Το «Utopia» είναι το ένατο άλμπουμ της Björk και βγήκε πριν από μερικές μέρες. Περιέχει 14 κομμάτια και διαρκεί πάνω από 71 λεπτά. Είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια άλμπουμ της Ισλανδής μουσικού. Σε αυτό συνεργάζεται με τον Arca, τον ανερχόμενο μουσικό παραγωγό από τη Βενεζουέλα, ενώ το εξώφυλλο του άλμπουμ έχει σχεδιάσει ο Jesse Kanda. Ξεκίνησε να το δουλεύει αμέσως μόλις κυκλοφόρησε το «Vulnicura» το 2015.


Σε μια συνέντευξή της είχε δηλώσει ότι όταν έφτιαχνε τον δίσκο ένιωθε σαν να βρισκόταν στον παράδεισο, σε αντίθεση με την προηγούμενη δουλειά της, που ήταν μια κόλαση, «όπως ένα διαζύγιο». Το «Vulnicura» θεωρήθηκε το άλμπουμ του χωρισμού της από τον επί 13 χρόνια σύντροφό της και διάσημο εικαστικό Matthew Barney. Στο εξωτερικό, οι κριτικοί το χαρακτηρίζουν χαϊδευτικά «το tinder άλμπουμ της».


Είναι όμως καλό; Ρωτήσαμε τρεις μουσικόφιλους αν η Björk το «έχει» ακόμη

 

Η αλήθεια είναι ότι την έχασα και δεν την αποζήτησα πολύ την Björk στον 21ο αιώνα. Mε είχε πιάσει μια αντίδραση με τον γκλάμορους/high end πειραματισμό κι έτσι δεν συνδέθηκα παρά μόνο περιστασιακά με την αλληλουχία «Medúlla» / «Volta» / «Biophilia» / «Vulnicura». Είχε να κάνει ίσως και με τους ακαδημαϊκά δυστοπικούς τίτλους, πέρα από το έντονο εννοιακό βάρος και τις θεατράλε υπερπαραγωγές με τους πιο ψαγμένους των ψαγμένων και τους πιο εκλεκτούς των εκλεκτών.


Δεν αλλάζουν και πολύ αυτά τα δεδομένα στο νέο άλμπουμ, που όμως περιέχει κάποια (πολλά) θεσπέσια τραγούδια και προσλαμβάνεται ως ένα υπερβατικό όνειρο, παρά την εξοντωτική διάρκειά του. Και παρά το πορτρέτο του εξωφύλλου, που θα μπορούσε να απεικονίζει τη μαμά της νύφης του Τσάκι. Απορεί κανείς μάλιστα πώς περίμενε τόσα χρόνια για να δώσει σε έργο της το όνομα που ως αντίληψη ίσως της ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλο.


Η ουτοπία ήταν εφικτή τόσο καιρό, τελικά. «Κοίτα με από καινούργιες φωλιές / ύφανε ένα μητριαρχικό θόλο / χτίσε ένα μουσικό ικρίωμα» ψέλνει με τη φωνάρα της στο «Future Forever», το υπέροχο κομμάτι που κλείνει αυτή την εξαίρετη και μεταδοτικά ενθουσιώδη δουλειά.

Δημήτρης Πολιτάκης

 

Μοιάζει αντιφατικό να πεις ότι η Björk είναι (εν μέρει) αδικημένη από τον διεθνή μουσικό Τύπο, αυτόν που της έχει χαρίσει άπειρα πρωτοσέλιδα και έχει προβάλει ως μεγάλη είδηση κάθε της κίνηση.


Κι όμως, στον βαθμό τουλάχιστον της κριτικής αποτίμησης, δουλειές που ξέφυγαν από τα pop culture όρια των τελευταίων δεκαετιών (σαν το «Medúlla» του 2004) αφέθηκαν στα χέρια γραφιάδων που ουδέποτε ξεμύτισαν ως ακροατές προς τέτοια μήκη και πλάτη και ουδέποτε αντιλήφθηκαν τη μουσική πέραν της ιδεατής ραδιοφωνικής δυναμικής. Λες και είχαν υπογράψει συμβόλαιο με την Ισλανδή δημιουργό ότι θα βγάζει μόνο «Debut» και «Post». Ή ότι θα κολακεύει για πάντα το δικό τους, όχι-και-τόσο-ευρύ αισθητήριο.


Ήταν μια δράση που δημιούργησε αναμενόμενη αντίδραση από άλλη μερίδα γραφιάδων, με θύμα εν τέλει την κριτική, όπως φαίνεται και από την υποδοχή του «Utopia», τώρα που το κλίμα έχει αλλάξει και οφείλεις να λιβανίζεις όποια κουλαμάρα κι αν σκεφτεί η Björk, για να δείξεις ότι είσαι «μέσα στα σύγχρονα πράγματα».


Αλλά το «Utopia» είναι μια απίστευτα εγωιστική κυκλοφορία. Κάτω από ένα κάκιστο εξώφυλλο, η Björk γιορτάζει επί 71 λεπτά και 38 δεύτερα την επάνοδό της στην τροχιά του έρωτα με τη ζωή, το σύμπαν, με κάποιον νέο σαρκικό σύντροφο ‒ δεν έχει (τόση) σημασία με ποιον. Γιορτάζει, μα χωρίς καλεσμένους. Νομίζω ότι ποτέ ξανά δεν άφησε τους ακροατές της τόσο στα κρύα του λουτρού μετά το soundtrack του 2005 για το «Drawing Restraint 9». Με τη διαφορά ότι εδώ το έχει κάνει με απαράμιλλο στυλ, αντί να σ' το πετάξει στα μούτρα.


Δεν είναι ότι απουσιάζει η πρόταση και σίγουρα δεν απουσιάζει η αισθητική (εξαιρείται το εξώφυλλο): στο «Utopia» η Björk έχει ακόμα κάτι να πει για τα ηλεκτρονικά των καιρών μας. Όμως το μήνυμα χάνεται εν τέλει σε επίμονα παράσιτα από τα φλάουτα της Icelandic Hamrahlid Choir και στα κελαηδήματα πτηνών από τη Βενεζουέλα. Ο παράδεισος, που τόσο λεπτομερειακά φιλοτέχνησε εδώ παρέα με τον Arca, δεν χωράει ούτε καν τον τελευταίο. Είναι ένα ιδεατό, υπερ-κοσμικό βασίλειο για έναν και μόνο κάτοικο, την Björk.


Μόνο αυτή, πάντως, μπορούσε να βγάλει δίσκο με τόσα προβλήματα επικοινωνίας και να έχει τον Τύπο να ασχολείται με το τι έκανε και τι δεν έκανε. Γι' ακόμα μία φορά, η ικανότητα τέτοιων ονομάτων του παρελθόντος να ξυπνάνε συλλογικές αναφορές κερδίζει την πολυδιάσπαση της ιντερνετικής εποχής και τους χαμένους στην πληροφορία και το περιστασιακό hype «αστέρες» της.

Χάρης Συμβουλίδης, μουσικοκριτικός, ραδιοφωνικός παραγωγός, συγγραφέας

 

Οι παλιοί σκληροπυρηνικοί fans είναι πάντα οι πιο αυστηροί κριτές της πορείας ενός καλλιτέχνη, the worst bitches, να το πούμε καλιαρντιστί. Ανήκω σ' αυτή την κατηγορία των '90s fans που η Björk ήταν τα πάντα, οπότε κάνω ένα μικρό disclaimer πως γράφω απ' αυτή την παππουδίστικη σκοπιά.


Θυμάμαι, όταν είχε βγει το «Vespertine», ένας φίλος μου είχε πει: «Μα, εδώ έχει κάνει την απόλυτη υπέρβαση, ο Debussy συναντάει το microbeat sound art και τραγουδιέται κιόλας, πού αλλού να πάει μετά απ' αυτό, είναι σαν να έχει φτιάξει το απόλυτο κράμα ποπ και αβανγκάρντ». (Theodor Adorno, φάε τις κάλτσες σου.)


Μάλλον είχε δίκιο, διότι θεωρώ πως από τότε κάπως δεν ξέρει τι να κάνει η Björk και το να συνεργάζεσαι απλώς με τους «καλύτερους παραγωγούς», βλέπε Mαντόνα, δεν βγάζει κάπου. Και ενώ χρόνια περιμένω κάθε φορά τον καινούργιο δίσκο της σαν παιδάκι με κολλημένη τη μούρη στο τζάμι τα Χριστούγεννα, κάθε φορά ο Άι-Βασίλης με κερνάει την κουρτίνα 10: ΖΟΝΚ.


Το «Utopia» είναι το ίδιο χαμένο και χωρίς μουσική κατεύθυνση άλμπουμ με όλα τα άλλα τα τελευταία 15 χρόνια. Έχει πολύ όμορφες στιγμές, όμως αρνείται πεισματικά να αφήσει τον ακροατή να περάσει καλά, φτιάχνοντας κομμάτια που ούτε catchy είναι ούτε περιπετειώδη αρκετά για να πεις οk.

 

Έχει αφήσει την ποπ και κάνει contemporary σύνθεση πια. Δεν θα συζητήσω καν για τα μελωδικά μοτίβα της φωνής που επαναλαμβάνονται διαρκώς από το 1999, σε σημείο που να ακούγεται ως αυτοαναφορικό πρότζεκτ (το γνωστό παιχνίδι «βρες με ποιο homogenic b-side μοιάζει το τραγούδι»).


Όμως εδώ η Björk προσθέτει ένα έξτρα άσχημο στοιχείο που με στενοχώρησε: υποτιθέμενα πολιτικοποιημένους, αλλά βασικά πολύ κακούς, «σαν να τους έχει γράψει μεσοαστός έφηβος με έντονους προβληματισμούς» στίχους. New-age-ίλα φουλ, αναφορές σε προγόνους, DNA, ευπρέπεια, ακόμα και θερμικές κουβέρτες και παιδάκια με λέπρα... Άουτς! (documenta14 καταστάσεις ετεροντροπής).


Και ενώ φυσικά τη στήριξα στη #metoo ιστορία της χωρίς δεύτερη κουβέντα, η βερσιόν της για το smash the patriarchy που μας αφηγείται είναι να φλερτάρει αγόρια μουσικόφιλα στο δισκάδικο (έλεος) και οι αναφορές στον Matthew Barney συνεχίζονται και, ουπς, μήπως η Björk έχει ξεχάσει τον κόσμο των γυναικών και δεν έχει πάρει πρέφα από τα τελευταία έντονα πολιτικά δέκα χρόνια στη μουσική, γιατί πολύ καιρό τώρα ασχολείται μόνο με nerdy αρσενικούς μοντερνιστές; Ε, αργά ή γρήγορα γίνεσαι οι φίλοι σου, darling, κι ας γυρνάς και μας λες τώρα τι κακός που είναι ο Matthew Barney.

Filtig, εννοιολογικός καλλιτέχνης και γενικότερο τσόλι