Στις 12 Αυγούστου 2009, έγκυος στον ένατο μήνα, τελείωσα τη μετάφραση του βιβλίου Τρώγοντας ζώα του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. Αποθήκευσα το αρχείο σε ένα cd, το έκλεισα σε φάκελο και πήγα μπαλατζάροντας σαν βάρκα μέχρι το ταχυδρομείο, για να το στείλω στην εκδότριά μου.

 

Είκοσι τρεις ώρες αργότερα έφερα στον κόσμο την κόρη μου.

 

Μερικές εβδομάδες μετά, παίρνοντας στα χέρια μου, τυπωμένη, την ελληνική έκδοση του βιβλίου, μια απορία μου καρφώθηκε στο μυαλό: τι θα απαντήσω στη Στεφανία αν κάποια μέρα με ρωτήσει «γιατί τρώμε ζώα, μαμά;».

 

Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε και πρέπει να ομολογήσω, όχι χωρίς ένα τσίμπημα απογοήτευσης, ότι η Στεφανία δεν έχει φανερώσει μέχρι στιγμής τον παραμικρό προβληματισμό τέτοιου είδους: ούτε σε μένα, την αιωνίως-προβληματισμένη-σχεδόν-χορτοφάγο-πια μαμά, ούτε στον παμφάγο μπαμπά της, ούτε στη γιαγιά της, που μονίμως ανησυχεί μήπως το παιδί δεν τρώει αρκετό κρέας. Η παρουσία της, όμως, και μόνο, μου είναι αρκετή για να ταυτιστώ με πολλά από τα ερωτήματα που οδήγησαν τον Φόερ, νέο πατέρα επίσης, στο να ερευνήσει και να γράψει αυτό το βιβλίο.

 

Είναι ηθικό να σκοτώνουμε τα ζώα προς όφελος της ανάγκης μας; Προς όφελος της επιθυμίας μας; Της (ακόρεστης) όρεξής μας;

 

Είναι ηθικό να τα υποβάλλουμε σε βασανιστήρια πριν το θάνατό τους; Να τα υποχρεώνουμε σε συνθήκες ζωής που δίνουν στη σφαγή μια βαθιά απόχρωση λύτρωσης;

 

Θα έτρωγες ποτέ το σκύλο σου; Θα τον έγδερνες ζωντανό; (Όπως γράφει ο Φόερ, στο όνομα του οικονομικά προσιτού αντιμετωπίζουμε «τα ζώα με μια βία τόσο ακραία, που θα ήταν παράνομη αν κάποιος την ασκούσε πάνω σε ένα σκύλο».)

 

Είσαι οικολόγος αν κάνεις μεν ανακύκλωση αλλά τρως συστηματικά κρέας που προέρχεται από μονάδες εντατικής εκτροφής; (Hint: Η κτηνοτροφία αποτελεί τη Νο 1 αιτία αλλαγής του παγκόσμιου κλίματος: συμβάλλει στην υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 40% περισσότερο απ’ όσο όλες οι συγκοινωνίες μαζί).

 

Κάνεις υγιεινή διατροφή αν τρως ψητό κοτόπουλο μεγαλωμένο με τρόπο πιο αφύσικο απ’ όσο θα μπορούσε να συλλάβει η πιο αρρωστημένη σου φαντασία; («Μη βάζεις κοτόπουλο*» μου λέει ο σουβλατζής. «Το πήρα 1,20 ευρώ το κιλό».)

 

Θα έτρωγες ξανά γαρίδες αν ήξερες ότι για κάθε μισό τους κιλό έχουν σκοτωθεί άλλα 12 κιλά θαλάσσιων ζώων;

 

Αν σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ένας λόγος για τον οποίο θα μπορούσες να γίνεις χορτοφάγος, ο Φόερ έχει ασχοληθεί μαζί του. Και αν υπήρξαν δέκα λόγοι για τους οποίους δεν το αποφάσισες ποτέ, έχει ασχοληθεί και με αυτούς.

 

Για να είμαι ειλικρινής: δεν θεωρώ την κατανάλωση ζώων ανήθικη per se (ίσως επειδή δεν είχα ποτέ κατοικίδιο, για να βιώσω τη σκληρή αντιπαραβολή του αφοσιωμένου και καλομαθημένου Φούλη με το ξεκοκκαλισμένο κοτόπουλο στο πιάτο μου). Πιστεύω πως το επιχείρημα ότι οι άνθρωποι πάντα έτρωγαν ζώα, όσο σαθρό και αν είναι όταν χρησιμοποιείται για να κόψει τον αέρα σε ένα χορτοφάγο, δεν παύει να έχει υπόσταση, αρκετά ισχυρή ώστε να εμποδίζει την προώθηση ενός αυτονόητου συστήματος αξιών.

 

Δεν έχω γνώσεις βιολογίας αρκετές για να κρίνω τα επιχειρήματα περί μη φιλικής προς την κρεοφαγία κατασκευής του ανθρώπινου πεπτικού συστήματος. Δεν ξέρω πόση διαύγεια θα είχα για να αξιολογήσω τα πολύπλοκα ζητήματα που θέτει ο Φόερ αν απολάμβανα πραγματικά τη γεύση ενός λουκάνικου από την Αράχωβα ή αν με έπιαναν συχνά λιγούρες για μια σπαλομπριζόλα στη Χασιά. Πιστεύω στο ρεαλισμό μιας προσωπικής ηθικής που, ευτυχώς ή δυστυχώς, διαμορφώνεται κάτω από την πίεση ατομικών και συλλογικών αναγκών και προτεραιοτήτων.

 

Το δικό μου εμπόδιο στο δρόμο προς την πλήρη στροφή στη χορτοφαγία είναι η κοινωνικότητα. Οι νόρμες που με τσιγκλάνε όταν βρίσκομαι σε τραπέζι με κύριο πιάτο κοκκινιστό και με συνοδευτικά που όλα τελειώνουν σε «μπέικον» - ότι δεν είναι ευγενικό να αρνηθώ. Η ηθική της δικής μου γιαγιάς, που λέει ότι στην εκκλησία φιλάμε το χέρι του παπά και στην οικογένειά μας σερβίρουμε κρέας.

 

Μόνο που, τελευταία, ακόμα και τα εμπόδιά μου αρχίζουν να χάνουν την αίγλη τους.

 

***

 

Ο Φόερ δεν αντιμετωπίζει ελαφριά το θέμα της κοινωνικότητας –ούτε, κυρίως, αυτό των ιστοριών που κουβαλάει για καθέναν από εμάς το φαγητό. «Η ηθική της τροφής είναι τόσο περίπλοκο θέμα» γράφει «επειδή το φαγητό συνδέεται τόσο με τους γευστικούς μας κάλυκες όσο και με το γούστο μας, τόσο με τις ατομικές μας βιογραφίες όσο και με το παρελθόν μιας ολόκληρης κοινωνίας».

 

Όμως το παρελθόν της δικής μας κοινωνίας εκπέμπει σαφή σήματα ότι το παρόν απαιτεί μια διαφορετική αντιμετώπιση του πώς σκεφτόμαστε γύρω από το φαγητό.

 

Στην Ελλάδα των χοίρων που σφάζονταν Χριστούγεννα και κάλυπταν την κρεοφαγία μηνών, στην Ελλάδα της κατά βάση χορτοφαγικής διατροφής των προηγούμενων αιώνων, πλέον ο χορτοφάγος θεωρείται, με ακραία ειρωνικό τρόπο, ξενέρωτος Ευρωπαίος. Και η χορτοφαγία μετατρέπεται συχνά σε ζήτημα συμπαγές όσο και μια γυψοσανίδα, που χρησιμοποιείται για να βγάλει από μπροστά μας τα σημαντικά:

 

Ότι όταν σκοτώνεις σαφώς περισσότερα ζώα απ' όσα χρειάζεσαι (αν «χρειάζεσαι») για να ζήσεις, το επιχείρημα περί ανηθικότητας της κρεοφαγίας αποκτά επιπλέον βαρύτητα.

 

Ότι αν θεωρήσουμε ανήθικες, εκτός από τη θανάτωση, και τις αποτρόπαιες συνθήκες διαβίωσης των ζώων, τότε ούτε η κατανάλωση των παραπροϊόντων τους μπορεί να θεωρηθεί αθώα, με ηθικά κριτήρια.

 

Ότι ίσως μερικές φορές χρειάζεται, για χάρη αυτής της φευγαλέας αίσθησης ότι κάνουμε, με τις περιορισμένες μας δυνατότητες, ό,τι καλύτερο μπορούμε (για μας, για τα παιδιά, για τη συνείδηση και τον πλανήτη μας), να αμφισβητήσουμε ακόμα και το «φυσικό», το «παραδοσιακό», το παραδομένο και εύκολο, και να κάνουμε την προσωπική –κάπως άβολη και με σαφώς λιγότερη τσίκνα- επιλογή μας.

 

*Είπες κοτόπουλο; Να και μια παράλογη ιστορία:

 

Εδώ και πενήντα χρόνια, υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο είδη κοτόπουλων –αυτά που εκτρέφονται για το κρέας τους και αυτά που εκτρέφονται για τα αβγά τους- καθένα με διαφορετικά γενετικά χαρακτηριστικά. Τα λέμε και τα δύο κοτόπουλα, όμως το σώμα και ο μεταβολισμός τους διαφέρουν κατά πολύ, αφού έχουν υποστεί προσαρμογές για να αντεπεξέλθουν σε διαφορετικές «λειτουργίες». Τα μεν παράγουν αβγά [...]. Τα δε παράγουν κρέας [...].

 

Το γεγονός αυτό εγείρει όλων των ειδών τα παράξενα ερωτήματα –ερωτήματα τα οποία, πριν μάθω για τους δύο διαφορετικούς τύπους κοτόπουλων, δεν είχα κανένα λόγο να θέσω στον εαυτό μου- όπως, για παράδειγμα, Τι απογίνονται τα αρσενικά μωρά των κοτόπουλων που γεννάνε αβγά; Αφού ο άνθρωπος δεν τα έχει τροποποιήσει έτσι ώστε να παράγουν κρέας και η φύση προφανώς δεν τα έχει φτιάξει έτσι ώστε να γεννάνε αβγά, σε τι χρησιμεύουν;

 

Δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Γι’ αυτό και όλα τα αρσενικά κοτόπουλα του τύπου που γεννάει αβγά –τα μισά, δηλαδή, απ’ όλα τα κοτόπουλα του είδους τους που γεννιούνται στις ΗΠΑ, πάνω από 250 εκατομμύρια κοτόπουλα το χρόνο- εξολοθρεύονται.

 

Εξολοθρεύονται; Να μια λέξη που σε κάνει να θέλεις να μάθεις περισσότερα.

 

Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των πουλιών αναρροφώνται από μια σειρά σωλήνων και ξεβράζονται πάνω σε μια ηλεκτροφόρο πλάκα. Άλλα εξολοθρεύονται με διαφορετικούς τρόπους και είναι αδύνατο να αποφασίσει κανείς αν αυτά είναι περισσότερο ή λιγότερο τυχερά. Κάποια πετάγονται μέσα σε μεγάλα πλαστικά κοντέινερ. Τα πιο αδύναμα καταλήγουν στον πάτο, όπου πεθαίνουν αργά-αργά από ασφυξία. Τα δυνατότερα πεθαίνουν αργά-αργά από ασφυξία στην κορυφή. Άλλα, πάλι, περνάνε ζωντανά και με όλες τους τις αισθήσεις μέσα από τεράστια μηχανήματα διαμελισμού (φανταστείτε μια μηχανή κοπής ξύλου γεμάτη από κοτόπουλα).

 

Σκληρό; Εξαρτάται από την ερμηνεία που δίνει κανείς στη λέξη.

 

Τρώγοντας ζώα (εκδ. Μελάνι), σελ. 60-61

 

________________

Η Στέλλα Κάσδαγλη είναι δημοσιογράφος, μεταφράστρια και συγγραφέας. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για θέματα πολιτικής της τροφής, διατροφικών κινημάτων και διαχείρισης της υγείας και έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, το βιβλίο «Τρώγοντας ζώα» του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ (εκδόσεις Μελάνι).