στον Στάθη

 

 

'Αλλοι πλέκουν. 'Αλλοι κεντάνε. 'Αλλοι ζυμώνουν.

Όπως μπορεί ο καθένας. 

Εγώ έπιασα τον Φανό του Παπαρρηγόπουλου, τον γκόθικ ύμνο της πρώτης αθηναϊκής σχολής, των θανατολάγνων ρομαντικών.

Ας πούμε ότι είναι απόδοση.

Στην ουσία είναι αίτημα φιλίας στον Παπαρρηγόπουλο.

 

Ω φως, ω φως ταλαίπωρο!
Ω φως, ω φως ταλαίπωρο!

  

Τo Φανάρι του Κοιμητηρίου Αθηνών

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873)
Απόδοση: Γλυκερία Μπασδέκη

 

Στο πένθος μέσα οιωνοί για ευτυχία μακάρια,

φάροι που οδηγούν το νου προς την αθανασία,
στέμματα που φωτίζουνε ατέλειωτα σκοτάδια
αστέρια- περιπατητές σ' ατέρμονη πορεία.

 

Μα κοίτα, εκεί μακριά, μέσα στο κοιμητήριο
φανάρι, στου ορίζοντα πλαγιάζει τη γωνία,
αστέρι δεν είν' αυτό μεγάλο και μυστήριο
αλλ' έχει τις ακτίνες του σε πλήρη αρμονία.

 

Φανάρι, που νεκρούς φυλάς και θάνατο φωτίζεις,
ζωοδόχο φως-ποιός σ' έριξε μες στο νεκροταφείο;
Στ' αλήθεια σα χαμόγελο χείλη νεκρών στολίζεις
καθώς γερμένοι σε θωρούν στο ύστατο φορείο.

 

Σχίζε τα σκότη της νυχτιάς και τη ζωή απειλώντας
τα φώτα σου ξεδίπλωνε στην τέφρα, στο σκοτάδι
κουφάρια και νεκρόλιθους ολόενα μετρώντας.
Μιλιούνια είναι, δες: χτυπά, τρέμει το φυλλοκάρδι!

 

Μα, αν μετριέται η ζωή, ο θάνατος μετριέται;
Στιγμούλα στου αιώνιου ωκεανού τα πλάτη,
σβήνεται πριν να γεννηθεί, πριν σβήσει λησμονιέται.
Μόνον ο θάνατος μετρά του θάνατου τα βάθη.

 

Κι εσύ φανάρι, είσαι εκεί, ανάμνηση σβησμένη
τάφους νεκρών φωτίζοντας αντάμα με τη λήθη-
τον πιο μεγάλο θάνατο που θα τους περιμένει
-η λήθη, κοιμητήριο στων ζωντανών τα στήθη.

 

Αλησμονιούνται όλοι, ναι! κι οι ζωντανοί ακόμα,
το παρελθόν σα σάβανο, το περιβάλλει η λήθη
λιγάκι κλαιν' οι ζωντανοί αυτούς που 'ναι στο χώμα
και μοιρολόγι μοναχά ψέλνει το κυπαρίσσι.

 

Ω φως,ω φως ταλαίπωρο! Ενώ οι αδελφοί σου
φωτίζουνε συμπόσια χαράς και ευθυμίες
εσύ πάνω σε μνήματα απλώνεις το κορμί σου
φωτίζοντας θεόχλωμες του Χάροντα ευτυχίες.

 

Παράδοξο συμπόσιο! προβάλλουν απλωμένες
τράπεζες από μάρμαρο κι ένας σταυρός αντάμα
μ' επιγραφές μακάβριες επάνω καρφωμένες
-κερνά τη λήθη η σιγαλιά στο κοιμητήριο σκάμα.

 

Το φως επάνω τους γλυστρά, τι νεκρική ωχρότης
-ποιός να φαντάστηκε γιορτή με τόση ησυχία;
και κάπου κάπου όρθιος μαρμάρινος συμπότης
αχ, όλοι θα καθήσουμε σ' όμοια τραπεζαρία.

 

Χάϊδευε, χάϊδευε γλυκά τη νεκρική την κάσσα
αχ, πόσοι κοιμηθήκανε χωρίς γλυκά χαδάκια...
αυτοί δε θα 'ταν σήμερα κάτω από την πλάκα
αν τρυφερά τους κοίταζαν δυο στοργικά ματάκια.

 

Φανάρι, τάφου θλιβερό αστέρι που όλο τρέμεις
καθώς φωτίζεις της ζωής το ύστατο μονοπάτι
λυσσομανάς στου άνεμου την παγωνιά και γέρνεις
Αχ, Φως,τι τάχα με κοιτάς με του θανάτου μάτι;

 

Δεν τον φοβάμαι, όρθιος στο θάνατο βαδίζω
-δεν τον υμνώ, δεν απαιτώ καμμιά αθανασία
στο παγωμένο του φιλί το σώμα μου λυγίζω
-ποιός τη γαλήνη δεν ποθεί μετά την τρικυμία;

 

Τι τρυφερά χαμογελά το φως που ξημερώνει
κι ο ήλιος τι πανσίγλυκα απλώνει τις αχτίδες!
-ό,τι και να συνάντησα η ευτυχία σαρώνει
μα η ευτυχία πουθενά- και οι ελπίδες φρούδες.

 

Μέλλον, της τύχης παίγνιο, του βίου ειρωνεία
λεξούλα χωρίς νόημα, καταστολή στο χρόνο
σα φαρμακάκι σε ρουφούν, τι ματαιοπονία!
-θε να ξυπνήσουν αύριο με πιο φρικτό τον πόνο.

 

Μέλλον, λέξη κενή, τίποτε δε σημαίνεις
πόθου ηχώ ανόητη και άκαρπη και στείρα
κούφιος καθρέφτης, μάταια, αχ μάταια κοιτάζεις!
-το είδωλό σου ψεύτικο, καταραμένη η μοίρα.

 

Μέλλον, όπως η αστραπή τρέχεις προς το σκοτάδι
και κοροιδεύεις και γελάς κι έχεις το πάνω χέρι,
η μοίρα μας επροίκισε ταξίδι για τον 'Αδη
κι η ομορφιά μας θα κοπεί από φρικτό μαχαίρι.

 

Τι 'ναι το μέλλον; μαρασμός, του Χάροντα χαδάκι
δάκρυ στο δάκρυ, ουρλιαχτό, μαύρη απελπισία
θα γείρω ύστερα μωρό στο έσχατο κρεββατάκι
και τα χεράκια σε σταυρό, νέκρα και δυστυχία.

 

'Ερημος στέκομαι εδώ,έχει βραδυάσει ήδη

κηδείας φως απλώθηκε,τα όνειρα κουφάρια
άγνωστου πόνου, σαδιστή κατήντησα παιχνίδι
σέρνοντας μια πικρή ζωή, χαράς απομεινάρια.

 

Φανάρι, σκέφτηκες ποτέ τη δύναμή σου άδεια
-oύτε αχτίδες,ούτε φως- μα πάλι ποιόν τον νοιάζει!
στου Χάροντα την έπαυλη ταιριάζουν τα σκοτάδια
του ανθρώπου ο προορισμός είναι ν' αναστενάζει!

 

 

 

Εδώ το πρωτότυπο:


Ο Φανός του Κοιμητηρίου Αθηνών

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος
(1843-1873)

 

Εν μέσω πένθους οιωνοί γλυκείας ευτυχίας,
φάροι τον νουν ευθύνοντες προς την αθανασίαν,
Διάδημα επικοσμούν το φάσμα της σκοτίας,
Τα άστρα, την ατέρμονα βαδίζουσι πορείαν.

 

Αλλά ιδέ, εκεί μακράν, εις το νεκροταφείον,
Φανόν με του ορίζοντος συμπίπτοντα τό πέρας·
Δεν είναι μέγας ως αστήρ και πλήρης μυστηρίων,
Αλλ' έχει τας ακτίνας του πολύ συμπαθεστέρας.

 

Φανέ φυλάσσων τούς νεκρούς, τον θάνατον φωτίζων,
Σε, φως, ζωήν, τις έρριψεν εντός κοιμητηρίου;
Δεν είναι ως μειδίαμα χείλος νεκρού στολίζον;
Σε βλέπουν οι υπνώττοντες κάτωθεν τού φορείου;

 

Σχίζε το σκότος της νυκτός και, απειλών τους ζώντας,
Ρίπτε το φώς σου όπου χους υπάρχει και σκοτία,
Μέτρει τους λίθους των νεκρών και τους αποθανόντας·
Ω! πόσοι είναι! φρικιά και τρέμει ή καρδία.

 

Μη αν μετρήται η ζωή, ο θάνατος μετρείται;
Στιγμήν εις τον ωκεανόν ριφθείσα των αιώνων,
Πριν καν υπάρξη σβέννυται, πριν πέση λησμονείται.
Ο χρόνος προς τον θάνατον καταμετρείται μόνον.

 

Ζης ως ανάμνησις, εκεί, φανέ, μεμονωμένη,
Διπλήν φωτίζων νέκρωσιν, τους τάφους των θανόντων,
Την λήθην, άλλον θάνατον όστις αυτούς προσμένει,
την λήθην, κοιμητήριον εν τη ψυχή των ζώντων.

 

Ναι! λησμονούσι· και αυτούς τους ζώντας λησμονούσι,
Το παρελθόν, ως σάβανον η λήθη περιβάλλει.
Οι επιζώντες τους νεκρούς επί μικρόν θρηνούσι,
και μόνη η κυπάρισσος επί των τάφων θάλλει.

 

Ω φως, ω φως ταλαίπωρον! ενώ οι αδελφοί σου
Φωτίζουσι συμπόσια χαράς και ευθυμίας,
Αλλ' έρημος διέρχεται εις τάφους η ακτίς σου
Φωτίζουσα του Χάρωνος ωχράς τας ευωχίας.

 

Παράδοξον συμπόσιον! απλούνται εσπαρμέναι
Αι τράπεζαι μαρμάρινοι και ο σταυρός πλησίον,
Επιγραφαί δεικνύονται επάνω εστρωμέναι,
Κιρνά τήν λήθην η σιγή εις το νεκροταφείον.

 

Το φως σου πίπτει επ' αυτών ως νεκρική ωχρότης·
Τίς εφαντάσθη εορτήν με τόση ηρεμίαν;
Και που και που εγείρεται μαρμάρινος συμπότης·
Ω! πάντες θά καθίσωμεν εις τράπεζαν ομοίαν.

 

Θώπευε, θώπευε, φανέ, την πλάκα των θανόντων.
Οπόσοι εκοιμήθηκαν χωρίς τίνος θωπείας
Πόσοι θα ήσαν σήμερον, εδώ, εν μέσω ζώντων,
εάν εθώπευσεν αυτούς εν βλέμμα συμπαθείας!

 

Αστήρ των τάφων θλιβερός το φως εκείνο, τρέμον
Φωτίζει την υστερινήν οδόν του διαβάτου,
Και πνευστιά εις την πνοήν την κρύαν των ανέμων.
Ω φώς, τί με παρατηρείς ως οφθαλμός θανάτου;

 

Δεν τον φοβάμαι όρθιος προ του θανάτου βαίνων
Δεν ψάλλω την ισχύν αυτού αιτών αθανασίαν,
Το φίλημα του το ψυχρόν ατάραχος προσμένω·
Τίς την γαλήνην δεν ποθεί μετά την τρικυμίαν;

 

Πόσον ωραία μειδιά η όψις της πρωϊας!
είναι γλυκύς ο ήλιος τό πρώτον φως του στέλλων .
Α! πανταχού απήντησα έν φάσμα ευτυχίας,
Την ευτυχίαν ουδαμού, ουδ' εις αυτό το μέλλον.

 

Μέλλον, της τύχης παίγνιον, του βίου ειρωνεία,
Λέξις ουδέν σημαίνουσα η πάροδον του χρόνου,
Και φάρμακον όπερ ροφά παρούσα η πικρία,
Όπως επέλθη αύριον μετά ομοίου πόνου.

 

Μέλλον, λέξις σημαίνουσα την έλλειψιν παρόντος,
Ηχώ των πόθων οίτινες βλαστάνουσι λαθραίως,
Πολλάκις αντανάκλασις ωχρά του παρελθόντος,
Πλην πάντοτε κατοπτρισμός δεικνύμενος ματαίως.

 

Μέλλον, καθώς η αστραπή το σκότος επεκτείνον,
Της συμφοράς ο εμπαιγμός, ισχύς αδυναμίας,
Το σκοτεινόν του πρόσωπο επί του τάφου κλίνον
Κ' εκείθεν θάλλον ως ελπίς κενή αθανασίας.

 

Ιδού τό μέλλον· ή ρυτίς, θωπεία τού θανάτου·
Εν δάκρυ σπείρον έτερον· κραυγή απελπισίας.
Έως ου έπειτα εντός μακρού νεκροκραββάτου,
Σταυρώσης τους βραχίονας επί νεκράς καρδίας;

 

Μόνος, καθώς αυτό τό φώς εις τό νεκροταφείον,
Φωτίζων πόθων μνήματα και πτώματα ονείρων,
Αγνώστου πόνου έρμαιον, διέρχομαι τόν βίον
Τα ράκη σύρων της ζωής, το παρελθόν μου σύρων.

 

Φανέ, όταν τό έλαιον σέ λείψη, τί θά γίνης;
Τί; θα σβεσθής. Καλλίτερον. Αφού η μοιρ' αγρίως
Προώρισε τήν λάμψιν σου επί σποδού νά χύνης,
Τί ωφελεί εις σε το φώς και εις εμέ ο βίος;