Ποιος είπε ότι απαράδεκτοι εργοδότες δεν υπάρχουν σε όλον τον κόσμο; Και ποιος είπε ότι η παρενόχληση πρέπει πάντα να συνοδεύεται από το επίθετο «σεξουαλική» για να ισοπεδώνει την προσωπικότητα και την επαγγελματική ταυτότητα ενός ανθρώπου; Η μαρτυρία μιας γυναίκας από τις ΗΠΑ, χωρίς δραματικές περιγραφές, δείχνει το τι σημαίνει να εργάζεσαι για κάποιον με προβληματική συμπεριφορά -κι ακόμη χειρότερα- να έχεις ανάγκη τη δουλειά. 

 

«Όταν ήμουν 27 χρονών, εργάστηκα για περίπου 5 μήνες ως υπεύθυνη επιμέλειας σε έναν μη κερδοσκοπικό εκδοτικό οργανισμό με έδρα το Λος Άντζελες. Αναζητούσα μια δουλειά επί αρκετούς μήνες, όταν τελικά βρήκα τη συγκεκριμένη θέση. Δεν είχα ξανακούσει γι' αυτή την εταιρεία τίποτα απολύτως και έτσι όταν με κάλεσαν, απλώς πήγα.

 

Η πρώτη συνέντευξη έγινε σε ένα καφέ κοντά στην εταιρεία και κατέληξε με τον Τζον -τον τύπο που θα αξιολογούσε το βιογραφικό μου- να μιλά και να φωνάζει τόσο δυνατά που ο κόσμος μας κοιτούσε. Ας πούμε ότι η δουλειά είχε να κάνει και με τη δημοσιογραφία, αλλά ο τύπος δεν φαινόταν να συμπαθεί καθόλου τους δημοσιογράφους. Για την ακρίβεια, έμοιαζε να τους μισεί, μαζί με αυτούς κι εμένα, οπότε συνέχισε να με προσβάλλει καθ' όλη τη διάρκεια του ραντεβού, με ατάκες του τύπου "οι δημοσιογράφοι δεν έχουν κριτική σκέψη, απλώς γράφουν αυτά που τους λένε οι άλλοι. Και εσύ προφανώς δεν φαίνεσαι και τόσο έξυπνη, ώστε να μην κάνεις το ίδιο"».

 

Ο εργοδότης, το αφεντικό, όπως θέλετε πείτε τον άρχισε να μου ουρλιάζει ότι είμαι μία ηλίθια. Είπε ότι τα είχα κάνει όλα λάθος, βρίζοντας με φυσικά και ότι τελικά καλώς δεν του είχα γεμίσει το μάτι από την αρχή. Όλα αυτά την πρώτη κιόλας μέρα στη δουλειά.

 

Δεν είχα ιδέα τι ακριβώς έκανα εκεί, γιατί παρέμενα, αλλά είχα την αίσθηση κατά τη διάρκεια της κουβέντας, ότι όλη αυτή η συμπεριφορά ήταν κάποιου είδους τεστ και ότι στην πραγματικότητα ήθελε να με προσλάβει, απλώς με υπέβαλε σε όλο αυτό για να με δοκιμάσει. Και τελικά με προσέλαβε. Ήμουν νέα και κάπως απελπισμένη, καθώς την είχα ανάγκη τη δουλειά.

 

Ήμουν επίσης απολύτως πεπεισμένη ότι όλο αυτό θα άλλαζε. Έλεγα από μέσα μου: «Ξέρω ότι είμαι έξυπνη, ξέρω ότι μπορώ να το κάνω αυτό». Και φυσικά πίστευα ότι στο τέλος και θα τον πείσω και θα τα καταφέρω. Και φυσικά διαψεύστηκα από την πρώτη μέρα κιόλας. Ένας τύπος με κάποιες παραπάνω αρμοδιότητες εκεί μέσα, μου ζήτησε να κάνω κάτι, το έκανα και μετά από λίγο αυτός, ο εργοδότης, το αφεντικό, όπως θέλετε πείτε τον άρχισε να μου ουρλιάζει ότι είμαι μία ηλίθια. Είπε ότι τα είχα κάνει όλα λάθος, βρίζοντας με φυσικά και ότι τελικά καλώς δεν του είχα γεμίσει το μάτι από την αρχή. Όλα αυτά την πρώτη κιόλας μέρα στη δουλειά.  

 

Επίσης, συνήθιζε να μου λέει όλα εκείνα τα φριχτά πράγματα που αφορούσαν την κοπέλα, που έκανε πριν από εμένα τη δουλειά που τώρα είχα αναλάβει εγώ. «Δεν ήταν ανταγωνιστική, ήταν ψυχωτική. Πάθαινε νευρικές κρίσεις στη δουλειά. Ώρες - ώρες δεν μπορώ να πιστέψω πόσο παλαβή ήταν αυτή η γυναίκα», έλεγε. Φυσικά, τώρα πια ξέρω ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι και ότι ακόμη κι αν αυτή η γυναίκα είχε πάθει νευρικό κλονισμό, αυτός ήταν η αιτία. Σε ό,τι με αφορά, θα μου υπενθύμιζε ότι ήμουν ηλίθια τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα.

 

Ήταν δυο φορές πιο ψηλός και ογκώδης από 'μένα και κάθε φορά που μου φώναζε -ότι ήμουν ηλίθια, φυσικά- θα φρόντιζε να στέκεται απειλητικά πάνω από το γραφείο μου. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και μίλησα. Βασικά, του είπα «με κάνετε να νιώθω άβολα, όταν στέκεστε τόσο κοντά μου». Και ερχόταν όντως τόσο κοντά στο πρόσωπο μου που με έφτυνε, τόσο που μετά βίας μπορούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Σε κάποια από αυτές τις φοβερές σκηνές είχα βρει το κουράγιο να του πω: «Κάνετε ένα βήμα πίσω, σας παρακαλώ;». Αυτό φαίνεται πως ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι: «Νομίζεις ότι θα σε χτυπήσω; Νιώθεις ανασφαλής σε αυτό το γραφείο;». Πρέπει να μου φώναζε για ώρες. 

 

Μετά και από αυτό το περιστατικό δεν μου ξαναμίλησε, χωρίς να βρίσκεται παρούσα το Νο2 του γραφείου. Μόνο όταν ήταν εκείνη στην αίθουσα δεν φοβόταν να μου φωνάξει. Όταν κάποτε ξέσπασα σε κλάματα, ήταν σα να του έδωσα το ελεύθερο εκ νέου να μου συμπεριφέρεται όπως νομίζει. Το μπούλινγκ πλέον είχε φτάσει σε διατυπώσεις του τύπου, «είσαι αδύναμη, δεν κάνεις για τη δουλειά, δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα εδώ μέσα».  

 

Το περιστατικό που τελικά πυροδότησε την παραίτηση μου σημειώθηκε το Σαββατοκύριακο της 4ης Ιουλίου. Είχαν έρθει οι γονείς μου επίσκεψη στην πόλη και είχαμε πάει μαζί στο Μουσείο. Το κινητό μου δεν είχε σήμα εκεί και περάσαμε μαζί γύρω στις 3-4 ώρες. Όταν βγήκαμε από το Μουσείο, συνειδητοποίησα ότι μου είχε αφήσει 9 μηνύματα στον τηλεφωνητή και μου είχε στείλει άλλα 17 (!) γραπτά. Πάνω κάτω όλα έλεγαν και έγραφαν τα ίδια. Πόσο ανεύθυνη ήμουν, πόσο αισχρός ήταν ο τίτλος που είχα βάλει σε ένα θέμα. Σε κάθε φωνητικό μήνυμα που μου άφηνε, ακουγόταν όλο και πιο θυμωμένος. Στο μεταξύ, είχα ενημερώσει τους γονείς μου ότι τα πράγματα στη δουλειά δεν ήταν καλά και μοιραία άκουσαν κάποια από τα φωνητικά μηνύματα που μου είχε αφήσει. «Θεούλη, αυτό είναι κακοποίηση», είχαν πει άφωνοι απ' αυτό που άκουγαν. Εκεί έσπασα. Έκλαιγα όλη μέρα μπροστά τους.  

 

Άντεξα σ΄αυτή τη θέση για περίπου ακόμη μία εβδομάδα, χωρίς να αντέχω ούτε να τον κοιτάξω. Μέχρι που απλώς δεν μπορούσα να συνεχίσω άλλο. Η μητέρα του αγοριού μου είναι δικηγόρος, οπότε συνέταξε εκείνη αντί για 'μένα την επιστολή παραίτησής μου. Δεν έγραψα ούτε ότι παραιτούμαι για προσωπικούς λόγους, ούτε τίποτα. Ακόμη και τα κλειδιά του γραφείου του τα ταχυδρόμησα. Φυσικά και δεν μου απάντησε ποτέ».

 

Με στοιχεία από το TheCut.com