού» με τους στίχους του Μάτεσι είναι ένα ηλεκτρικό blues με τη συγκλονιστική, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία της Αργυροπούλου.

 

Η ηρωίδα είναι μία περιθωριακή τύπισσα, «φιλοξενούμενη ενός κακοποιού», που «κάπνιζε και χάριζε το κορμί της», ώσπου ο Χάρος με τη μορφή βαρκάρη «αόμματου, μουγκού και πενηντάρη», την προετοιμάζει για το πέρασμα της στην Αχερουσία. Κι εκείνη, αδιαφορώντας πια για όλες τις «μουντές και κακές Κυριακές της», τον ακολουθεί χαμογελώντας. Ο θάνατος εδώ αποτελεί ξεκάθαρη λύτρωση και ανακουφίζει τόσο τη γυναίκα αυτή, όσο και τον ακροατή του δράματος της.

 

8

Θάνατος - Παύλος Σιδηρόπουλος & Χορωδία (Παύλου Σιδηρόπουλου)

 

 

Από το άλμπουμ «Εν λευκώ» (1982) του Παύλου Σιδηρόπουλου με το συγκρότημα των Απροσάρμοστων, ένα μάλλον αυτοβιογραφικό τραγούδι του δημιουργού και σίγουρα προφητικό, εφόσον οχτώ χρόνια αργότερα έμελλε να χάσει τη ζωή του από την ηρωίνη στα 42 του.

 

Οι στίχοι του φανερώνουν πόσο ασφυκτιά μέσα στη ζώσα πραγματικότητα με ανθρώπους συμβιβασμένους, ενώ στο τέλος ο νους του τρέχει σε φίλους που έφυγαν για το εξωτερικό. Ή για τον Άλλο Κόσμο, πρωτύτερα από τον ίδιο.

 

Ίσως το πιο πεισιθάνατο κομμάτι του Έλληνα rocker, περισσότερο κι από την «Ώρα του stuff» στα '70s, ακόμη και απ' το «Η» στον ίδιο δίσκο. Αρκετά χρόνια μετά γνώρισε και μία διασκευή με το συγκρότημα Διάφανα Κρίνα του Θάνου Ανεστόπουλου.

 

9

Θάλασσες ή Ένα ποτήρι θάνατο θα πιω - Δημήτρης Μητροπάνος (Μάριου Τόκα/ Σαράντη Αλιβιζάτου)

 


Το πρωτοτραγούδησε η Κωνσταντίνα στο δίσκο «Τραγούδια για την Κωνσταντίνα» (1987) που της έγραψαν ο συνθέτης Μάριος Τόκας σε συνεργασία με τον στιχουργό Σαράντη Αλιβιζάτο.

 

Πέντε χρόνια αργότερα έγινε τεράστιο σουξέ του Δημήτρη Μητροπάνου από εκείνον τον άκρως επιτυχημένο, εμπορικά και καλλιτεχνικά, δίσκο του σε μουσική του Τόκα και στίχους διαφόρων, «Η εθνική μας μοναξιά» (1992), με το περιβόητο «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη» να οδηγεί στην επιτυχία και τα άλλα κομμάτια του άλμπουμ.

 

Πρόκειται για ένα ερωτικό κατά βάση τραγούδι με τον ήρωα να προτιμά ακόμη και τον θάνατο, μην αντέχοντας τον χωρισμό από την αγαπημένη του. Πάλι εδώ ο θάνατος μοιάζει με λύτρωση, όχι λόγω ενός ρημαγμένου βίου ή υπαρξιακών αναζητήσεων, παρά μόνο για το ερωτικό - συναισθηματικό αδιέξοδο του ερμηνευτή Μητροπάνου, που δίνει... ρέστα!


10

Μόνο - Σαβίνα Γιαννάτου (Λένας Πλάτωνος/ Ποίηση Κώστα Καρυωτάκη)

 


Όταν έγραψε η Λένα Πλάτωνος αυτό το έργο, το «Καρυωτάκης - 13 τραγούδια» δεν ήταν ούτε 30 ετών. Η Σαβίνα Γιαννάτου πάλι, όταν το τραγούδησε, ήταν μόλις στα 23 της. Καμία από τις δύο δεν είχε συναίσθηση της σπουδαιότητας αυτού που κάνανε.

 

Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, κατόπιν παραγγελίας του Μάνου Χατζιδάκι, με άλλη ερμηνεύτρια, ανοίγοντας την πρώτη παρουσίαση και του δικού του έργου, «Η εποχή της Μελισσάνθης». Δισκογραφήθηκε το 1982 από τη Lyra με τη φωνή της Γιαννάτου και άλλαξε τον ρουν των μελοποιήσεων στο ελληνικό τραγούδι.

 

Το «Μόνο» που έκλεινε το άλμπουμ είναι ένα αριστούργημα διάρκειας μόλις ενός λεπτού και τριανταεννέα δευτερολέπτων, μία πανέμορφη σύντομη ωδή στην απονενοημένη κίνηση της αυτοχειρίας και στην επερχόμενη επιθανάτια γαλήνη που βίωνε ο Καρυωτάκης.