Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
 

Dead can dance: Η ελληνική μουσική και ειδικά το ρεμπέτικο επηρέασαν πολύ την τέχνη μας

Ο Brendan Perry και η Lisa Gerrard, δημιουργοί του επιδραστικού συγκροτήματος, μιλούν αποκλειστικά στο Lifo.gr, μετά τη μουσική ανάμιξή τους στην ανάδειξη της Ελευσίνας σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα
ΜΟΥΣΙΚΗ | ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ 15.12.2016
Όταν ξεκινήσαμε εμείς, δεν αμφέβαλλα ούτε για μια στιγμή, ήξερα πως αυτό θα έκανα την υπόλοιπη ζωή μου. Είναι φιλοδοξία ζωής.

Κάπου είχα διαβάσει πολύ παλιά πως «είναι σαν δύο μαγικά πλάσματα, δύο Νεφελίμ που αποφάσισαν να γράψουν μουσική» και όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται αυτό, σίγουρα περνάει από το μυαλό σου, όταν ακούς Dead Can Dance. Ο Brendan Perry και η Lisa Gerrard, δύο τεράστια ταλέντα, δύο μοναδικές προσωπικότητες, συνέπραξαν μουσικά το 1981, στήνοντας μια μπάντα που όμοιά της δεν θα ξαναγίνει. Το έργο τους κυριολεκτικά διαμόρφωσε ένα νέο είδος, μια λυδία λίθο: τόλμησαν να περπατήσουν σε ανεξερεύνητα ηχητικά μονοπάτια κι έδωσαν δημιουργική τροφή τόσο σε αυτούς που ακολούθησαν το παράδειγμά τους όσο και στο κοινό. Ένα κοινό που είναι τεράστιο στην Ελλάδα. Μπορεί από πολλούς να πέρασε απαρατήρητος ο αγώνας της Ρόδου, της Καλαμάτας και της Ελευσίνας στην τελική ευθεία για την ανάδειξή τους σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2021, όμως, ξαφνικά, όλα μα όλα τα φώτα στράφηκαν στην Ελευσίνα, αφού οι Dead Can Dance έγραψαν αφιλοκερδώς το «Eleusis», μια μουσική σύνθεση εμπνευσμένη από την πόλη και την ιστορία της με σκοπό την υποστήριξη και μετάδοση του οράματός της για τη «Μετάβαση στη EUphoria». Ποτέ δεν θα μάθουμε τι ρόλο έπαιξε η συμμετοχή τους στη νίκη της. Πόσο σημαντική ήταν αυτή η πρωτοβουλία της Ελευσίνιας δημιουργού Λίας Δήμου, που εμπνεύστηκε και έκανε πραγματικότητα αυτήν τη συνεργασία. Αυτό που είδαμε έμπρακτα, όμως, ήταν τα συγκινητικά μηνύματα αγάπης και υποστήριξης που έρχονταν απ’ όλο τον κόσμο, τα θετικά σχόλια για το τραγούδι, την Ελλάδα και την Ελευσίνα. Τη δύναμη που μπορεί να έχει η μουσική, ο πολιτισμός, το εκτόπισμα του Brendan και της Lisa. Και, πάνω απ’ όλα, την τεράστια αγάπη τους για την Ελλάδα. Με αφορμή όλα αυτά και άλλα τόσα πέρασα ένα απόγευμα μιλώντας με τον ενθουσιασμένο με το αποτέλεσμα Brendan Perry, που μου επιβεβαίωσε με τη σειρά του όλα όσα είχα στο μυαλό μου γι’ αυτούς και ότι όσο πιο σημαντικός είναι ένας καλλιτέχνης, τόσο πιο (σχεδόν εκνευριστικά) ταπεινός είναι.     

  

—  Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με την Ελευσίνα στη διαδρομή της για την ανάδειξή της σε Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2021;

Η Λία Δήμου επικοινώνησε μαζί μου μέσω Facebook και με ρώτησε αν θα μας ενδιέφερε να γράψουμε το μουσικό θέμα, γνωρίζοντας το μεγάλο μας ενδιαφέρον για την Ελλάδα, την ελληνική κουλτούρα και την Ιστορία της. Για μένα προσωπικά ήταν μεγάλη τιμή να το κάνω αυτό λόγω της αγάπης μου για τη χώρα σας. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, έναν δημιουργικό διάλογο με τη Λία και αρχίσαμε να συνθέτουμε με γνώμονα αυτό που πιστεύαμε πως θα ήταν σωστό ως μουσικό θέμα.

 

—  Τι σας έκανε να αποφασίσετε να το κάνετε, ποιο ήταν το στοιχείο που σας τράβηξε σε αυτό;

Το πρότζεκτ ήταν πολύ ενδιαφέρον, κάτι που δεν έχουμε ξανακάνει. Ήταν μια ασυνήθιστη πρόταση το να γράψουμε μουσική για έναν διαγωνισμό και ήταν μια καλή ευκαιρία, μέσω αυτού, να εκδηλώσουμε την αγάπη μας για την Ελλάδα.

 

Για μένα είναι πολύ δύσκολο να ξέρω ακριβώς πόσο μεγάλη είναι η επιρροή που έχει ασκήσει η μουσική μας γενικά. Αυτό που έχω καταφέρει είναι να ωθήσω το κοινό να δείξει σεβασμό απέναντι στη μουσική άλλων χωρών και στον πολιτισμό τους. Ίσως αυτό να είναι το πιο μεγάλο μου επίτευγμα.

 

—  Και δύο καλλιτέχνες του δικού σας βεληνεκούς το έκαναν όλο αυτό χωρίς αμοιβή...

Πρόκειται για μια μη κερδοσκοπική οργάνωση. Στο κάτω-κάτω, όλο αυτό έχει να κάνει με την αναγέννηση της πόλης. Σκεφτήκαμε πως άξιζε τον κόπο – επιπλέον, όλο αυτό είχε και μια ανθρωπιστική διάσταση, δεν μου φάνηκε σωστό να πληρωθούμε. Εκτός από το ενδιαφέρον μου για την Ελευσίνα, είχα ελεύθερο χρόνο που ήθελα να διαθέσω κάπως. Η πρόταση ήρθε σε μια πολύ βολική στιγμή και ήθελα να προσφέρω κάτι, με τον δικό μου τρόπο.

 

—  Χαρήκατε με την ανάδειξη, τελικά, της Ελευσίνας σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2021;

(Γελάει) Φυσικά! Ήταν εξαιρετικό νέο! Χάρηκα πολύ για όλους αυτούς που συμμετείχαν ενεργά στην προσπάθεια, αλλά και για τους κατοίκους της πόλης. Ανυπομονώ να επισκεφτώ την Ελευσίνα κάποια στιγμή στο μέλλον, δεν τα έχω καταφέρει μέχρι τώρα.

 

—  Ψάξατε καθόλου την ιστορία της, συνθέτοντας το «Eleusis»; Τα Ελευσίνια Μυστήρια, την πορεία της στον χρόνο και το πώς κατέληξε να γίνει βιομηχανική περιοχή;

Το ότι είναι βιομηχανική περιοχή το μάθαμε πρόσφατα, ξέραμε μόνο για τα Ελευσίνια Μυστήρια και το ότι ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις στην Αρχαία Ελλάδα. Η ελληνική φιλοσοφία και η μυθολογία είναι από τις μεγάλες μου αγάπες.

 

—  Σκεφτόμουν πολύ έντονα πως το τραγούδι σας «Persephone» −μια γυναικεία φιγούρα άρρηκτα συνδεδεμένη με την πόλη− μοιάζει προφητικό σήμερα.

Απόλυτα, ναι! Η Περσεφόνη είναι σύμβολο των Μυστηρίων.

 

—  Από τα τραγούδια σας, τους τίτλους και τους στίχους τους διαφαίνεται πως έχετε μια πολύ δυνατή σύνδεση με την Ελλάδα. Πώς προέκυψε όλο αυτό;

Για 'μένα ξεκίνησε όταν ήμουν 10 ετών περίπου. Διάβασα πρώτα την «Ιλιάδα» και μετά την «Οδύσσεια». Γενικά, διάβαζα πάρα πολύ ως παιδί και βασικά εντρύφησα στη μυθολογία και στα παραμύθια, όμως τα ομηρικά έπη, αυτές οι καταπληκτικές ιστορίες, με συνεπήραν. Δεν είχα έρθει στην Ελλάδα τότε ακόμα και φανταζόμουν όλα αυτά τα νησιά, την πανέμορφη μεσογειακή θάλασσα, τα μαγικά πλάσματα που παγίδευσαν τη φαντασία μου όταν ήμουν μικρός.   

  

—  Πώς εξελίχθηκαν όλα αυτά, καθώς μεγαλώνατε, και εισχώρησαν στη μουσική σας;

Η ελληνική μουσική, ειδικά τα ρεμπέτικα, μας επηρέασαν πολύ. Ξεκίνησα να την ακούω επισταμένως τη δεκαετία του ’90 και ανακάλυψα πως έχει μεγάλο βάθος και πως η ελληνική διασπορά επηρέασε τη μουσική των γειτονικών σας περιοχών. Διαπίστωνα τις διαφορές στις επιρροές − πάντα με ενέπνεε η μουσική της Ανατολής. Στα ρεμπέτικα, λοιπόν, μπορείς να εντοπίσεις τη διασταύρωση Δύσης και Ανατολής, αυτήν τη γεφύρωση της Ευρώπης με τους άλλους πολιτισμούς, και η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά στο ιδανικό σημείο γι’ αυτή την «ανταλλαγή». Με ενδιαφέρει πολύ να βλέπω και να ακούω αυτήν τη «διασταύρωση», αυτό είναι που κάνουν, τελικά, οι Dead Can Dance. Παίρνουμε μουσική και επιρροές και τις διασταυρώνουμε με νέες παραλλαγές και στοιχεία.

 

—  Για να μην αναφέρουμε και την αγάπη σου στο μπουζούκι. Χώρια που μας τραγούδησες και στα ελληνικά στις τελευταίες εμφανίσεις σας εδώ.

Ναι! Ήταν μια πολύ όμορφη στιγμή! (γελάει). Λατρεύω το μπουζούκι. Δεν είμαι πολύ καλός ακόμα, βελτιώνομαι όμως. Σκεφτήκαμε πως το να τραγουδήσω στα ελληνικά θα ήταν μια ευγενική χειρονομία. Πάντα είχαμε πολύ ζεστό ακροατήριο στην Ελλάδα και μεγάλη υποστήριξη, όπου και να παίζαμε. Πολύ δυνατό κοινό!

 

—  Έμαθες μόνος σου ή είχες κάποιον δάσκαλο;

Μόνος μου. Παίζω κιθάρα και κάποια άλλα όργανα, όπως ούτι, μπάντζο και ιρλανδικό μπουζούκι, το οποίο προέρχεται από το ελληνικό. Αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν να αποκτήσω έναν πιο ελληνικό τρόπο παιξίματος. Παίζαμε στη Θεσσαλονίκη πριν από λίγα χρόνια και πήγα στα προάστια, σε έναν ηλικιωμένο κύριο που έφτιαχνε μπουζούκια. Ήταν μοναδικά, πέρασα όλο το απόγευμα στο εργαστήριό του για να διαλέξω ένα. Κατά διαστήματα ερχόταν η μητέρα του και μας μιλούσε, μας έφερνε καφέ... Αγόρασα ένα που μου άρεσε και το ίδιο βράδυ έπαιξα με αυτό στη συναυλία.

 

Υπάρχει μια πραγματική ζεστασιά, μια στοργή στην ατμόσφαιρα που σε κάνει  να νιώθεις ότι μπορείς να την αγγίξεις. Κάθε φορά! Έχω εξαιρετικές αναμνήσεις να διηγηθώ, εκτός από αυτές που έχω συνδέσει με τα live. Πριν από λίγα χρόνια γύρισα με την οικογένειά μου τα νησιά. Πήγα και στην Έφεσο κι ένιωθα πως ήμουν στην Ελλάδα.
Υπάρχει μια πραγματική ζεστασιά, μια στοργή στην ατμόσφαιρα που σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να την αγγίξεις. Κάθε φορά! Έχω εξαιρετικές αναμνήσεις να διηγηθώ, εκτός από αυτές που έχω συνδέσει με τα live. Πριν από λίγα χρόνια γύρισα με την οικογένειά μου τα νησιά. Πήγα και στην Έφεσο κι ένιωθα πως ήμουν στην Ελλάδα.

 

—  Πραγματικά, έχετε φανατικό κοινό στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν απ’ όλα τα μέρη της χώρας για να σας δουν ζωντανά. Τη νιώθετε όλη αυτή την αγάπη όταν είστε στη σκηνή;    

Απόλυτα, ναι. Υπάρχει μια πραγματική ζεστασιά, μια στοργή στην ατμόσφαιρα που σε κάνει  να νιώθεις ότι μπορείς να την αγγίξεις. Κάθε φορά! Έχω εξαιρετικές αναμνήσεις να διηγηθώ, εκτός από αυτές που έχω συνδέσει με τα live. Πριν από λίγα χρόνια γύρισα με την οικογένειά μου τα νησιά. Πήγα και στην Έφεσο κι ένιωθα πως ήμουν στην Ελλάδα.

 

—  Πώς σε κάνει να νιώθεις το ότι είσαι ο δημιουργός ενός συγκροτήματος που έχει παίξει τόσο σημαντικό ρόλο στην ιστορία της μουσικής;

Ώπα... (γελάει). Είναι πολύ δύσκολο να είσαι αντικειμενικός. Για μένα είναι πολύ δύσκολο να ξέρω ακριβώς πόσο μεγάλη είναι η επιρροή που έχει ασκήσει η μουσική μας γενικά. Αυτό που έχω καταφέρει είναι να ωθήσω το κοινό να δείξει σεβασμό απέναντι στη μουσική άλλων χωρών και στον πολιτισμό τους. Ίσως αυτό να είναι το πιο μεγάλο μου επίτευγμα.

 

—  Ως ένας από τους ανθρώπους που βρίσκεται πίσω από τη δημιουργία του συγκροτήματος, γιατί πιστεύεις πως οι Dead Can Dance είχαν και συνεχίζουν να έχουν αυτή την τεράστια απήχηση;

Μάλλον γιατί αυτό που κάνουμε εκφράζει μια παγκόσμια άποψη στη μουσική και προέρχεται από αυτή. Πρόκειται για μουσική που ξεπερνά τα όρια της γλώσσας και καθένας μπορεί να εκτιμήσει. Αυτό είναι η μουσική στην ουσία της έτσι κι αλλιώς, έχει συμπαντική ποιότητα και ουσία, είναι μια μη κυριολεκτική μορφή τέχνης. Το να καταφέρεις να αγγίξεις το πάθος και την πνευματικότητα είναι κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με την ποπ μουσική. Το πρόβλημα είναι πως η μουσική σήμερα τείνει προς μια αυστηρή κατηγοριοποίηση. Για παράδειγμα, ακούω καλή πoπ μουσική και την αντιλαμβάνομαι ως μια μορφή τέχνης. Θα ήθελα, όμως, να υπάρξει μουσική η οποία να αναχθεί σε μια θεατρική μορφή υψηλής αισθητικής και τέχνης και να εκτιμηθεί γι’ αυτό. Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους, όταν κάνουμε περιοδεία, προτιμούμε να παίζουμε σε χώρους κλασικής μουσικής, ώστε να «γκρεμίσουμε» αυτούς τους τοίχους και τα στεγανά. «Η χορευτική μουσική πρέπει να ακούγεται σε ένα club, η κλασική σε συγκεκριμένο χώρο». Αυτή είναι η λογική. Η μουσική, όμως, συμβαδίζει με την ανατροπή του κατεστημένου, των νόμων, των γεωγραφικών ορίων και κατά τη γνώμη μου υπάρχει για να φέρει ένα είδος παγκόσμιας ελευθερίας, μια καθολικότητα. Πιστεύω πως φορείς όπως οι πόλεις, οι συναυλιακοί χώροι, οι πολυεθνικές και οι δισκογραφικές πρέπει να επαναπροσδιορίζονται συνεχώς και να αλλάζουν σε κάθε επίπεδο, γιατί η μουσική πρέπει να είναι ελεύθερη και για όλους. Η κουλτούρα και η Τέχνη είναι θεμελιώδη στοιχεία του πολιτισμού. Πρέπει να εκπολιτιζόμαστε για να κρατιόμαστε μακριά από τον πόλεμο, την επιθετικότητα και τη βία. Συγγνώμη αν μακρηγορώ, αλλά είναι πολύπλοκο το θέμα, υπάρχουν τόσο πολλές διακλαδώσεις. Δεν τίθεται απλώς το ζήτημα της μουσικής αλλά και της πολιτικής στάσης.

 

Δημιουργούν ένα κλίμα τρόμου ενάντια στους μετανάστες, ενάντια στο Ισλάμ, στους Μουσουλμάνους, κάνουν προπαγάνδα. Επαναλαμβάνουν αυτό που έγινε τις δεκαετίες του '20 και του '30 και είδαμε όλοι πού κατέληξε. Αυτό γίνεται και στην Ελλάδα! Το αποκρουστικό με την Ιστορία και το ανθρώπινο γένος είναι ότι συνεχίζουμε να κάνουμε τα ίδια λάθη, πάλι από την αρχή. Τα media είναι ο κύριος υπαίτιος για όλο αυτό, όπως και η παιδεία.

  

—  Ξεκινήσατε την καριέρα σας μια εποχή που τα δεδομένα και η πραγματικότητα της μουσικής βιομηχανίας ήταν πολύ διαφορετικά. Σήμερα η κατάσταση με τις δισκογραφικές είναι τελείως αλλαγμένη, το promo γίνεται από τα social media, παράγεται πολλή μουσική, αλλά λίγη καλή. Τι σκέφτεσαι για όλα αυτά;

Όσον αφορά τον τρόπο που λειτουργούν οι δισκογραφικές, ήμουν τυχερός που έζησα σε μια εποχή που υπήρχαν εναλλακτικές. Τότε οι δισκογραφικές σε γαλουχούσαν, έπαιρνες μια καλλιέργεια από αυτές και μπορούσες να επιλέξεις: αν σε ήθελε μια μεγάλη δισκογραφική, μπορούσες να πας σε αυτήν, αλλά τότε πολύ συχνά θυσίαζες την καλλιτεχνική σου ελευθερία. Αν επέλεγες μια μικρότερη, ανεξάρτητη εταιρεία, μπορούσες να έχεις γνώμη για τη δουλειά σου. Πιστεύω πως αυτό είναι ένα θέμα σήμερα, δεν έχεις πολλές επιλογές, ούτε ελευθερία. Έχεις, όμως, την επιλογή να κάνεις κάτι δικό σου, να τολμήσεις. Πιστεύω πως όλα έχουν κατακερματιστεί... Κάτι που μου άρεσε τότε και μου αρέσει ακόμα, όταν συνεργάζομαι με μια δισκογραφική είναι η φροντίδα που σου δείχνουν − αν πέσεις σε καλούς ανθρώπους. Θα σε βοηθήσουν να καταλάβεις την επιχειρηματική πλευρά κι έτσι να έχεις όσο περισσότερα οφέλη γίνεται από τη δουλειά σου. Και κατά τη γνώμη μου αυτό ισχύει σε κάθε επίπεδο, είτε μιλάμε για το artwork του δίσκου είτε για την ποιότητα της μουσικής είτε για τα media μέσω των οποίων θα την προβάλλεις. Όλα αυτά είναι τα στάδια στα οποία σε βοηθούσε μια εταιρεία. Αυτό που με ανησυχεί τώρα είναι ότι όλη αυτή η DIY φάση οδηγεί σε πολύ χαμηλή ποιότητα, σαν να μη φιλτράρεται τίποτα. 

 

—  Δεν υπάρχουν σωστοί A&Rs (artists and repertoire), αν υπάρχουν…

Ακριβώς! Δεν υπάρχει η παραμικρή καθοδήγηση. Δεν σκέφτονται τι θα κάνουν σε βάθος χρόνου, δεν υπάρχει πλάνο. Όταν ξεκινήσαμε εμείς, δεν αμφέβαλα ούτε για μια στιγμή, ήξερα πως αυτό θα έκανα την υπόλοιπη ζωή μου. Είναι φιλοδοξία ζωής. Σήμερα, πολλοί άνθρωποι μπαίνουν σ’ αυτήν τη διαδικασία και την αντιμετωπίζουν με το εξής σκεπτικό: «Αν αποτύχω, θα ξαναγυρίσω στο γραφείο ή στο εργοστάσιο, στην πρωινή μου δουλειά». Αυτή η απουσία δέσμευσης είναι μέρος του προβλήματος. Η δισκογραφική βιομηχανία σήμερα δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως στο παρελθόν. Δεν μπορεί να έχει οικονομικά αποθέματα, αφού τα περισσότερα χρήματα χάνονται λόγω της πειρατείας, κι έτσι μπορείς να εντοπίσεις και τις οικονομικές συνιστώσες που οδήγησαν στην παρακμή της. Πιστεύω πως η κυριαρχία παραγόντων όπως το «X-Factor», «το Pop Idol» κ.ά. πραγματικά μπερδεύουν πολλά νέα παιδιά που ξεκινούν την καριέρα τους, γιατί δημιουργούν την εντύπωση πως αυτά είναι τα δεδομένα. Εμείς δεν είχαμε τέτοια την εποχή που ξεκινούσαμε. Υπήρχαν απλώς τα συγκροτήματα και οι καλλιτέχνες που αγαπούσαμε, τους είχαμε λίγο-πολύ ως παράδειγμα προς μίμηση. Τώρα υπάρχει ροκ σχολείο στην τηλεόραση με ειδικούς κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βγαίνουν όλοι ομογενοποιημένοι. Μόνο λίγοι καλλιτέχνες έχουν προσωπικότητα και είναι ξεχωριστοί, αυθεντικοί.

 

Το να δουλεύεις με κάποιον που έχει διαφορετική οπτική από τη δική σου μπορεί να βοηθήσει πολύ τη μουσική που κάνετε. Είναι σαν να έχεις δύο οδηγούς και ένα αυτοκίνητο. Κάποιες φορές ο ένας θα πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του στον άλλο.
Το να δουλεύεις με κάποιον που έχει διαφορετική οπτική από τη δική σου μπορεί να βοηθήσει πολύ τη μουσική που κάνετε. Είναι σαν να έχεις δύο οδηγούς και ένα αυτοκίνητο. Κάποιες φορές ο ένας θα πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του στον άλλο.

 

—  Lisa κι εσύ κάνατε μεγάλα διαλείμματα στη συνεργασία σας. Φαντάζομαι πως αυτό έγινε για να ασχοληθείτε με τα δικά σας προσωπικά μουσικά ταξίδια.

Ναι, έτσι είναι. Η Lisa ξαναγύρισε στην Αυστραλία, ήταν δύσκολο να δουλεύουμε μαζί σε πρακτικό επίπεδο κι έτσι εκείνη την εποχή αποφασίσαμε να κυνηγήσουμε τα προσωπικά μας ενδιαφέροντα. Η Lisa ασχολήθηκε ακόμα περισσότερο με τη μουσική για τον κινηματογράφο, εγώ ασχολήθηκα με τη φολκ και τα μπλουζ. Ξαναβρεθήκαμε το 2005, φέρνοντας διαφορετικές μουσικές προσεγγίσεις στους Dead Can Dance, και κάπως έτσι έγινε όταν συναντηθήκαμε πάλι, το 2012, στο «Anastasis». Θέλαμε να κάνουμε ένα δυνατό άλμπουμ γιατί τα πιο πολλά συγκροτήματα που επανενώνονται καταλήγουν να γράφουν τα ίδια και όχι κάτι καινούργιο. Εμείς πάντα θέλουμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό, να εξερευνούμε καινούργιες μουσικές προσεγγίσεις κι αυτή ήταν και η λογική πίσω από το «Anastasis», να είναι συμπαγές θεματικά.

 

—  Έτσι ήταν. Έχετε σκεφτεί κάτι για το μέλλον;

Έχουμε ξεκινήσει τη διαδικασία ηχογράφησης ενός ακόμα άλμπουμ. Θα επιστρέψουμε σε αυτό στις αρχές του 2017 για να δούμε πού θα μας πάει. Αυτήν τη στιγμή δουλεύω πάνω σε ένα ισπανικό ντοκιμαντέρ για τους hippies στην Ίμπιζα. Ξεκινά με την καταγραφή της ιστορίας τους από το τέλος της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές του ’60 και φτάνει μέχρι σήμερα. Κάποιοι από αυτούς ζουν ακόμα στο νησί και μένουν σε σπηλιές! Είναι μια πολύ ωραία δουλειά που μου επιτρέπει να εκδηλώσω μουσικά την αγάπη μου για τους Pink Floyd και τον ψυχεδελικό ήχο της εποχής. 

 

—  Πάντα αγγίζατε «βαριά» θέματα με τη μουσική και τους στίχους σας, θέματα που είχαν να κάνουν με την ψυχή, τη διανόηση, την ιστορία των λαών και τον ρόλο της μουσικής, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία. Μιλήσατε γι’ «αυτά που δεν βλέπει το ανθρώπινο μάτι», όπως τραγούδησες χαρακτηριστικά. Και πέρασαν όλα αυτά στους ακροατές σας. Υπήρχε πάντα μια αρχική ιδέα όταν ξεκινούσατε να γράφετε ή απλώς κάνατε «έκκληση στη Μούσα», όπως μας αφηγήθηκε η Lisa;

(Γελάει). Ξέρεις απ’έξω όλη μας τη δισκογραφία, βλέπω. Το θέμα της Μούσας είναι μια πραγματικότητα. Πολλές φορές κάθομαι στο στούντιο και δεν μου έρχεται καμιά ιδέα. Είναι ένα αίνιγμα, κατά κάποιον τρόπο, από πού έρχεται όλη αυτή η μουσική, ποια είναι η πηγή όλης αυτής της δύναμης. Σίγουρα υπάρχει μια αλχημεία, μια χημική αντίδραση. Υπάρχουν δονήσεις −άλλωστε μιλάμε για μουσική και ήχο− οι οποίες πρέπει να προκαλούν συγκίνηση με τον τρόπο που μπαίνουν σε σειρά, τη συγκεκριμένη στιγμή... Το μυαλό σου πρέπει να είναι παρόν τη στιγμή ακριβώς που δημιουργούνται, για να τις δεχτεί. Πολλές φορές σκέφτομαι πως για τον καθένα έρχεται μια στιγμή κατά την οποία όλα γίνονται τόσο σαφή, ώστε ρέουν. Όταν τραγουδάς, οι λέξεις ρέουν, έρχονται στο μυαλό σου πολύ γρήγορα. Πιστεύω πως έχω ξοδέψει πολύ περισσότερο χρόνο οργανώνοντας μια κατάσταση για να συμβεί αυτό που περιγράφω και στη συνέχεια να δουλέψω τεχνικά «εκείνη τη στιγμή». Ξέρεις, η Μούσα είναι κάτι πολύ δύσκολο, είναι σαν να λάμπει ξαφνικά ένα θεόσταλτο φως. Δεν θέλω σε καμιά περίπτωση να ακουστούν μυστικιστικά όλα αυτά, αλλά έτσι ακριβώς συμβαίνουν. Δεν μπορείς να πιέσεις τις καταστάσεις, και αν το κάνεις, κάτι δεν κολλάει, κάτι δεν πάει καλά.

 

—  Είστε και οι δύο εξαιρετικά δημιουργικοί άνθρωποι. Πώς είναι δυνατό να συνυπάρχουν δύο καλλιτέχνες τόσα χρόνια, χωρίς να χάσουν την προσωπική τους φωνή;

Λοιπόν, το μυστικό είναι να βρεις αυτό τον ξεχωριστό για σένα άνθρωπο, αυτόν με τον οποίο έρχεσαι σε αρμονία, και να δουλέψεις μαζί του. Δεν χρειάζεται να είναι σε διανοητικό επίπεδο, αλλά στο επίπεδο των δονήσεων. Προσωπικά, μου συμβαίνει πολύ σπάνια κι έχω παίξει και συνευρεθεί μουσικά με πολλούς ανθρώπους.

 

—  Υπάρχει κάτι μαγικό που συμβαίνει αβίαστα με κάποιους, ενώ με άλλους πρέπει να το ζορίσεις για να συμβεί;

Ισχύει και με τους δύο τρόπους. Το να δουλεύεις με κάποιον που έχει διαφορετική οπτική από τη δική σου μπορεί να βοηθήσει πολύ τη μουσική που κάνετε. Είναι σαν να έχεις δύο οδηγούς και ένα αυτοκίνητο. Κάποιες φορές ο ένας θα πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του στον άλλο. Συμβαίνει, όμως, τόσο γρήγορα όλο αυτό, γιατί γίνεται από κοινού. Έτσι δημιουργείς κάτι απροσδόκητο και νέο.

 

 

 

—  Τι ήθελες να εκφράσεις μέσα από τα προσωπικά σου πρότζεκτ που δεν μπορούσε να εκφραστεί μέσω του γκρουπ;

Δεν υπήρχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Γενικά, δυσκολεύομαι να διαφοροποιήσω αυτά που κάνω με τους Dead Can Dance από αυτά που κάνω μόνος μου, γιατί όταν γράφω για το γκρουπ έχω αυτονομία και ελευθερία έκφρασης. Άρα η μόνη διαφορά που μπορώ να βρω είναι ότι όσα κάνω με τους Dead Can Dance είναι πολύ πιο θεατρικά, πιο κλασικά στο στήσιμό τους. Τα προσωπικά μου πρότζεκτ είναι λίγο πιο ρoκ, πιο φoλκ, αλλά γενικά, ως τραγουδοποιός, δεν βρίσκω κάποια διαφορά.

 

—  Είσαι εξαιρετικά πολιτικοποιημένος και εκφράζεις δημόσια τις απόψεις σου. Λίγοι καλλιτέχνες το κάνουν αυτό χωρίς τον φόβο πως θα χάσουν το κοινό τους.

Ναι... Είναι θλιβερό. Η αγορά είναι πολύ συχνά πιο σημαντική για έναν καλλιτέχνη από την ηθική του. Το βρίσκω αποκρουστικό, ειδικά όταν βλέπω καλλιτέχνες να πηγαίνουν συχνά σε ένα κράτος-απαρτχάιντ, όπως το Ισραήλ, και να κάνουν συναυλίες. Θυμάμαι το μποϊκοτάζ στο Sun City, στο απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Οι καλλιτέχνες δεν πήγαιναν να παίξουν εκεί και αυτό ήταν δεδομένο, αλλά για κάποιον λόγο κάνουν εξαιρέσεις σε ό,τι έχει να κάνει με το Ισραήλ. Είναι η ίδια κατάσταση, για να μην πω χειρότερη. Νομίζω πως ο κόσμος έχει αποπροσανατολιστεί ηθικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ξεκίνησα να συμμετέχω στη μουσική σκηνή στα 17 μου και ήμουν punk rocker. Για μένα η πολιτική ήταν μέρος του μουσικού οικοδομήματος που είχαν δημιουργήσει οι Clash και τα πρώτα punk συγκροτήματα. Μου φαινόταν φυσικό όλο αυτό και προέκταση της γενικότερης διαμαρτυρίας: νέοι άνθρωποι που δεν τους άρεσαν τα τεκταινόμενα αντιδρούσαν μέσα στο γενικότερο επαναστατικό πνεύμα. Όπως ξέρεις, ο κόσμος μας δεν είναι ιδανικός αλλά θα μπορούσε να είναι καλύτερος, πιο δίκαιος κοινωνικά. Έχω γίνει σίγουρα πιο ενεργός πολιτικά τα τελευταία 15-20 χρόνια, βασικά γιατί νιώθω πως οι άνθρωποι έχουν χάσει τον δρόμο τους − υπάρχουν τόσο πολλά ζητήματα αυτήν τη στιγμή. Πάντως, είναι αλήθεια πως πολλοί καλλιτέχνες ανησυχούν μήπως χάσουν τους οπαδούς τους, ειδικά οι Αμερικανοί. Τους τρομοκρατεί και η σκέψη ακόμα να μιλήσουν ενάντια στο Ισραήλ και την πολιτική του εξαιτίας του πανίσχυρου εβραϊκού lobby στην Αμερική, για να μην πω του σιωνιστικού lobby. Πήρα πρόσφατα την απόφαση πως δεν θα ξανακάνω περιοδεία στην Αμερική, δεν με ενδιαφέρει καθόλου να παίξω εκεί. Είναι ο δικός μου τρόπος να μποϊκοτάρω αυτήν τη χώρα, γιατί πιστεύω πως είναι υπεύθυνη για πολλά από τα στραβά που βλέπουμε στον κόσμο σήμερα. Κατά τη γνώμη μου, είναι ένα επιθετικό, ιμπεριαλιστικό έθνος και θα ήθελα να αναλάβει τις ευθύνες του. Με τον δικό μου, ταπεινό τρόπο θέλω να ενημερώσω το κοινό για το πώς νιώθω για όλα αυτά.

 

—  Μακάρι να μπορούσαμε όλοι να το κάνουμε αυτό, να κρατάμε μια ορισμένη στάση ακόμα και μέσω αυτών που τρώμε και αγοράζουμε, μέσα από τη μουσική που ακούμε, από όλα αυτά που υποστηρίζουμε. Ίσως άλλαζαν κάποια πράγματα.

Ακριβώς. Απαιτείται περισσότερη επίγνωση και πολιτική συνείδηση. Κάποια προϊόντα έχουν παραχθεί βάσει περισσότερο ηθικών μεθόδων τους ή είναι πιο οικολογικά ή οι φόροι από την πώλησή τους δεν πηγαίνουν σε κάποια δικτατορία. Πάντα υπάρχει επιλογή και δεν χρειάζεται να κάνουμε εκπτώσεις, επιλέγοντας από τους στραβούς τον μονόφθαλμο. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με την παιδεία, με τη μόρφωση, την επιλογή να είσαι μέρος ενός κινήματος ανθρώπων, με τον σοσιαλισμό και τη δικαιοσύνη.

 

—  Αναφέρθηκες στο Ισραήλ κι έχω δει πως μιλάς πολύ συχνά για το θέμα της Παλαιστίνης, έχοντας δεχθεί δριμύτατη κριτική από κάποιους θαυμαστές σου. Κάποιοι σε παροτρύνουν «να μείνεις στη μουσική σου και να τα αφήσεις αυτά». Δεν θυμώνεις;

Στενοχωριέμαι, για να είμαι ειλικρινής. Όταν διαφωνείς χρησιμοποιώντας διάφορα επιχειρήματα, καταλαβαίνεις πως πάρα πολλοί άνθρωποι στους οποίους απευθύνεσαι έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου, στην πραγματικότητα βλέπουν μόνο τη μία πλευρά. Ο παγκοσμίως ανησυχητικός παράγοντας είναι ότι υπάρχουν κρατικά επιδοτούμενες υπηρεσίες παραπληροφόρησης από το Ισραήλ. Ουσιαστικά, βρίσκουν εθελοντές που έχουν παρουσία σε όσο περισσότερα social media μπορούν, βάζουν σε μηχανές αναζήτησης συγκεκριμένες λέξεις που τους ενδιαφέρουν και μετά πηγαίνουν σε αυτά τα προφίλ κι αρχίζουν να διαφωνούν με ανθρώπους που είναι ενάντιοι στο Ισραήλ. Όλο αυτό είναι πολύ μοχθηρό και φόρα-παρτίδα χειρισμός ελεγχόμενος από το κράτος. Είναι σαν μια ρομποτική αντίδραση σε κάτι που απασχολεί πολλούς ανθρώπους. Είναι τεράστιο το πρόβλημα, χάνεται η ίδια η ουσία της ανθρωπότητας. Δεν με ανησυχεί το ότι μπορεί να χάσω θαυμαστές, ούτε με προβληματίζει. Η πραγματικότητα του κόσμου στον οποίο ζούμε, το πώς φτάσαμε ως εδώ και τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να τα αλλάξουμε όλα αυτά και να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, αυτά με απασχολούν. 

  

—  Κι εκεί που προσπαθούμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, βλέπουμε τον Tραμπ στην Αμερική, τη Λεπέν στη Γαλλία, τα ακροδεξιά κόμματα να προελαύνουν στην Ευρώπη. Πώς νιώθεις γι’ αυτή την κατάσταση;

Με λυπεί αφάνταστα. Τα media είναι αυτά που κατά βάση ευθύνονται για όλον αυτό τον φόβο, το διαπιστώνεις συνέχεια από αυτά που βλέπεις στην τηλεόραση και διαβάζεις στις εφημερίδες. Δημιουργούν ένα κλίμα τρόμου ενάντια στους μετανάστες, ενάντια στο Ισλάμ, στους Μουσουλμάνους, κάνουν προπαγάνδα. Επαναλαμβάνουν αυτό που έγινε τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 και είδαμε όλοι πού κατέληξε. Αυτό γίνεται και στην Ελλάδα! Το αποκρουστικό με την Ιστορία και το ανθρώπινο γένος είναι ότι συνεχίζουμε να κάνουμε τα ίδια λάθη, πάλι από την αρχή. Τα media είναι ο κύριος υπαίτιος για όλο αυτό, όπως και η παιδεία. Για παράδειγμα, πέθανε πρόσφατα ο Φιντέλ Κάστρο και σύσσωμος ο Τύπος ήταν πολύ αρνητικός, γράφοντας ότι είδαμε το τέλος ενός τύραννου. Αν δεις, όμως, το ιστορικό της Κούβας, τη δωρεάν περίθαλψη και τη δωρεάν παιδεία, συνειδητοποιείς ότι οι Κουβανοί μπορεί να είναι φτωχοί ως έθνος αλλά πνευματικά είναι σε πολύ καλύτερη φάση από πολλούς Αμερικανούς, ειδικά αυτούς του Νότου, τους Αφροαμερικανούς. Γι’ άλλη μια φορά κρίνουμε από τα συμφραζόμενα και χειραγωγείται ο κόσμος, οι γνώμη και οι απόψεις του.

 

Έχουμε ξεκινήσει τη διαδικασία ηχογράφησης ενός ακόμα άλμπουμ. Θα επιστρέψουμε σε αυτό στις αρχές του 2017 για να δούμε πού θα μας πάει.
Έχουμε ξεκινήσει τη διαδικασία ηχογράφησης ενός ακόμα άλμπουμ. Θα επιστρέψουμε σε αυτό στις αρχές του 2017 για να δούμε πού θα μας πάει.

 

—  Ποια είναι, λοιπόν, η θέση της μουσικής σε όλο αυτό, τη στιγμή που ιστορικά έχει συμβαδίσει με την πάλη για ελευθερία κι έχει προκαλέσει ολόκληρα κινήματα; Θα μπορούσε να κάνει κάτι ανάλογο σήμερα;

Ναι, γιατί όχι; Αν το δεις από τη σκοπιά της θεατρικότητας που τη χαρακτηρίζει −κάτι που κάνουμε, ουσιαστικά, και με τους Dead Can Dance−, θα μπορούσες να πεις ότι δημιουργούμε έναν ιερό τόπο, ένα «θέατρο» στο οποίο μπορούμε να συζητήσουμε πολλά θέματα, κάπως σαν το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Λέμε ότι ο Αριστοφάνης ασχολήθηκε με την κωμωδία, όμως άγγιξε και εξέφρασε πολύ σοβαρά και σύγχρονά του πολιτικά θέματα. Για 'μένα έτσι είναι, παίρνεις τη θεατρικότητα και την ευαισθησία που μπορεί να έχει μια ταινία, μια θεατρική ή μουσική παράσταση και μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορείς να αναφερθείς σε πνευματικά, πολιτικά και υπαρξιακά ζητήματα − και όλα αυτά αναπτύσσονται σε αυτόν τον «ιερό χώρο». Ο παραλληλισμός με το αρχαίο ελληνικό θέατρο είναι ο πιο σωστός, κατά τη γνώμη μου. Πηγαίνεις στο σημείο, γίνεται επίκληση στους θεούς, στη Φύση, στα στοιχειά, στην Ψυχή, σε όλο το φάσμα των χαρακτηριστικών που μας κάνουν ανθρώπους.

 

—  Τι σε ανησυχεί περισσότερο όσον αφορά το μέλλον της ανθρωπότητας;

Μάλλον η εξαφάνιση ειδών, που οφείλεται φυσικά στους ανθρώπους. Δεν μπορούμε να τα πάρουμε πίσω, ξέρεις (γελάει). Αν σπάσουμε αυτές τις υπέροχες τροφικές αλυσίδες που χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να δημιουργηθούν, θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν πολύ καταστροφικό αντίκτυπο στο οικοσύστημα. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου και ένα συναίσθημα που προσπαθώ να διαχειριστώ. Η ποιότητα ζωής, το νερό, όλα αυτά που παίρνουμε ως δεδομένα ίσως κάποια στιγμή γίνουν πολύ σπάνια και δυσεύρετα. Ο υπερπληθυσμός είναι ένα τεράστιο ζήτημα και δεν βλέπω να γίνεται κάτι γι’ αυτό. Νομίζω πως το ανθρώπινο είδος αντιμετωπίζει τον εαυτό του όλο και περισσότερο ως Θεό. Πώς να το πω, χρειαζόμαστε λίγο περισσότερους Φιντέλ Κάστρο και λιγότερους Tραμπ (γελάει). Χρειαζόμαστε οικολογική συνείδηση.

 

—  Μια και αναφερθήκαμε στον Θεό, πρέπει να σου πω πως οι φίλοι μου κι εγώ λέμε πως είσαι η φωνή του Θεού. Αν ο Θεός είχε φωνή και μπορούσαμε να τον ακούσουμε να τραγουδά, θα είχε σίγουρα τη δική σου. Πιστεύεις στον Θεό, υπάρχει κάποιος εκεί ψηλά;

Είστε υπερβολικοί! (γελάει). Τείνω να ασπαστώ την οπτική του Επίκουρου, αν και πιστεύω πως αναφερόταν σε θέματα πολιτικής. Είπε πως οι θεοί είναι κάπου εκεί έξω, αλλά το σύμπαν είναι τόσο μεγάλο. Μάλλον έχασαν το ενδιαφέρον τους για το ανθρώπινο είδος, ασχολούνται με άλλα. Όχι, δεν πιστεύω πως υπάρχει μια θεϊκή επιρροή σε όλα αυτά που συμβαίνουν, δεν πιστεύω σε θαύματα, αλλά είμαι ανοιχτόμυαλος. Η θεωρία της εξέλιξης έδωσε πολλές εξηγήσεις για το πώς αναπτύχθηκε η ζωή σ’ αυτό τον πλανήτη, αλλά το σύμπαν δεν παύει να είναι άξιο παρατήρησης και απεριόριστη πηγή έμπνευσης. Υπάρχουν τόσο πολλά που δεν γνωρίζουμε και θα ήταν ανόητο να πιστεύουμε πως υπήρξε κάποιος δημιουργός ή ένα θεϊκό σχέδιο. Κάτι που με συναρπάζει και στο οποίο επανέρχομαι συχνά με τη μουσική μου είναι η έννοια του χρόνου και το άπειρο. Αν ζούμε σε ένα απέραντο σύμπαν, πρέπει να ασπαστούμε τη σκέψη πως υπάρχουν πολλοί τρόποι και πως όλα αναπαράγονται, κάτι που είναι συγχρόνως αξιοθαύμαστο αλλά και πολύ τρομακτικό, ένα μοναδικό μυστήριο. Στην πραγματικότητα, όμως, είμαστε αναγκασμένοι να ξοδεύουμε καθημερινά ενέργεια για την επίτευξη των πρακτικών μας στόχων, ώστε να ζούμε αρμονικά με τον υπόλοιπο πλανήτη. Πρέπει να γίνουμε καλοί «κηπουροί», όπως ο Επίκουρος, να απολαμβάνουμε τους καρπούς των κόπων μας αλλά και να διατηρούμε την ισορροπία στο οικοσύστημα, να είμαστε δίκαιοι με όλους τους πολίτες.

 

— Έχεις επιτύχει την αθανασία μέσω της παρακαταθήκης σου, της δουλειάς σου. Πώς νιώθεις γι’ αυτό;

Υποθέτω πως είσαι αθάνατος όσο κρατάει η μνήμη και όσο η μουσική μπορεί να μοιράζεται. Δεν έχω τόση αυτοπεποίθηση. Όταν πεθαίνουμε ξαναγινόμαστε μικρά μόρια σκόνης και δεν νομίζω πως το ανθρώπινο είδος θα βρίσκεται στον πλανήτη για πολύ καιρό ακόμη, σε εξελικτικό επίπεδο. Θα με εκπλήξει πολύ αν είμαστε ακόμα εδώ σε ένα εκατομμύριο χρόνια. Τι θα συμβεί με τη θνησιμότητα, την αθανασία; Θα είναι το τέλος μιας εκπληκτικής ραδιοφωνικής εκπομπής και ο τελευταίος απλώς θα κλείσει τα φώτα. Δεν θέλω να ακουστώ αρνητικός, έχουμε πολλά χρόνια ακόμη για να γίνει αυτό! (Γελάει).                   

  

               

     

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

VIDEOS/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ