Δαιμονισμένος


Του ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ

© Chiara Samugheo, Le invasate di Galatina, 1954
© Chiara Samugheo, Le invasate di Galatina, 1954



Υπήρχε μια εποχή που τα παιδιά της γειτονιάς, ιδίως τα κορίτσια, δαιμονιζόντουσαν συστηματικά. Εκεί που κουβεντιάζαμε, έπεφταν κάτω ξερά και ξύπναγαν δαιμονισμένα. Περίμενα τη σειρά μου έντρομος. 

 

Μια Κυριακή, ενώ ο παπάς έψαλλε το «Τα σα εκ των σων», καθώς ήμασταν γονατισμένοι μέσα στο ιερό εγώ, ο αδελφός μου και ο Ντένης, ο συμμαθητής του, συνέβη αυτό που φοβόμουν. Ο Ντένης έπεσε μπρούμυτα αναίσθητος. Τον τράβηξαν προς την πόρτα της θάλασσας, να πάρει αέρα. Κι όπως ήταν χυμένος σαν αλοιφή στα σκαλιά, αποπνέοντας ακόμη τη μυρωδιά του λιβανιού, ξύπνησε. Και ήταν άλλος. Μας κοίταζε με μάτι εχθρικό, γυρισμένο ανάποδα. Γρύλιζε από τα βάθη της κοιλιάς του, σαν να προσπαθούσε να ξεράσει κάτι που ήταν μεγαλύτερο από τον ίδιο. Βλαστήμαγε. Σπαρτάραγε στο μάρμαρο με τα κοντά του παντελονάκια.

 

Η διάγνωση ήταν άμεση: Δαιμονισμένος.

 

Δεν ήταν ο πρώτος. Πριν από έναν χρόνο, η κόρη της Γεωργίας στο ποτάμι, ήδη παράφορη στα 14, εκεί που καθάριζε ψάρια (το ιερό σύμβολο) έπεσε με τα μούτρα στον νεροχύτη. Δαιμονισμένη. Στην ακριβώς αντίθετη άκρη του χωματόδρομου που ήταν η γειτονιά, στα λυόμενα, ένα άλλο κορίτσι, πρόπερσι, δαιμονίστηκε επίσης. Μετά από έναν κύκλο εξορκισμών, κατέληξε καλόγρια στην Ελευθερώτρια, αλλά το ’σκασε και δαιμονίστηκε ξανά. 

 

Η επιδημία είχε προκαλέσει δαιμονοφάνειες. Ο γιος της Νιόνιας, φορώντας μόνο ένα σλιπ, έπεσε αναίσθητος κάτω από την αχλαδιά απέναντι απ’ το σπίτι μου και έκανε όντως κάτι παράξενες συσπάσεις. Οι γυναίκες, πριν ξυπνήσει, είχαν κάνει κύκλο γύρω του και τον σταύρωναν, σίγουρες ότι είναι δαιμονισμένος. Η Τότα της Άννας έφερε ένα λιβανιστήρι, κι αδέξια έλεγε ένα ξόρκι, μέχρι που ο έφηβος ξύπνησε, σηκώθηκε κι άρχισε να σκουπίζεται από τα χώματα.

 

Η παρέα σκόρπισε κάπως απογοητευμένη.

 

Υπήρχε μια παράδοση στο θέμα. Στις τριήμερες γιορτές του Αγίου που ήταν ο πολιούχος του νησιού συνέρρεαν πλήθη Τσιγγάνων απ’ όλη την Ελλάδα. Τον Αύγουστο έστρωναν κουβέρτες μέσα στον μεγάλο ναό, και στον περίβολο μέχρι τη θάλασσα. Χαμουρεύονταν κάτω από τα άστρα, σιγανοτραγουδούσαν, οι καλόγεροι ματαίως προσπαθούσαν να τους συνετίσουν. Ήταν ένα ιδιότυπο γλέντι που λίγη σχέση είχε με την πίστη. Ερχόντουσαν για χαβαλέ. Και συνήθως κουβαλούσαν κάποιο δαιμονισμένο για να ιαθεί, κάποιο τυφλό να ανανήψει. Στο μεταξύ, γινόταν δουλίτσα.

 

Ήταν της μόδας τότε τα θαύματα. Παράλυτοι, τυφλοί και κυρίως δαιμονισμένοι ξάπλωναν στον δρόμο για να περάσει από πάνω τους το λείψανο του Αγίου. Κάθε χρόνο στη λιτανεία συνέβαινε απαραιτήτως κάτι. Συνήθως ένας τυφλός έβλεπε. Τις καλές χρονιές, δύο. Και τρεις, τις χρονιές που ήταν υπέρλαμπρες. 

 

Αυτό όμως που εξερέθιζε περισσότερο τη συλλογική φαντασία ήταν οι Δαιμονισμένοι. Ίσως διότι το θέαμα ήταν διαρκείας. Αυτοί έμεναν μέσα στον ναό για μέρες, αλυσοδεμένοι δίπλα στο άγιο λείψανο, και υπόκεινταν σε αλλεπάλληλους εξορκισμούς που λίγο διέφεραν από τα βασανιστήρια.  

 

© Chiara Samugheo, Le invasate di Galatina, 1954
© Chiara Samugheo, Le invasate di Galatina, 1954

 

Υπήρχε ένας σαδισμός στο πλήθος που έκανε κύκλο για να δει το θέαμα, καθώς παπάδες με θολό μάτι έμπηγαν σταυρούς μέσα στο στόμα μικρών κοριτσιών, φωνάζοντας «Έξελθε τώρα, σε διατάζω εις το όνομα του Ιησού Χριστού». 

 

Ταλαίπωροι, αδύναμοι από την αναγκαστική νηστεία μηνών, ακινητοποιημένοι με σκοινιά, και πάντα μαυροφορεμένοι, οι Δαιμονισμένοι έπαιζαν αγριεμένοι τον ρόλο που τους δόθηκε, πεισμένοι κι αυτοί ότι κάτι υπερβατικό τους τιμωρεί: άφριζαν και βλαστήμαγαν, έφτυναν τους παπάδες, πάθαιναν υστερία και το σώμα τους πέτρωνε σε στάσεις απίθανες ή κάρφωναν με το βλέμμα κάποιον θεατή και του έλεγαν φριχτές κατάρες. 

 

Έκανα νύχτες να κοιμηθώ την πρώτη φορά που είδα αυτήν τη βαρβαρότητα. Το καντήλι της μάνας μου, αντί να με ηρεμεί, δημιουργούσε αλλόκοτες σκιές που έτρεμαν στον τοίχο. Ήταν σίγουρο: το Κακό με μια ανάσα θα εισχωρούσε μέσα μου, σαν πηχτή μαύρη βλέννα, να με σαπίσει. Δεν πίστευα ιδιαιτέρως σε αγίους ώστε να ζητήσω προστασία. Έτσι ξαγρύπναγα έξαλλος και μόνο η σκέψη κάποιας γυμνής φωτογραφίας με αποσπούσε. Διά του αυνανισμού, αποκοιμιόμουνα.

 

Όταν όμως δαιμονίστηκε ο Ντένης, ο τρόμος κορυφώθηκε. Πρώτον, διότι είδα έναν μικρό μου φίλο να παραμορφώνεται και, δεύτερον, διότι τα υπνοδωμάτιά μας τα χώριζε ένα στενό σοκάκι. 

 

Λίγες μέρες μετά τη λιποθυμία του στο ιερό, κλιμάκιο εξορκιστών κατέφθασε στο νησί και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του. Τον έντυσαν παπαδάκι και πάνω στο μαύρο ράσο κέντησαν κόκκινους σταυρούς, «να ζεματίζουν τον Εωσφόρο». Μέσα στη νύχτα του καλοκαιριού, η μυρωδιά του φτηνού λιβανιού κάλυπτε το φιδάκι για τα κουνούπια και κραυγές εξορκισμού με βλάχικη προφορά (είχαν έρθει από Κοζάνη και Φλώρινα) ξύπναγαν τη γειτονιά που έκανε τον σταυρό της και γύριζε πλευρό. 

 

Εγώ όμως ήταν αδύνατον να κοιμηθώ. Είχα ρέψει απ’ τον τρόμο. Διότι ήμουν σίγουρος ότι έρχεται η σειρά μου. Πολλές φορές πίστευα ότι είχα ήδη δαιμονιστεί κι ότι έτσι, με αυτή την ελαφρά σύγχυση που νιώθω, καταφθάνει ο διάβολος. Μέσα στη νύχτα, αλλά και ορισμένα καταμεσήμερα (είχα ακούσει να λένε ότι κάτω από τις συκιές θροούν τα μαύρα πνεύματα το μεσημέρι), είχα κοντοσταθεί να καταλάβω: Είμαι ή δεν είμαι δαιμονισμένος;

 

Και δεν ήξερα να αποφασίσω. 

 

Τα ταραγμένα νεύρα μου, η μονήρης φύση μου, το μπούλινγκ που με ταλαιπωρούσε τότε, μαζί με τη σωρεία παρθένων που άφριζαν στα Γύφτικα, κυρίως όμως το γυρισμένο μάτι του Ντενάκου είχαν θολώσει τα όρια της πραγματικότητας, που ούτως ή άλλως ποικίλλουν ανά πρόσωπο. Συχνά καθόμουν ασάλευτος, ως μόλις δαιμονισμένος, περιμένοντας να δω πού θα πρωτοχτυπήσει το Κακό. Θα ακούσω έναν βρόντο μέσα από τα πλευρά μου; Θα σφίξει μια μαύρη Δύναμη τα μηνίγγια μου; Θα ξεράσω κάτι πράσινο; Θα βγούνε αίματα απ’ τα μάτια; Είχα σχεδόν συμφιλιωθεί με την ιδέα. Είχα τόσο κουραστεί από τη σκέψη της, που θα άφηνα ευχαρίστως το Κακό να μπει για να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα.

 

© Chiara Samugheo, Le invasate di Galatina, 1954
© Chiara Samugheo, Le invasate di Galatina, 1954

 

Αντ’ αυτού, ζούσα τον δαιμονισμό του Ντένη. Όταν πάθαινε κρίση, ακόμη και τα χαράματα, ενώ οι εξορκιστές γκάριζαν διατάσσοντας τον Σατανά να εξέλθει, οι εξορκίστριες έπιαναν τους ψαλμούς. Σηκώνονταν σαν ελατήρια από τη στρωματσάδα και ρίχνοντας πρόχειρα το ράσο πάνω από τη νυχτικιά, με ψιλές, τρεμουλιαστές φωνές ξεκίναγαν το σώσιμο. Οι μύξες της αυγής έτρεχαν στο μουστάκι τους.

 

Μισούσα αυτές τις διαπεραστικές φωνές που έσταζαν βλακεία και σαδισμό. Το κίτρινο δέρμα τους, τις μαντίλες στο κεφάλι, τις μακριές φούστες τους, τους λιπαρούς τους κότσους. Αγάμητες γεροντοκόρες οι περισσότερες, μεγαλωμένες σε χριστιανοχουντικές εστίες θηλέων και κατηχητικά, πλατωνικά ερωτευμένες με τον παπά της ενορίας τους κι οι τυχερές με τον δεσπότη, δεν ήξεραν πού να ξοδέψουν το μηχανάκι της υστερίας τους: ξέσπαγαν στα παιδιά των χριστιανικών κατασκηνώσεων και στον Ντενάκο.

 

Συνέβη, όμως, τελικά, αυτό που συμβαίνει πάντα, όταν διαρκεί πολύ μια απειλή: καθώς περνούσαν οι μήνες και ο Ντένης έδειχνε μια θηριώδη άρνηση να ξαναγίνει αμνός του Κυρίου, συνήθισα τον εχθρό! Και ταυτοχρόνως τον αποκωδικοποίησα. Διέκρινα ότι και ο Ντένης και οι εξορκιστές του είναι θύματα της ίδιας διανοητικής ατροφίας. Όπως και η παρθένα με τα ψάρια. Όπως και η καλόγρια στο λυόμενο. Την ίδια αμάθεια πληρώνουν. Εν τέλει την ίδια απελπισία. Σε αυτήν τη γραφική ποντικοπαγίδα με τις κληματαριές και τα εικονοστάσια, ο ένας δημιουργεί τη βία του άλλου, σε ένα αέναο τριπάκι που εναλλάσσει ρόλους σαν μαγική εικόνα του Escher.

 

Κι είδα και μένα μέσα στην εικόνα. Καταλαβαίνοντας ότι πρωτίστως θέλω να ξεφύγω από αυτή τη λούμπα.

 

Έτσι, άρχισα να ντιλάρω με τον τρόμο μου, περιμένοντας το χρόνο να περάσει. Ο Ντένης, κακήν κακώς, επανήλθε. Παράλληλα, οι δαιμονισμοί αραίωσαν. Όπως και τα θαύματα. Η γειτονιά άρχισε να το ρίχνει σε άλλες παραμύθες.

 

Αρκετά χρόνια μετά, ενώ είχα σχεδόν ξεχάσει τη φάση, σε μια σύντομη επίσκεψη στο πατρικό, ξύπνησα μέσα στη νύχτα από ψαλμωδίες. Ήταν κι αυτές γυναικείες, αλλά υπέρ το δέον τρεμουλιαστές. Ερχόντουσαν όχι από δίπλα αλλά από το ποτάμι. Και είχαν κάτι αποκαμωμένο και κανταδόρικο. 

 

Το πρωί που ρώτησα τη μάνα μου γέλασε και μου είπε:

 

«Α, δεν είναι τίποτα, παιδάκι μου. Η γρια Τουρλαφέσαινα κάνει νυχτολειτουργίες σπίτι της. Μαζεύονται εκεί οι γριές και ψάλλουνε όλη νύχτα. Τι να κάμουνε οι έρμες, περνάει η ώρα τους».

 

Όσο για τους δαιμονισμένους, συνόψισαν όλα τα κλισέ: η παρθένα έγινε λίγο πόρνη και εμπορεύεται ναρκωτικά. Η καλόγρια πέταξε τα ράσα και ζει μόνη στο λυόμενο. Ο Ντένης έμπλεξε σε ένα κύκλωμα εκβιασμών και λαθρεμπορίου στην Αθήνα, έπεσε στα ναρκωτικά και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή.

 

Εγώ ήρθα στην Αθήνα και είμαι αυτό που έγινα.

 

Είμαι ή δεν είμαι δαιμονισμένος;

Θα σας γελάσω!