Πώς το έλεγε αυτό το τραγούδι: «Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο;». Ε, ήταν ακριβώς το αντίθετο. Ήταν ένα διήμερο που θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει και ως «τις πιο συμπυκνωμένα συναρπαστικές 48 ώρες στο Παρίσι», που ξεκίνησε με μια μεγάλη απογοήτευση και στη συνέχεια είχε μόνο μεγάλες συγκινήσεις. Ο βασικός λόγος του ταξιδιού ήταν η αναδρομική έκθεση του Cy Twombly στο Πομπιντού, του Αμερικανού καλλιτέχνη και οπαδού της χειρονομιακής ζωγραφικής, -η μοναδική ευκαιρία, δηλαδή,  να δεις μαζεμένο τόσο μεγάλο μέρος της δουλειάς του. Τζίφος. Το Πομπιντού την ημέρα που πήγαμε ήταν κλειστό, λόγω απεργίας των υπαλλήλων του (στην έβδομη μέρα!) και, παρόλο που τα εισιτήρια τα είχαμε κλείσει ηλεκτρονικά, δεν μπήκε κανείς στον κόπο να μας ενημερώσει. Δεν υπήρχε καν αναφορά στο site, την ανακοίνωση on line την έβαλαν την όγδοη μέρα και δεν δόθηκε και καμία δημοσιότητα, γενικά, για να μην βλάψουν τη φήμη του μουσείου. Η απεργία κράτησε δυο ολόκληρες εβδομάδες και οι άτυχοι επισκέπτες που είχαν έρθει από την άλλη άκρη του κόσμου χωρίς να τσεκάρουν, διάβαζαν ότι έχει απεργία, έκαναν μια γκριμάτσα απελπισίας και έφευγαν σιωπηλοί, χωρίς καμία διαμαρτυρία. Μιλάμε για πολιτισμό.

 

Μετά την απογοήτευση του Πομπιντού άρχισα να προσέχω όλα τα στραβά του Παρισιού: βρόμικοι δρόμοι, ακόμα πιο βρόμικο μετρό, ζητιάνοι και άστεγοι σε όλο το κέντρο, χάλια καφές, παρόμοια κατάσταση με της Αθήνας (πλην του καφέ), σε πιο μεγαλοπρεπές περιβάλλον και σε αστυνομικό κλοιό. Και έλεγχοι, έλεγχοι παντού, σε βαθμό εκνευριστικό. Ευτυχώς, το μεσημέρι φάγαμε εξαιρετικά και το βράδυ είδαμε μια συγκινητική εμφάνιση του Arvo Pärt στο Fondation Louis Vuitton, το εντυπωσιακό κτίριο που σχεδίασε ο Καναδός αρχιτέκτονας Φρανκ Γκέρι στο Δάσος της Βουλώνης, που όταν το πρωτοαντικρίζεις είσαι σίγουρος ότι δεν έχεις ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Έτσι σταμάτησα να σκέφτομαι τα χειρότερα (όταν πλησιάζαμε στο Δάσος της Βουλώνης θυμήθηκα αυτό που είχα διαβάσει για έναν Γιαπωνέζο φοιτητή στο Παρίσι που έτρωγε τις φίλες του ζωντανές).

 

 

 

Το ίδρυμα Louis Vuitton είναι κάτι ανάμεσα σε φουτουριστικό πλοίο και διαστημικό σταθμό, φτιαγμένο από γυαλί και μέταλλο, με 11 γκαλερί, αίθρια, καταρράκτες-έργα τέχνης, αίθουσες συνεδριάσεων, αμφιθέατρο για εκδηλώσεις που «καταπίνει» τα καθίσματα και μετατρέπεται σε πασαρέλα (!) και μία θέα από το τελευταίο επίπεδο στην Αψίδα του Θριάμβου και στον Πύργο του Άιφελ που δεν έχεις από κανένα άλλο σημείο του Παρισιού.
Το ίδρυμα Louis Vuitton είναι κάτι ανάμεσα σε φουτουριστικό πλοίο και διαστημικό σταθμό, φτιαγμένο από γυαλί και μέταλλο, με 11 γκαλερί, αίθρια, καταρράκτες-έργα τέχνης, αίθουσες συνεδριάσεων, αμφιθέατρο για εκδηλώσεις που «καταπίνει» τα καθίσματα και μετατρέπεται σε πασαρέλα (!) και μία θέα από το τελευταίο επίπεδο στην Αψίδα του Θριάμβου και στον Πύργο του Άιφελ που δεν έχεις από κανένα άλλο σημείο του Παρισιού.

 

 

 

Το ίδρυμα Louis Vuitton είναι κάτι ανάμεσα σε φουτουριστικό πλοίο και διαστημικό σταθμό, φτιαγμένο από γυαλί και μέταλλο, με 11 γκαλερί, αίθρια, καταρράκτες-έργα τέχνης, αίθουσες συνεδριάσεων, αμφιθέατρο για εκδηλώσεις που «καταπίνει» τα καθίσματα και μετατρέπεται σε πασαρέλα (!) και μία θέα από το τελευταίο επίπεδο στην Αψίδα του Θριάμβου και στον Πύργο του Άιφελ που δεν έχεις από κανένα άλλο σημείο του Παρισιού.  Στο αμφιθέατρο του ισογείου που βλέπει στον καταρράκτη έπαιζε τα έργα του Arvo Pärt η Kremerata Baltica με σολίστ τον κορυφαίο Λετονό βιολιστή Gidon Kremer και guest την Ρωσίδα βιολίστρια Tatiana Grindenko. Όλα τα κομμάτια ήταν σε διαφορετικές εκτελέσεις και πολύ καλύτερα από των CD και το τελευταίο μέρος με το «Tabula Rasa» σε κάποια σημεία ήταν ανατριχιαστικό. Ο 82χρονος Arvo Pärt εμφανίστηκε στο τέλος της βραδιάς, χαιρέτησε τον κόσμο και τους μουσικούς και στη συνέχεια κάθισε σε ένα γραφείο λίγο πριν την έξοδο και με θαυμαστή υπομονή έγραφε αφιερώσεις στα προγράμματα και στα CD. Έπρεπε πάλι να μπεις σε ουρά, αλλά αφού έπαιρναν όλοι αυτόγραφο, είπα ας πάει και το παλιάμπελο και περίμενα κι εγώ να έχω στο πρόγραμμα την πολύ καλλιτεχνική υπογραφή του. Το βράδυ, κάνοντας βόλτες στους δρόμους του Παρισιού μετά από μία από τις πιο όμορφες συναυλίες που έχω δει ποτέ, έσβησα από το μπλοκάκι όλες τις κακές σημειώσεις της ημέρας, γιατί όπως και να το κάνουμε, το Παρίσι είναι μια πολύ όμορφη πόλη. Μπορεί να είναι πανάκριβη και τα αυτόματα που κρέμονται ανάποδα από τους ώμους των φρουρών ασφαλείας να σου θυμίζουν συνέχεια ότι είναι μία πόλη πληγωμένη, αλλά έχει όλα τα κλισέ που την έκαναν πάντα ελκυστική: κουλτούρα, φινέτσα και πολύ ωραία γλυκά -που δεν είναι, φυσικά, τα μακαρόν.

 

 

 

 

 

Για να πω την μαύρη αλήθεια, ποτέ δεν υπήρξα φίλος του μακαρόν. Όλα αυτά τα infiniment caramel με την αλατισμένη σοκολάτα και τα Mogador με σοκολάτα και φρούτο του πάθους στον Pierre Herme είναι OK, αλλά δεν είναι και τα γλυκά που θα αναζητούσα να φάω ή θα έκανα ολόκληρο ταξίδι με το τρένο για χάρη τους. Ωραία γλυκά είναι το ταπεινό kouglof στο Vandermeersch τέρμα Θεού, στο νότιο Παρίσι, και το παλιομοδίτικο Baba au Rhum στο Stohrer, αυτά είναι τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτομαι το Παρίσι. Στη λίστα με τα στραβά είχα και το χειρότερο «γλυκό» που μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους, το οποίο το μοίραζαν δοκιμαστικά έξω από τον σταθμό Gare du Nord (τον κεντρικό σταθμό του μετρό): ένα κράκερ με γεύση γαρίδας βουτηγμένο σε σοκολάτα. Ο κόσμος το έπαιρνε, δάγκωνε μια μπουκιά, αηδίαζε και το πέταγε στον σκουπιδοτενεκέ -που είχε ξεχειλίσει από περιτυλίγματα και μισοφαγωμένα κρακεράκια.    

 

 

 

 

 

Διαβάζοντας όλα αυτά που γράφονταν για την ταλαιπωρία και τις ουρές στο Λούβρο για την έκθεση του Βερμέερ (στη λίστα με τα στραβά) και βλέποντας την εικόνα του στρατοκρατούμενου μουσείου (κι αυτό επίσης), την είχα διαγράψει από τα «to do» του Σαββατοκύριακου. Η επίσκεψη στο μουσείο όμως ήταν αναγκαία για να μάθουμε λεπτομέρειες για τη συναυλία του John Zorn, οπότε πήγαμε όταν υποτίθεται ότι έχουν κλείσει τα γκισέ, για να μην έχει κόσμο. Πραγματικά, περάσαμε τον έλεγχο για να μπούμε στην πυραμίδα χωρίς καμία καθυστέρηση, κανείς από τους υπαλλήλους δεν ήταν σε θέση να μας δώσει πληροφορίες για το βραδινό live, αλλά φεύγοντας είδαμε ότι δύο ταμεία ήταν ακόμα ανοιχτά. Και άδεια! Η ταμπέλα έλεγε «τα εισιτήρια για τον Βερμέερ έχουν ξεπουλήσει για σήμερα», παρόλα αυτά, δοκιμάσαμε να αγοράσουμε. Ο υπάλληλος ετοιμαζόταν να κλείσει και μας είπε ένα ξερό «τέλος για σήμερα», αλλά μάλλον «διάβασε» την απελπισία μας όταν του είπαμε ότι «έχουμε κάνει τόσο δρόμο από την Αθήνα για να βρούμε το Πομπιντού κλειστό και τον Βερμέερ sold out», όταν, ξαφνικά, σε μια ένδειξη φιλανθρωπίας, μάς έκοψε δύο εισιτήρια και μάς είπε «αν θέλετε μόνο να δείτε την συγκεκριμένη έκθεση βιαστείτε, είναι απέναντι στο ισόγειο και έχετε 45 λεπτά! Είναι αρκετά».

 

Κι ήταν, όντως, αρκετά. Οι πίνακες της έκθεσης -12, από τους 35 που διασώθηκαν (40 πρόλαβε να ζωγραφίσει μέχρι το τέλος της ζωής του)- περιείχαν τα περισσότερα από τα διάσημα αριστουργήματά του ανάμεσα σε άλλους πίνακες καλλιτεχνών της «Χρυσής εποχής» της ολλανδικής ζωγραφικής που επηρεάστηκαν από τα έργα του ή τα αντέγραψαν απροκάλυπτα. Και να μην είσαι εξοικειωμένος με τα έργα του Βερμέερ (ο οποίος σωστά προφέρεται Φερμέιρ), οι 12 πίνακές είναι τόσο ξεχωριστοί που δεν χρειάζεσαι διευκρινίσεις, δεν έχουν καμία σχέση με των υπόλοιπων ζωγράφων που στέκονται δίπλα τους σαν φτωχοί συγγενείς, όσο σημαντικοί και αν είναι. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι μέχρι το 1850 όλοι αυτοί που σήμερα τον πλαισιώνουν στην έκθεση (Gabriel Metsu, Pieter de Hooch, Gaspar Netscher, Gerard Ter Borch, Frans van Mieris κλπ.) υπήρξαν πολύ πιο μεγάλα ονόματα από τον «δάσκαλό» τους. Κι ενώ σήμερα θεωρείται ζωγράφος-σταρ της «Χρυσής Εποχής» και από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου, την εποχή που δημιουργούσε ο Βερμέερ ήταν τόσο εσωστρεφής και αθόρυβος που πέρασε σχεδόν απαρατήρητος –δηλαδή ήταν εντελώς άγνωστος, συγκρινόμενος με την  φήμη και τον πλούτο του Ρέμπραντ, ο οποίος ήταν όντως σταρ. Ο Βερμέερ ήταν ένας ακόμα ζωγράφος ανάμεσα στους πολλούς που έφτιαχναν έργα για το μεροκάματο στην Ολλανδία του 17ου αιώνα, δούλεψε όλη του τη ζωή στο Ντελφ, την πόλη που γεννήθηκε και έζησε μέχρι το θάνατό του το 1675, και όταν πέθανε άφησε την οικογένειά του απένταρη, βουτηγμένη στα χρέη. Κι ήταν για πολλά χρόνια σχεδόν ανύπαρκτος για τους φίλους της τέχνης, μέχρι που η γαλλική αβάν-γκαρντ του 19ου αιώνα, που έπαθε ψύχωση με τον ρομαντισμό, τον ανέσυρε από τη λήθη. Από τότε η λεπτεπίλεπτη ζωγραφική του με το απόκοσμο φως να λούζει γυναίκες και άντρες –κάτι που φαινόταν σχεδόν εξωφρενικό μέσα στην φανταχτερή μπαρόκ εποχή στην οποία έζησε- εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και, όσο περνούσε ο καιρός, έγινε σήμα-κατατεθέν της Ολλανδίας (η Nestle, μάλιστα, δανείστηκε την «Γαλατού» του και την έκανε σήμα της) και ο ίδιος έγινε από τους πιο αναγνωρίσιμους ζωγράφους όλων των εποχών.  

 

Βέβαια, το πόσο «αναγνωρίσιμος» είναι αμφισβητήθηκε πρόσφατα, γιατί όπως έδειξε το αποτέλεσμα μιας αμερικάνικης έρευνας  που έκανε η Meural (μια διαδικτυακή πλατφόρμα για την τέχνη) το 82% των Αμερικάνων δεν είχε ιδέα ποιος ζωγράφισε το «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι» -το οποίο δεν υπήρχε στην έκθεση του Λούβρου. Ίσως επειδή δεν βλέπει ταινίες. Αν η έρευνα γινόταν πριν το 1850, σίγουρα θα τον αγνοούσε το 99%. 

 

Εκτός από τη «Γαλατού», από τις πιο μεγάλες ατραξιόν του Ρέικσμουζεουμ, στην έκθεση υπάρχουν διάσπαρτα: «Η Γυναίκα με τη ζυγαριά», «Το Γράμμα», «Η νέα γυναίκα που γράφει γράμμα», «Η νέα γυναίκα στο βιργινάλι» (ένα είδος πιάνου), κι άλλη μια «γυναίκα στο βιργινάλι», «Η γυναίκα με το λαούτο», «η κοπέλα με το μαργαριταρένιο κολιέ», «η Δαντελού», «ο Αστρονόμος», κι άλλος ένας «αστρονόμος», «ο Γεωγράφος», «η Αλληγορία για την Πίστη». Σχολιάσαμε την αδυναμία που είχε στο φως από αριστερά (δηλαδή από δεξιά για τον άνθρωπο της εικόνας) και τις χλωμές σε βαθμό αρρώστιας γυναικείες μορφές που γράφουν ή διαβάζουν το γράμμα λες και είναι το τελευταίο τους.

 

Φύγαμε λίγο πριν κλείσει  το μουσείο και επιστρέψαμε στις 7.30 για να μπούμε πάλι σε ουρά, αναμένοντας την εμφάνιση του John Zorn κάτω από την Πυραμίδα, ίσως το πιο σημαντικό γεγονός του διημέρου στο Παρίσι. Την ώρα που περιμέναμε για να μπούμε στο μουσείο εμφανίστηκαν ένα σωρό Γιαπωνέζοι ικετεύοντας για ένα εισιτήριο –και οι δύο συναυλίες του στο Λούβρο ήταν sold out εδώ και καιρό. Ένας, μάλιστα, απελπισμένος που είχε κλείσει για όλες τις άλλες εμφανίσεις του και δεν είχε βρει για την συγκεκριμένη, έδινε ένα αστρονομικό ποσό για να μπει μέσα και φαίνεται ότι έπεισε κάποιον να του πουλήσει το εισιτήριό του γιατί, λίγο αργότερα, ήταν μέσα στη συναυλία πρώτη μούρη.

 

 

 

Η εμφάνιση του John Zorn με τον Dave Lombardo, τον πρώην ντράμερ των Slayer, ήταν σοκαριστική. Βγήκαν στις 8 ακριβώς και έπαιξαν συνολικά 15 λεπτά ακραίας, εξωφρενικής, ανατρεπτικής τζαζ δημιουργώντας με το σαξόφωνο και τα ντραμς ήχους που θα μπορούσαν να είναι εξωγήινοι. Ο John Zorn απαγόρευσε τις φωτογραφίες και παραλίγο να σταματήσει τη συναυλία όταν κάποιος τόλμησε να τον φωτογραφίσει (ο οποίος ήταν Έλληνας, το καταλάβαμε γιατί άρχισε να βρίζει στα ελληνικά). Στη συνέχεια, ο κόσμος χωρίστηκε σε τρεις ομάδες και έκανε μια περιπλάνηση στις άδειες αίθουσες του μουσείου για να δει μουσικούς να διασκευάζουν κομμάτια του Zorn, -διαφορετικούς για κάθε ομάδα και σε διαφορετικές αίθουσες. Οι δικοί μας μουσικοί  ήταν ένα ντουέτο με ακουστικές κιθάρες, ο Julian Lage και ο Gyan Riley που έπαιξαν το Midsummer Noons στην Sale Murillo (λίγο νερόβραστοι) και ένα γυναικείο σεξτέτο που διασκεύασε με καθηλωτικό τρόπο το Madrigals μόνο με φωνές στην Salle des Etats, μπροστά στη Μόνα Λίζα. Ήταν και η μοναδική ευκαιρία να δούμε τη Μόνα Λίζα σε άδεια αίθουσα και από τόσο κοντά, και μάλιστα δίπλα στον John Zorn και τον Dave Lombardo -που τραβούσαν σέλφι με φόντο τον πίνακα. Ο John Zorn ήρθε και στις δυο αίθουσες σε αναπηρικό καροτσάκι που έσπρωχνε μια Γιαπωνέζα και στην αρχή νομίσαμε ότι έχει κάποιου είδους αναπηρία, την οποία ξεχνάει όταν ανεβαίνει στην σκηνή, αλλά μετά μάθαμε ότι έτσι κάνουν οι αβάν-γκαρντ σαξοφωνίστες όταν έχουν καπάκι και δεύτερο live και είναι ανάγκη στο ενδιάμεσο να μετακινηθούν: πάνε κουβαλητοί για να μην κουράσουν τα πνευμόνια τους.

 

 

 

 

 

 

 

Άλλα highlight του διημέρου ήταν η βόλτα στο Grand Palais για να δούμε τα έργα του Φαϊτάκη στο Art Paris και η μεγάλη βόλτα στο Κοιμητήριο Περ Λασαίζ που δεν το είχα επισκεφτεί ποτέ γιατί την προηγούμενη φορά που είχα πάει στο Παρίσι δεν με ενδιέφεραν καθόλου οι τάφοι διασημοτήτων. Αυτό που μου έμεινε, εκτός από την αγένεια της υπαλλήλου στην κεντρική είσοδο, ήταν το λαϊκό προσκύνημα που γινόταν στον τάφο του Όσκαρ Ουάιλντ από παρέες γκόθικ τουριστών ντυμένων για πασαρέλα. Κατά τ’ άλλα, στο Πρώτο νεκροταφείο βλέπεις πιο ωραία αγάλματα.

 

Στο Art Paris είχε αφιέρωμα στην αφρικανική τέχνη και ήταν η πιο πολύχρωμη διοργάνωση που έχω βρεθεί ποτέ. Ας κρατήσω μόνο αυτό. Δεν θα σχολιάσω τα έργα τέχνης γιατί θα εκτεθώ. Πάντως, περιπλανώμενος ανάμεσα σε χιλιάδες εκθέματα ήταν ελάχιστα αυτά που μου προκάλεσαν το ενδιαφέρον να τα περιεργαστώ και σίγουρα το πιο εντυπωσιακό ήταν το περίπτερο με τα έργα του The Kid, του νεαρού καλλιτέχνη που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει τα νέα έργα του στην συγκεκριμένη διοργάνωση. Ο The Kid είναι γεννημένος το 1991 και είναι μισός Ολλανδός και μισός Βραζιλιάνος που ζει στο Παρίσι και στο Άμστερνταμ, όπου ζωγραφίζει ρεαλιστικά πρόσωπα –κάποτε ζωγράφιζε σε μπλε στυλό Bic- και φτιάχνει εκπληκτικά γλυπτά με σιλικόνη που μοιάζουν με αληθινά. Τόσο αληθινά που τα προσπερνάς και νομίζεις ότι στέκεται κάποιος άνθρωπος ακίνητος, κάνοντας performance. Αυτά είναι τα δύο μεγάλα γλυπτά του σε φυσικό μέγεθος που παρουσίασε φέτος, αγόρια με αθλητικά σαν φιγούρες του Mad Max ή του Tank Girl, μαζί με ύαινες, οι οποίες είναι επίσης γλυπτά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ήταν τόσο αληθινά, ώστε λίγο αργότερα που καθίσαμε για καφέ (ένα άθλιο καπουτσίνο) το νεαρό ζευγάρι που είχε ξαπλώσει στην σκάλα και κοιμόταν αγκαλιασμένο, όλοι το περνούσαν για έργο του The Kid και το φωτογράφιζαν ασταμάτητα (κι εγώ επίσης).  

 

Το "έκθεμα".
Το "έκθεμα".

 

 

 

Γιαγιά με κουνελάκι στον Σηκουάνα. Της έδωσα ένα ευρώ και μου είπε (στα ελληνικά) "την ευχή μου να έχεις!".
Γιαγιά με κουνελάκι στον Σηκουάνα. Της έδωσα ένα ευρώ και μου είπε (στα ελληνικά) "την ευχή μου να έχεις!".

 

Το φαλάφελ του L' As du Fallafel. Λένε ότι είναι το καλύτερο της Ευρώπης. Είναι OK, για 8,5 ευρώ είναι σίγουρα το πιο ακριβό.
Το φαλάφελ του L' As du Fallafel. Λένε ότι είναι το καλύτερο της Ευρώπης. Είναι OK, για 8,5 ευρώ είναι σίγουρα το πιο ακριβό.

 

Ουρές για ένα φαλάφελ.
Ουρές για ένα φαλάφελ.