Η εξαγγελία εθνικού πένθους θα έπρεπε είναι μια συμβολική κίνηση σεβασμού του κράτους απέναντι στους πολίτες που έχασαν άδικα τη ζωή τους και στους οικείους τους. Στην ελληνική πραγματικότητα δεν είναι όμως μόνο αυτό. Από το καλοκαίρι του 2007 και το θάνατο δεκάδων συμπολιτών μας από τις φωτιές που έκαιγαν όλη τη χώρα, η επίκληση του εθνικού πένθους έχει μια άδηλη λειτουργία. Σηματοδοτεί την ανάγκη να απλωθεί μια σιωπή γύρω από τα επίκαιρα πολιτικά αίτια μιας εθνικής τραγωδίας.

 

Εκείνο το καλοκαίρι είχε απλωθεί μια διάχυτη βουβαμάρα, ενισχυμένη μάλιστα από τους μπλόγκερς του ελληνικού διαδικτύου με τη μαυροφορεμένη διαμαρτυρία τους στο Σύνταγμα εναντίον του πολιτικού συστήματος γενικά και αόριστα, ενώ παράλληλα είχε ουσιαστικά καταργηθεί η προεκλογική περίοδος μέσα από την υποτιθέμενη ένδειξη σεβασμού από τα κόμματα προς τους νεκρούς και την αποφυγή πολιτικής εκμετάλλευσης των θανάτων. Λίγες μέρες βέβαια μετά η τότε κυβέρνηση δεν δίσταζε με επικοινωνιακό τρόπο να μοιράζει χιλιάρικα στους πληγέντες προς αποζημίωσή τους, χωρίς κάτι τέτοιο να συνεπάγεται ασέλγεια στη μνήμη των νεκρών...

 

Αυτή τη στιγμή, αν θέλουμε να τιμήσουμε κάπως τη μνήμη των νεκρών προτιμότερο είναι το πένθος του θυμού, της οργής ακόμη και της καταγγελίας και όχι της μουγκαμάρας και του φόβου μη θίξουμε αυτούς που έχουν την εξουσία στα χέρια τους.


Εκεί, μαζί με την θανατηφόρα καταστροφή και την επίκληση σε αόρατους εχθρούς και στρατηγούς ανέμους για να εξηγηθεί "το κακό που μας βρήκε" εμφανίστηκε με τρόπο κυριαρχικό η σημερινή μίζερη, μοιρολατρική, συνωμοσιολογική, ζητιανεύουσα Ελλάδα. Η ανακοίνωση ενός ακόμη σιωπηλού πένθους δεν σημαίνει τίποτα άλλο από τη συνέχιση των ίδιων συμβολικών, πραγματολογικών, συναισθηματικών όρων που κυριαρχούν την τελευταία δεκαετία και βλέπουν όλα τα προβλήματα που προκύπτουν, από τους θανάτους από μια πλημμύρα μέχρι τα μνημόνια, ως το αποτέλεσμα μιας απίστευτης κακοδαιμονίας, μιας αναπότρεπτης φυσικής καταστροφής ή του κακορίζικου ελληνικού DNA. Τo σιωπηλό πένθος επιβάλλει μια άρρητη συνενοχή, συνήθως παραπέμπει τις ευθύνες σε ένα μακρινό παρελθόν ή σε γενικές παθολογίες της ελληνικής κοινωνίας και διοίκησης και έτσι διευκολύνει τη μη αναζήτηση των υπευθύνων με ονοματεπώνυμο.


Αυτή τη στιγμή, αν θέλουμε να τιμήσουμε κάπως τη μνήμη των νεκρών προτιμότερο είναι το πένθος του θυμού, της οργής ακόμη και της καταγγελίας και όχι της μουγκαμάρας και του φόβου μη θίξουμε αυτούς που έχουν την εξουσία στα χέρια τους. Ο κίνδυνος να μπει η συζήτηση σε ανέξοδη κοκορομαχία πολιτικής κατανάλωσης είναι σημαντικός αλλά το πρόβλημα είναι πολιτικό και έτσι πρέπει να αντιμετωπιστεί από όλους τους παράγοντες που έχουν δημόσιο λόγο.

 

Η -υποτιθέμενα πένθιμη- πολιτική σιωπή για τις σημερινές συνθήκες είναι η μεγαλύτερη ασέβεια στους νεκρούς. Ομαδικός θάνατος δεν μπορεί να υπάρχει σε μία σύγχρονη-δημοκρατική κοινωνία χωρίς ανεύρεση ευθυνών και ενόχων. Αν αφήσουμε να περάσει κι αυτό το έγκλημα χωρίς διερεύνηση των διαχρονικών αλλά κυρίως παροντικών υπαίτιων, εάν απλά πενθήσουμε και πάλι βουβοί, το μόνο που θα γίνει είναι να συνεχίσουμε τη προνεωτερική παραίτησή μας μπροστά σε φύση, συνωμοσίες, θεούς και δαίμονες. Η αποπνικτική εθνική κατάθλιψη δεν τιμά κανέναν νεκρό. Απλά συμβάλλει στη λήθη του.

 

* Ο Βασίλης Βαμβακάς είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ