Τα γρανάζια της γραφειοκρατίας δε γνωρίζουν σύνορα και οι περιπέτειες μας δεν έχουν τελειωμό. 

 

Σήμερα δημοσιεύω την αφήγηση του Θύμιου Tζάλλα. Ο Τζάλλας είναι Πολιτικός Επιστήμονας και δημοσιογράφος και εργάζεται στη Hansard Society. Θέλησε να ταξιδέψει στην Ελλάδα... 

 

Στις 7 Ιουλίου απευθύνθηκα στην ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου, προκειμένου να βγάλω διαβατήριο για την (ενός μηνός) κόρη μας.

Η διαδικασία είναι απλή. Κλείνεις ραντεβού, καταθέτεις στο προξενικό γραφείο της πρεσβείας το αγγλικό πιστοποιητικό γέννησης, και παίρνεις την ελληνική ληξιαρχική πράξη αυθημερόν. Στη συνέχεια κάνεις αίτηση για διαβατήριο, περιμένεις μερικές εβδομάδες, και το παραλαμβάνεις. Αυτά, θεωρητικώς. Στην πράξη ισχύουν άλλα, και το διαπίστωσα περιπετειωδώς.

 

Όταν τσέκαρα στο site της πρεσβείας, το επόμενο διαθέσιμο ραντεβού για καταχώρηση ληξιαρχικής πράξης ή έκδοση διαβατηρίου ήταν τον Νοέμβριο. Δεν μπορούσα να περιμένω, αφού στις 27 Αυγούστου θα έπρεπε να ταξιδέψουμε στην Ελλάδα. Μετά από ανταλλαγή email (η πρεσβεία έχει μόνο αυτοματοποιημένα τηλεφωνικά μηνύματα οδηγιών, χωρίς να δίνει την επιλογή συνομιλίας με εκπρόσωπο της) μου πρότειναν την εξής λύση: να στείλω ταχυδρομικώς τα δικαιολογητικά για την καταχώρηση της ληξιαρχικής πράξης στο Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών. Στη συνέχεια, το προξενικό γραφείο στο Λονδίνο, θα μπορούσε να μας χορηγήσει επείγον ταξιδιωτικό έγγραφο, ώστε να μπορέσουμε να ταξιδέψουμε.

 

Είναι παράδοξο το ελληνικό δημόσιο να ολοκληρώνει, ουσιαστικά, μόνο εντός της επικράτειας του υπηρεσίες, για τις οποίες έχει γραφεία στο εξωτερικό. Οι πρεσβείες, αν και συνήθως ταυτίζονται με τον διπλωματικό τους ρόλο, κυρίως εξυπηρετούν κατά τόπους τους υπηκόους των χωρών τους. Όπως είναι παράδοξο, να σου λένε ότι θα εξασφαλίσεις το ταξιδιωτικό έγγραφο «μία με δύο ήμερες πριν πετάξετε». Για ποιον λόγο, ενώ προνοείς να γίνουν όλα μήνες πριν, να πρέπει να φτάσεις στο παρά πέντε, και μάλιστα με ένα ταξίδι μπροστά σου;

 

Δυστυχώς, και αυτά τα ερωτήματα αποδείχθηκαν θεωρητικά, αφού στάθηκε αδύνατο να επικοινωνήσω με το Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών. Έφτασα να τηλεφωνώ 8-10 φορές την ημέρα στο τηλεφωνικό κέντρο του υπουργείο Εσωτερικών (εκεί υπάγεται το Ειδικό Ληξιαρχείο που έτσι κι αλλιώς δεν απαντούσε) και να μην το σηκώνει κανείς. Κατέληξα να τηλεφωνώ σε άσχετες με το αίτημά μου υπηρεσίες (Διευθύνσεις Ιθαγένειας, Μεταναστευτικής Πολιτικής κλπ), μήπως και βρω έναν τρόπο να με συνδέσουν εσωτερικά με το κεντρικό τηλέφωνο του υπουργείου. Καμία τύχη. 

 

Στο μεταξύ, έστειλα ένα ακόμη, απεγνωσμένο email στην πρεσβεία, εξηγώντας το νέο πρόβλημα, και υπενθυμίζοντας ότι ο χρόνος πιέζει όλο και περισσότερο. Μου απάντησαν ότι θα μπορούσαν να χορηγήσουν εκείνοι τη ληξιαρχική πράξη, μαζί με το ταξιδιωτικό έγγραφο, 24 ώρες πριν το ταξίδι.

 

Το ραντεβού προγραμματίστηκε για την Παρασκευή 25 Αυγούστου, τελευταία εργάσιμη πριν το ταξίδι μας, την Κυριακή 27 Αυγούστου. Μία μέρα πριν το ραντεβού, την Πέμπτη 24 Αυγούστου, έλαβα ένα email που έλεγε ότι το ραντεβού της επομένης δεν ισχύει, και πως μας περιμένουν στην πρεσβεία στις 3 το μεσημέρι. Ακυρώσαμε άλλα ραντεβού, αλλάξαμε άδειες στα γραφεία μας, και το μεσημέρι ήμασταν εκεί. Καταθέσαμε τα χαρτιά, ο πρόξενος ετοίμασε τρία αντίγραφα της ληξιαρχικής πράξης και το ταξιδιωτικό έγγραφο. Στο τέλος, ειρήσθω εν παρόδω, ρώτησα πώς ακριβώς λειτουργεί το συγκεκριμένο χαρτί (σε ποιον το δείχνω κλπ). Τρεις μέρες πριν το ταξίδι μας, και μόνο με μία εργάσιμη μέρα μπροστά μας, έμαθα ότι το ταξιδιωτικό έγγραφο ίσχυε μόνο για να μπει η κόρη μας στην Ελλάδα, και όχι για να επιστρέψει! «Οι Άγγλοι δεν δέχονται τέτοια χαρτιά, είναι μόνο για Ελλάδα», μου είπε ο πρόξενος. Έμεινα άφωνος, χωρίς λύση, με το ταξίδι μας στον αέρα, και με το ενστικτώδεις συναίσθημα που σου προκαλεί η συζήτηση με έναν ειδικό: ότι το λάθος είναι δικό σου.

 

Ακόμη και σήμερα σκέφτομαι ότι φταίω εγώ, γιατί δεν έβγαλα από μόνος μου το συμπέρασμα ότι το ταξιδιωτικό έγγραφο είναι μόνο για το πήγαινε. Αλλά, ξέρω ότι αυτή είναι η ενοχή που νιώθουμε όταν το ελληνικό δημόσιο, μας έχει βυθίσει πια στον ανερμάτιστο χαρακτήρα του. Εκεί που είναι όλα μισά και μεσοβέζικα, αλλάζουν από τη μία στιγμή στην άλλη, και τα ευκόλως ή δυσκόλως εννοούμενα παραλείπονται.

 

Κανείς δηλαδή δεν μπήκε στον κόπο να μου πει ότι η πρεσβεία, αν και γνώριζε ότι η μόνιμη κατοικία μας είναι στο Λονδίνο, εντούτοις μεταχειρίστηκε την αιτούσα ως επισκέπτρια η οποία δεν έχει τρόπο να γυρίσει στην Ελλάδα. Το πιο τρελό; Η ληξιαρχική πράξη, όταν εκδίδεται στην πρεσβεία, δεν είναι αρκετή για την έκδοση διαβατηρίου στην Ελλάδα. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή, μάθαινα ότι έπρεπε να καταθέσω εγώ την ληξιαρχική πράξη, πρώτα στο Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών, και κατόπιν, εκεί που βρίσκεται η οικογενειακή μου μερίδα στην Ελλάδα, στο Ληξιαρχείο Ιωαννίνων! Μετά, θα μπορούσα να κάνω αίτηση διαβατηρίου. Τρεις υπηρεσίες, σε τρεις διαφορετικές πόλεις για το ίδιο ακριβώς έγγραφο που απλώς βεβαίωνε ένα άλλο έγγραφο του αγγλικού κράτους: ότι η κόρη μας υπάρχει. Σημειωτέον δε ότι εμείς πηγαίναμε στην Τήνο, όχι στην Αθήνα, ούτε στα Γιάννενα. 

 

Δεν θα σας κουράσω με το τελευταίο, και πλέον γκραν γκινιόλ μέρος της ιστορίας. Τα κούριερ, τα ταξί, τις εξουσιοδοτήσεις, τα αμέτρητα τηλέφωνα, τις αχρείαστες μεταφράσεις βρετανικών εγγράφων στα ελληνικά, και την αγωνία για να προλάβουμε τις πόλεις και τις εργάσιμες, ώστε να βγει το διαβατήριο στη διάρκεια των διακοπών μας. Ξεκίνησα, όπως είπα, τη διαδικασία στις 8 Ιουλίου, και παρέλαβα το διαβατήριο 48 ώρες πριν το ταξίδι μας, στις 6 Σεπτεμβρίου. 45 εργάσιμες και συνολικό κόστος σε μεταφράσεις, επικυρώσεις, εξουσιοδοτήσεις, αποστολές εγγράφων, κλπ, περίπου 250 ευρώ. Η ίδια διαδικασία για τους Έλληνες στην Ελλάδα παίρνει μια εβδομάδα και κοστίζει 73,60 ευρώ για το παράβολο, συν τις φωτογραφίες του διαβατηρίου.

 

Ακούμε συνέχεια για το νέο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα. Περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες έφυγαν στο εξωτερικό, στη διάρκεια της κρίσης. Το μοναδικό αίτημα που συζητά ο πολιτικός κόσμος είναι το δικαίωμα ψήφου των αποδήμων στις ελληνικές εκλογές. Είναι φυσικά ένας (ακόμη) αναχρονισμός το ότι οι κάτοικοι του εξωτερικού δεν έχουν τρόπο να συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία. Αν το σκεφτούμε όμως, η συζήτηση έχει αυτοαναφορικό χαρακτήρα. Δεν σκεφτόμαστε πώς θα βελτιώσουμε τη ζωή των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό, αλλά πώς θα τους βοηθήσουμε να συμμετάσχουν και να επηρεάσουν τη δική μας ζωή στην Ελλάδα. Οι ελληνικές αρχές στη Βρετανία πρέπει να καλύψουν τις ανάγκες περίπου 60.000 ανθρώπων που ήρθαν να ζήσουν στη χώρα μετά την κρίση. Δεν είναι παράλογο η πρεσβεία να μην έχει ραντεβού, εφόσον η ζήτηση έχει αυξηθεί. Αυτό όμως είναι και το πιο θλιβερό σημείο της ιστορίας. Ότι ο παραλογισμός, επειδή έχει εξήγηση, καταντά να θεωρείται πια λογικός και αναμενόμενος.