Ο Γιώργος Κοντραφούρης είναι δεινός αυτοσχεδιαστής, ενώ και ως συνθέτης δεν υπολείπεται σε έμπνευση και δύναμη.
Ο Γιώργος Κοντραφούρης είναι δεινός αυτοσχεδιαστής, ενώ και ως συνθέτης δεν υπολείπεται σε έμπνευση και δύναμη.

 

Οι δίσκοι που κυκλοφορούν τον Δεκέμβριο αδικούνται –σε σχέση με τις λίστες, με τα "best of" της χρονιάς. Είτε δεν προλαβαίνουμε να τους ακούσουμε, είτε προλαβαίνουμε κάπως ζορισμένα, δίχως, πάντως, το όποιο «βάρος» τους να μπορεί να «κάτσει» γερά μέσα μας. Κι επειδή, παραδοσιακά, τα άλμπουμ που κυκλοφορούν αυτήν ακριβώς την εποχή δεν είναι λίγα αξίζει, νομίζω, να ρίξουμε μια ματιά σε μερικά απ' αυτά που έχουν και μιαν ιδιαίτερη αξία.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΡΑΦΟΥΡΗΣ: Στοιχειωμένα Ποιήματα

[Puzzlemusik, 2017]

 

Χαίρομαι, γιατί ο Γιώργος Κοντραφούρης ανεβαίνει τα σκαλιά της τέχνης του πάντα βελτιούμενος. Δεν μπορείς να το πεις αυτό για κάθε μουσικό της ηλικίας του (όχι πως τον ίδιον τον πήραν τα χρόνια!), κι επειδή για τον Κοντραφούρη ισχύει, συμβαίνει, θα πρέπει να το μετρήσουμε δεόντως κάνοντάς το γνωστό και σαφές.

 

Το «Στοιχειωμένα Ποιήματα» (που δεν είναι καθόλου στοιχειωμένα μεταξύ μας – πιθανώς να εννοείται πως στοίχειωσαν θαμμένα σε κάποιο συρτάρι δεκαετίες τώρα) είναι, βασικά, μια σειρά έξι ορχηστρικών, τα οποία ξεπηδούν μέσα από έξι αντίστοιχα ποιήματα. Ποιήματα τα οποία γράφτηκαν σε νεαρή ηλικία από τον πιανίστα και συνθέτη και τα οποία γίνονται γνωστά, τώρα, για πρώτη φορά. Τα ποιήματα είναι σύντομα, ελεύθερα, αποτελούμενα από λίγους στίχους, περιγράφουν σκέψεις, και απαγγέλλονται (ωραία) από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Κάθε ποίημα έχει τη μουσική συνέχειά του – εκτός από την έσχατη «Στοιχειωμένη επανάληψη», που είναι μόνη της, χωρίς λέξεις να την περιγράφουν, εκεί στο τέλος του άλμπουμ.

 

Δίπλα στον Κοντραφούρη, που χειρίζεται πιάνο, fender rhodes, keyboards (και πέραν του Ιωαννίδη), παρατάσσονται ακόμη οι Πέτρος Κλαμπάνης κοντραμπάσο, Αλέξανδρος-Δράκος Κτιστάκης ντραμς και Άγγελος Πολυχρόνου κρουστά. Όλοι αυτοί μαζί συνεργάζονται αρμονικά, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τζαζ άλμπουμ, που ακούσαμε τον τελευταίο καιρό.

 

Το concept «τζαζ και ποίηση» είναι πολύ παλαιό (ας πούμε πως είναι προϊόν των fifties) και σε όλες τις δυνατές εκδοχές του έχει δώσει αριστουργήματα (δεν υπάρχει τώρα λόγος, εδώ, να μιλήσουμε γι' αυτά... ας το κάνουμε ξεχωριστά). Το ότι είναι παλαιό, και το ότι αντέχει ακόμη, σημαίνει πως... κάτι συμβαίνει. Κάτι ενυπάρχει στην jazz και στην ποίηση, συχνά, που φέρνει δημιουργικώς κοντά αυτές τις δύο τέχνες. Κάπου τέμνεται δηλαδή ο ποιητικός λόγος, με μια μουσική που έχει τα χαρακτηριστικά του αυθόρμητου και του εν τω γεννάσθαι.

 

Ο Κοντραφούρης είναι δεινός αυτοσχεδιαστής, ενώ και ως συνθέτης δεν υπολείπεται σε έμπνευση και δύναμη. Χαρακτηριστικά τής συνθετικής ικανότητάς του είναι το μελωδικό όραμα και βεβαίως η γκρούβα, το ρυθμικό στοιχείο των κομματιών του, που σε διαπερνά σαν ρεύμα, σπρώχνοντάς σε στη φανταστική σου πίστα. Στα «Στοιχειωμένα Ποιήματα» και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά τής τέχνης και τής τεχνικής του είναι παρόντα. Συνθέσεις και αυτοσχεδιασμοί με εσωτερική συνοχή και παλμό, που σε δονούν ακόμη και όταν κάθεσαι στην καρέκλα του γραφείου σου, όπως για παράδειγμα το track number 10 «Νομίζοντας ότι», που αποτελεί συνέχεια του φερώνυμου ποιήματος («Ντροπή νιώθεις/ -νομίζεις ότι δεν σου αξίζουν- /Αυτά που σου δίνουν/Φόβος είναι/ -νομίζεις ότι σου αξίζουν-/ Μα/ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ») ή το δωδέκατο «Τοπίο του πάντοτε».

 

Τζαζ λοιπόν. Τζαζ σύγχρονη, ζωντανή, μελετημένη, με αναφορές ευρωπαϊκές και αμερικάνικες, ερμηνευμένη τέλεια από μια ομάδα μουσικών, που μπορεί να διαπρέπει (και διαπρέπει) παντού και οπουδήποτε.

 

Επαφή: www.puzzlemusik.com

 

 

COSTIS DRYGIANAKIS: Wings of Winds

[Granny Records, 2016]

Κωστής Δρυγιανάκης
Κωστής Δρυγιανάκης

 

Ο Κωστής Δρυγιανάκης το τερμάτισε. Ηχογράφησε ένα κομμάτι 50 λεπτά και μας πήρε το σκαλπ. Το "Wings of Winds" είναι ένα track το οποίο δεν είναι εύκολο να περιγραφεί – όχι γιατί δεν υπάρχει σώνει και καλά κάποιο concept, όσο γιατί η μεγάλη διάρκειά του προϋποθέτει το να μην ξεχνάς τι έχει προηγηθεί. Κι αυτό αποτελεί ένα ζόρι, για τον ακροατή. Τον θέτει, εννοώ, προ ενός διλήμματος. Ν' ακούσει, να ξανακούσει, και να... ματαξανακούσει το CD, κατ' αρχάς συνεχώς και εν συνεχεία κατά τόπους, και μάλιστα επαναληπτικά, προκειμένου να αντιληφθεί τι επιχειρεί εδώ ο Δρυγιανάκης. Θα το πράξει (ο ακροατής); Αυτό είναι το ερώτημα. Εγώ θα την πω την αμαρτία μου – για να ξεμπερδέψω κάπως εύκολα, έχοντας ακούσει το άλμπουμ τέσσερις φορές.

 

Η ακρόαση τού «Επί Πτερύγων Ανέμων» ανακάλεσε στη μνήμη μου τον «Μπαλαμό» του Σταύρου Τορνέ. Ένα κινηματογραφικό έργο δηλαδή. Δεν ξέρω αν γίνομαι κάπως αντιληπτός μ' αυτό που λέω ή μπερδεύω ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Ας επιχειρήσω να τα ξεμπερδέψω τέλος πάντων...

 

Διακρίνεται κατ' αρχάς και στα δύο έργα, και βεβαίως στο μουσικό, που εδώ μας ενδιαφέρει, μιαν υπαινικτική λειτουργία του λόγου (και σε πρώτο πλάνο και υπογείως). Ο λόγος, δηλαδή η φωνή χρησιμοποιείται όχι κατ' ανάγκην με το νοηματικό (για μας) περιεχόμενό της (περί κάποιας μικρής Βαβέλ πρόκειται), όσο κυρίως με το ηχητικό της. Με το αίσθημα και το μεταίσθημα που αφήνει η ακρόασή της. Αυτές οι φωνητικές διαστρωματώσεις που είναι πυκνές στο "Wings of Winds" (είτε μέσω field recordings, είτε δανεισμένες από υπάρχοντες δίσκους κ.λπ.) είναι εκείνες που δίνουν ένα πρώτο ξεχωριστό χρώμα στο άλμπουμ.

 

Έπειτα, είναι τα βασικά οργανικά κεφάλαια. Το άλμπουμ ξεκινά, φερ' ειπείν, μέσα σ' έναν free/ improv/ avant/ electro κυκεώνα, πριν μεταπέσει συν τω χρόνω σε περισσότερο ηλεκτροστατικές καταστάσεις. Ακολουθεί μια, πώς να την πούμε, ραδιοφωνική (των βραχέων) ηχητική προσαρμογή ανακατεμένη με κολάζ φωνών κ.λπ., για να πάρει τη σκυτάλη ένα πιο ambient section, στο οποίο ο συνολικότερος υπαινιγμός λειτουργεί εντυπωσιακά (τούτο περί το τριακοστό-τριακοστό πέμπτο λεπτό), λίγο πριν ολοκληρώσουμε μ' ένα ακόμη free/ improv/ electro πλάνο και με παραδοσιακές νύξεις αυτή τη φορά... προς το τέλος πια.

 

Το "Winds of Wings", στο οποίο συμμετέχουν 20 (!) μουσικοί, συν το συγκρότημα Atavism, συν η Ομάδα Monday's Drop(s), συν ο ίδιος ο συνθέτης-διαχειριστής με τους δίσκους του, είναι το πιο φιλόδοξο, μέχρι σήμερα, άλμπουμ του Κωστή Δρυγιανάκη. Μία 50λεπτη, το τονίζω και πάλι, ηχητική ιστορία-εμπειρία, που ναι μεν «διαβάζεται» υπό συνθήκας (τις βρίσκει ο καθένας μόνος του), αλλά αποζημιώνει... και κατά τη διάρκεια και στο τέλος.

 

Επαφή: www.grannyrecords.org

 

 

MAGNANIMUS TRIO: No Time

[AN Music, 2016]

Το Magnanimus Trio δεν ακούγεται σαν ένα τυπικό αμερικανικό post-bop ή contemporary σχήμα, αλλά σαν ένα γκρουπ της ευρύτερης περιοχής μας (της Ανατολικής Μεσογείου ας πούμε).
Το Magnanimus Trio δεν ακούγεται σαν ένα τυπικό αμερικανικό post-bop ή contemporary σχήμα, αλλά σαν ένα γκρουπ της ευρύτερης περιοχής μας (της Ανατολικής Μεσογείου ας πούμε).

 

Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από την προηγούμενη φορά, όταν μας απασχόλησαν δισκογραφικά οι Magnanimus Trio. Και να τώρα το πιο καινούριο άλμπουμ (και τρίτο στη σειρά) αυτού του πολύ ιδιαίτερου (τζαζ να το πούμε;) τρίο, που μας έρχεται από τη Θεσσαλονίκη. Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα:

«Το Magnanimus Trio δημιουργήθηκε από τρεις φίλους, τον Χρήστο Μπάρμπα πιάνο, καβάλ, φωνή, τον Δημήτρη Τασούδη τύμπανα, πιάνο, φωνή και τον Παύλο Σπυρόπουλο κοντραμπάσο, φωνή, τον Σεπτέμβρη του 2010. Η γνωριμία τους γίνεται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90, όταν ήταν συμφοιτητές στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ακολουθώντας ο καθένας το δρόμο του συνδύασαν ποικίλες και εξίσου ενδιαφέρουσες μουσικές διαδρομές και επαγγελματικές ενασχολήσεις».

 

Διορθώσεις στο άνω σημείωμα; Ο Μπάρμπας χειρίζεται, επιπροσθέτως, νέι και ο Τασούδης καλίμπα.

 

Στο "No Time" το Magnanimus Trio συνεχίζει, θα έλεγα, από 'κει όπου σταμάτησε με το "Still Time" του 2012. Συνεχίζει να προσαρμόζει τις αισθητικές αναζητήσεις του πάνω σ' ένα πλαίσιο το οποίο καθορίζουν η παράδοση, η jazz και η πρωτοπορία – αν και όχι, εν προκειμένω, με την αυτήν αναλογία.

 

Εννοώ πως στο "No Time" η jazz, μοιάζει να διεκδικεί κάποια πρωτεία όσον αφορά στο τελικό ηχητικό οικοδόμημα – παρότι και σ' αυτή την περίπτωση, πάλι, χρειάζεται να γράψουμε για κάποιο «αστεράκι». Κυρίως γιατί το Magnanimus Trio δεν ακούγεται σαν ένα τυπικό αμερικανικό post-bop ή contemporary σχήμα, αλλά σαν ένα γκρουπ της ευρύτερης περιοχής μας (της Ανατολικής Μεσογείου ας πούμε), που έχει αφομοιώσει τις όποιες τεχνικές του αυτοσχεδιασμού (σε σχέση πάντα με τις τροπικές μελωδίες), παίζοντας μ' έναν αέρα σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Και τραγουδώντας ακόμη – αν κρίνουμε από τις εύθραυστες αποδόσεις ενός σονέτου του Σαίξπηρ, κι ενός ακόμη κομματιού σε στίχους Χρήστου Μπάρμπα.

 

Αυτή η μοναδικότητα, ας την πούμε έτσι, φαίνεται πρωτίστως στις συνθέσεις τού γκρουπ, που μέσα στην απλότητά τους εμφανίζονται ισορροπημένες και κυρίως ολοκληρωμένες. Θέλω να πω πως δεν είναι εύκολο να συναντήσεις κάπου αλλού τον ήχο του Magnanimus Trio. Θες γιατί πολλά ευρωπαϊκά τρίο δεν επενδύουν στην τροπικότητα, καταφεύγοντας στις πιο οικείες για 'κείνα romances, θέλεις γιατί σε άλλα «προχωρημένα» (ευρωπαϊκά ή αμερικάνικα) σχήματα η avant περιπλοκή δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συναισθηματικό δόσιμο – η αλήθεια είναι τούτη.

 

Όσο και αν η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» έχει δημιουργήσει μιαν αισθητική ισοπέδωση, με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να μην μπορείς να αντιληφθείς αν εκείνο που φθάνει στ' αυτιά σου έχει ρίζες που να είναι χωμένες, κάπου, μέσα, βαθιά, πάντα θα υπάρχει ένα αντίβαρο. Και η Ανατολική Μεσόγειος είναι από τις περιοχές του πλανήτη, όπως και να το κάνουμε, που μπορεί να παράγει ακόμη τέτοιου είδους αντίβαρα...

 

Επαφή: www.anmusic.gr, www.magnanimustrio.com

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΓΙΑΛΙΚΟΣ: Δέκα τραγούδια για τον μύθο της γυναίκας

[Μετρονόμος, 2016]

Ο συνθέτης Γιώργος Καγιαλίκος, ο στιχουργός Γιάννης Ευθυμιάδης
Ο συνθέτης Γιώργος Καγιαλίκος, ο στιχουργός Γιάννης Ευθυμιάδης

 

Σπανίζουν τέτοιοι δίσκοι σήμερα – και επί της ουσίας και επί της διαδικασίας. Αυτό σαν αρχή... κάτι όμως που, σε τελευταία ανάλυση, τα λέει όλα. Το επίδικο, εννοώ, έχει να κάνει με τα τραγούδια αυτά καθ' αυτά, που μας γυρίζουν πίσω σε άλλες εποχές, όταν αυτό το είδος, ας το πούμε «έντεχνο της παλιάς σχολής», φτιαχνόταν κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες. Αρκούσε, θέλω να πω, ένας συνθέτης, ένας στιχουργός, ένας τραγουδιστής και μερικοί οργανοπαίκτες, ώστε να ολοκληρωθεί ένα άλμπουμ «δημιουργών», που στις υψηλές εκφάνσεις του μεταφραζόταν σε... μνημείο τού τραγουδιού και της δισκογραφίας μας.

 

Αυτή την παλιά συνταγή επιχειρούν να αναστήσουν στα «Δέκα τραγούδια για το μύθο της γυναίκας» ο συνθέτης Γιώργος Καγιαλίκος, ο στιχουργός Γιάννης Ευθυμιάδης, η τραγουδίστρια Βικτωρία Ταγκούλη και οι φίλοι τους μουσικοί, που χειρίζονται κιθάρα, μαντολίνο, μπάσο, κλαρινέτο/ φλάουτο, βιολί και τρομπέτα. Το καταφέρνουν.

 

Τα τραγούδια είναι κατ' αρχάς οι μελωδίες τους – οι μελωδίες τού Καγιαλίκου, που ενώ είναι δουλεμένες στη λεπτομέρειά τους, είναι ταυτοχρόνως και άμεσα αποδεκτές. Διατηρούν, εννοώ, μια πρωτογενή απλότητα, που κρίνεται ως απαραίτητη ώστε να μπορέσει το τραγούδι να επιτελέσει τον προορισμό του – να μπει στο στόμα του κόσμου. Δεν είναι εύκολο, ακόμη και για την περίπτωσή μας.

 

Και τούτο γιατί οι στίχοι τού Ευθυμιάδη δεν είναι πάντα προφανείς, όσον αφορά στη μελωδικότητά τους (ενόσω τους διαβάζεις κατ' αρχάς). Ο Καγιαλίκος «επενέβη» με το δικό του τρόπο, πάνω στο στιχουργικό υλικό, εστιάζοντας με ιδιαίτερη προσοχή σε όλα εκείνα τα σημεία, που θα έπρεπε να προβληθούν, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα κάθε μελοποίησης, ξεχωριστά, να έχει τη βεβαιότητα του ολοκληρωμένου. Πάνω σ' αυτή τη βάση θα έλεγα πως οι διαφορετικές μικρομελωδικές γραμμές μέσα στο ίδιο κομμάτι, συντελούν στην ανάδειξη και τελειοποίησή του.

 

Οι στίχοι του Ευθυμιάδη είναι γενικώς ομοιοκατάληκτοι, δίχως να υπακούουν σε κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Τα θέματά του περιστρέφονται, φυσικά, γύρω από το πρόσωπο της γυναίκας έτσι όπως εκείνο παίρνει τη μορφή των εκάστοτε συμβόλων (Αρετούσα, Μαγδαληνή, Γοργόνα, Μήδεια, Αριάδνη, Ιφιγένεια, Ελένη, Κασσιανή, Κίρκη, Φαίδρα), συνδυάζοντας στοιχεία τής στιχουργικής μας παράδοσης (πάντα ο Γκάτσος θα είναι μιαν αναφορά) με μια διάθεση ανανέωσης του ερωτικού, γενικώς, λόγου.

 

Η Βικτωρία Ταγκούλη είναι άξια τραγουδίστρια, παρότι μερικά τραγούδια θα έπρεπε να τα πει με φωνή χαμηλότερης έντασης. Η έξαρση, εννοώ, δεν βοηθάει πάντα στην απόδοση του κλίματος (των μελωδιών και των στίχων).

 

Το άλμπουμ έχει μιαν ενότητα, βεβαίως, και κυλάει με παροιμιώδη συνοχή. Επιτέλους, θα αναφωνούσα, ένα άλμπουμ χωρίς «συμμετοχές»! Παρά ταύτα ορισμένα τραγούδια εγώ θα τα ξεχωρίσω από κάποια άλλα – όπως το «Μονάχα φίλη σου» (ίσως το ωραιότερο του CD), το «Κρύσταλλο του κόσμου», το «Στου καιρού το δαχτυλίδι», καθώς και το έσχατο «Ενέδρα».

 

Η περιποιημένη, σαν βιβλίο (με στίχους κ.λπ.), έκδοση του Μετρονόμου συνάδει με το γενικότερο πλαίσιο.

 

Επαφή: www.metronomos.gr

 

 

ΣΩΤΗΡΕΣ: Σωτήρες

[Louvana, 2016]

Δεν είναι το πιο εύκολο άκουσμα το άλμπουμ των Σωτήρων, θα βρει όμως, εδώ, ο ακροατής που την ψάχνει μερικά πολύ ιδιότροπα (και σίγουρα ενδιαφέροντα) τραγούδια.
Δεν είναι το πιο εύκολο άκουσμα το άλμπουμ των Σωτήρων, θα βρει όμως, εδώ, ο ακροατής που την ψάχνει μερικά πολύ ιδιότροπα (και σίγουρα ενδιαφέροντα) τραγούδια.

 

Η κυπριακή Louvana Records από καιρού εις καιρόν μας φιλοδωρεί με πολύ ενδιαφέροντα άλμπουμ κι ένα τέτοιο είναι και το «Σωτήρες», για το οποίον εύχομαι να... δοξαστεί από το συγκρότημα με τον ίδιο τίτλο.

 

Ο Φώτης Σιώτας φωνή, βιολί, κιθάρα (από Ευοί Εαύν, Λαϊκεδέλικα, Επισκέπτες, Sancho 003...), ο Λευτέρης Μουμτζής μπάσο, πλήκτρα, κιθάρες, φωνητικά, drum machine [J. Kriste (Master Of Disguise), Τρίο Τεκκέ, Stelafi...], ο Κώστας Παντέλης κιθάρες (κι αυτός από την ίδια παρέα, με συμμετοχές σε Ξύλινα Σπαθιά κ.λπ.) και ο Βασίλης Μπαχαρίδης ντραμς, κρουστά (Επισκέπτες κ.λπ.) είναι οι τέσσερις Σωτήρες, οι άνθρωποι τέλος πάντων που ευθύνονται, γενικώς, για το ρεπερτόριο του γκρουπ και περαιτέρω για τη διευθέτησή του.

 

Πώς να περιγράψεις αυτό που ακούς; Δεν είναι εντελώς εύκολο. Φυσικά υπάρχουν αναφορές στο σύγχρονο ροκ, βεβαίως ανιχνεύονται υπαινιγμοί στην τραγουδοποιία του Θανάση Παπακωνσταντίνου, αλλά και μελετημένοι, εγώ θα πω, πειραματισμοί, που βοηθούν το άλμπουμ ν' ακούγεται απ' όλους αφ' ενός, αλλά και από... λιγότερους αφ' ετέρου. Μέσα σ' αυτό το σύστημα, το ορθά μελετημένο, εμφιλοχωρεί περαιτέρω η παράδοση (ή μάλλον οι παραδόσεις), αλλά κυρίως η διάθεση των μουσικών να περάσουν σε μιαν όχθη εκεί όπου όλοι θα συνομιλούν με όλους, μέσα από ένα πνεύμα σαρκασμού (της καθημερινής ζωής, που προβάλλει ενίοτε σκληρή και αδυσώπητη), αλλά και μιας διαπεραστικής ιλαρότητας, που φέρνει τη «ζυγαριά» στα ίσια.

 

Το αποτέλεσμα έχει πολύ ενδιαφέρον, ιδίως αν έχουμε να κάνουμε με τραγούδια όπως το «Κοστίζει» (με το afro-funk υπόστρωμα, τις σκληρές, αλλά εντέχνως «πίσω» τοποθετημένες κιθάρες, τη φωνή σωστά «μπροστά» και τη φευγάτη κατάληξη), το «Παράδοξο» (με πιο straight-ahead στοιχεία κιθαριστικής ποπ), το εισαγωγικό «Τελώνιο» (με τη βαρβάτη μπασογραμμή, την trad προσήλωση, αλλά και την πληθώρα των παράλληλων breaks), την «Κοκκινοσκουφίτσα» (που αφηγείται μια ιστορία μ' έναν τρόπο ανατρεπτικό και όσον αφορά στη μουσική εξέλιξη), τη «Λυπημένη νύφη» (που μοιάζει κάπως με το... hit του δίσκου, αλλά «χάνεται» μέσα σ' ένα σύστημα από εναλλασσόμενα tempi, κάπως σαν κουπλέ-ρεφραίν, και πάντα με προτεταμένη μια σκωπτική διάθεση) και ακόμη το «Βλαχομπαρόκ» (εκεί όπου η ιδιοφυής ταπετσαρία τού Μιχάλη Σιγανίδη, θα μπορούσε να συνομιλεί με τους «ζαππισμούς» των Zoolixo Λίγο).

 

Δεν είναι το πιο εύκολο άκουσμα το άλμπουμ των Σωτήρων, θα βρει όμως, εδώ, ο ακροατής που την ψάχνει μερικά πολύ ιδιότροπα (και σίγουρα ενδιαφέροντα) τραγούδια.

 

Επαφή: www.louvanarecords.com