τι ώρα είναι; πού θα πάμε αύριο;

πάμε στο σπίτι μας και μετά να τους πάρουμε όλους τηλέφωνο/ν.β.

 

Ούτε βδομάδα δεν έκλεισε απ' τη μέρα που το πρωτοδιάβασα. Και ούτε μήνας απ'τη μέρα που κυκλοφόρησε. Τύχη αγαθή κι ένα σωρό κοσμικά χρωστούμενα το έστειλαν στην πόρτα μου. Και μου πήρε τα μυαλά αυτό το χόλι μάουντεν, η νουβέλα του Νίκου Βεργέτη που ούτε ήξερα, ούτε ξέρω ,αλλά που σχίζω τα προλεγόμενα του Πολυλά μου, ότι είναι ο κρυφός γιός του Σάλιντζερ στον φύλακα στη σίκαλη και της Σωτηροπούλου στις διακοπές χωρίς πτώμα.

 

Ξεμυαλίστηκα με το χόλι μάουντεν. Σ'αυτόν τον παραληρηματικό μονόλογο του ετοιμοθάνατου Γαβρίλη προς την παρούσα-απούσα γυναίκα του,ο Βεργέτης καταφέρνει το ακατόρθωτο: ιπτάμενη μπαλαφάρα και τραγικότητα να ισορροπούν στο τόσο δα- μια λεξούλα παραπάνω και πάει το παζλ. Αλλά δεν του φεύγει πόντος. Με μια σπάνια γλωσσική ευφυία δεν χάνει λέξη, περνάει από τα γελοία στα τραγικά και τούμπαλιν, μιλά για τα πάντα χωρίς να το προσπαθεί, συγκινεί μυαλό και καρδιά, πάει τη γλώσσα στην πηγή της, την Αγία Προφορικότητα.

 

Μόνο μια τελεία υπάρχει στο χόλι μάουντεν. Στην τελευταία λέξη της τελευταίας πρότασης. Στην ησυχία του τερματισμού.

 

 


Είπα ήδη πολλά. Τώρα χορός με τις λέξεις του:

 

Aπό το χόλι μάουντεν (εκδ. Κέλευθος,2017)

του Νίκου Βεργέτη:

 

αφού το ξέρεις, δε μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο ούτε δούλευα από μικρός, δε χρειάστηκε, οι γονείς μου τίποτα το εξτρίμ, ούτε φυλακή είχε κάνει ο πατέρας μου, ούτε πρώην ποδοσφαιριστής ήτανε να 'χω να λέω στους φίλους μου, ούτε ηθοποιός να το πω στα κορίτσια και να σκιρτήσει το μέσα τους, ούτε βία ενδοοικογενειακή να βλέπουν οι άλλοι τη μάνα μου μπαούλο απ' το ξύλο και να με λυπούνται, τίποτα, έτσι κι εγώ αναγκάστηκα να σκαρώνω ιστορίες ψεύτικες, στην αρχή δειλά δειλά, μικρά ψεματάκια, ανούσια, ίσα ίσα για να ρίχνω λίγη σάλτσα στα ανιαρά παιδικά μου χρόνια (....)

 

(...) και είπαμε δεν λέμε μεγάλα ψέματα, μόνο μικρά, μετά πέρασα μια περίοδο που τα βαρέθηκα τα ψεματάκια και άλλαξα ρότα, πολύ θα 'θελα να 'χω μια ιστορία να σου πω για το τι έγινε και άλλαξα έτσι απότομα αλλά δε θυμάμαι, και το να σκαρφιστώ μία τώρα θα 'ταν μεγάλο ψέμα και είπαμε μεγάλα ψέματα δε λέμε, ίσως όμως αυτό να 'γινε επειδή δεν ήταν όλα μου τα ψέματα πετυχημένα, δεν προκαλούσαν όλα το θαυμασμό ή τα χαμόγελα, οι άλλοι είχαν αρχίσει να με χλευάζουν, ίσως να μ' είχαν πάρει χαμπάρι, όπως τότε που 'χα πει στους συμμαθητές μου ενώπιον της δασκάλας ότι ο παππούς μου σκοτώθηκε στον πόλεμο απ' τους γερμανούς από καρκίνο του προστάτη, τι τα θες μικρός ήμουνα και μπερδευόμουν, ή όπως τότε που είπα ότι φίλησα στο στόμα τη νικολέτα μπάρμπα, τη μικρότερη αδερφή της βάνας μπάρμπα, και αυτό το μαλακισμένο ο αντώνης ο σούρλας, που είχε το ίδιο επώνυμο με τον σούρλα τον ταγματασφαλίτη που πριν τα δεκεμβριανά είχε σφάξει το μισό δεμερλή και ύστερα γύρω στο σαρανταέξι το σουρλέικο έσφαξε και βίασε και τους εαμίτες στον πλατύκαμπο, τελοσπάντων, πού είχα μείνει, α ναι, αυτό το μαλακισμένο ο σούρλας που λες ανακάλυψε ότι η βάνα μπάρμπα έχει μια αδερφή μεγαλύτερη και λέγεται χρυσαυγή, λες και θ' άλλαζε τίποτα στη ζωή του μαλακισμένου αν η βάνα μπάρμπα είχε μια αδερφή μικρότερη που λεγόταν νικολέτα, τελοσπάντων, οπότε καταλαβαίνεις τι έγινε στην τάξη, απ' τον παράδεισο στην κόλαση βρέθηκα, τι τα θες;(...)

 

(...) θυμάσαι; θυμάμαι να λες, γνέψε μου κι εγώ θα καταλάβω, μην τον υποτιμάς τον ετοιμοθάνατο, μόνο να γαμήσω δεν μπορώ, αλλά αν βάλεις το χεράκι σου, πού ξέρεις, γίνονται και θαύματα, καλά καλά μη θυμώνεις, αλλά να ξέρεις ότι όταν ξανακοιμηθώ θα σε γαμήσω στον ύπνο μου κι εσύ θα λες πόσο σ' αρέσει, σκίσε με, πιο βαθιά και τα σχετικά, και γω θα 'χω προνοήσει και θα 'χω φυλάξει δυο τρία εκατοστά καβάτζα, για ώρα ανάγκης, και όταν θα τα ρίξω κι αυτά στην αρένα της μάχης και θα παίζω πλέον μ' ανοιχτά χαρτιά, θα γεύομαι τα σπασμένα βογκητά σου και τις συσπάσεις στους μηρούς και αυτό το απλανές βλέμμα, διαπερατό βλέμμα που ελπίζω να ζήσω κι άλλη ζωή για να το θυμάμαι (...)

 

 (...) ξέρω τι σκέφτεσαι, κοίτα όρεξη που την έχει το σάψαλο που αντί να κοιτάει τα χάλια του μιλάει με παραβολές και με διλήμματα, πώς την είδε; χριστός και ρέιμοντ τσάντλερ μαζί; γι' αυτό σου λέω, αλήθεια ή ψέμα μικρή η διαφορά, το ζήτημα είναι η ιστορία, γι' αυτό γουστάρουμε τους αβέβαιους παραμυθάδες, τα 'παμε και πριν αυτά, και για να δω; τι διαβάζει τώρα το κορίτσι μου; μάλιστα, λύνει σταυρόλεξα, λοιπόν άκου έναν γρίφο, ετοιμοθάνατος που μιλάει με παραβολές για την αλήθεια και το ψέμα, εφτά γράμματα, θα σε βοηθήσω, το πρώτο μι το τρίτο λάμδα και τα τρία τελευταία κάπα, άλφα, σίγμα, αν το βρεις κερδίζεις μια αλλαγή ορού και μια επανατοποθέτηση καθετήρα, τελοσπάντων, γι' αυτό σου λέω, σημασία δεν έχει τι κάνεις, αλλά τι θα μπορούσες να κάνεις, αυτά για σήμερα, αντίο (...)

 

(...) τι έλεγα; Α ναι, για τότε που παρατηρούσα τα ασήμαντα, μια φορά που λες μ' είχε τσιμπήσει μέλισσα και για την επόμενη βδομάδα τις παρατηρούσα από φόβο, είναι τρομερό ναρκωτικό ο φόβος, είχαμε μελίσσια δίπλα απ' το σπίτι κι εγώ πήγαινα με τις ώρες και τα παρατηρούσα και ζήτησα απ' τον πατέρα μου να μου πάρει κι ένα βιβλίο για τις μέλισσες κι αυτός με κοίταξε λίγο περίεργα, ποιος ξέρει; μπορεί να νόμιζε ότι του βγήκα αδερφή, τελοσπάντων πολύ περίεργα πλάσματα οι μέλισσες, τρομερή κοινωνική οργάνωση αλλά λίγο ηλίθιες, για παράδειγμα οι άντρες, οι κηφήνες, πηδάνε μία φορά τη βασίλισσα και μετά πεθαίνουν, λες από κει να βγήκε το ψοφάω για να γαμήσω; σκέψου τώρα κατάρα, να 'χεις πηδήξει για πρώτη φορά και πάνω που παίρνεις τη γλύκα να πεθαίνεις, αλλά κι οι άλλες μέλισσες, μη νομίζεις, καμικάζι αυτοκτονίας είναι, μουτζαχεντίν, τσιμπάνε μία φορά για να προφυλάξουν τη βασίλισσα και μετά πεθαίνουν, γι' αυτό σου λέω, ηλίθια πλάσματα, φανατισμένα, άσε που είναι και φιλοβασιλικά, πεθαίνουν για να προστατέψουν τη βασίλισσα η οποία κάθεται και γαμιέται με όλους τους μελλοθάνατους, αυτό σημαίνει φαρμακομούνα, αντί να κάνουν μια ξεγυρισμένη επανάσταση για να αποκαθηλώσουν τη βασίλισσα και να ξαναφτιάξουν την κοινωνία απ' την αρχή, αυτές κάθονται και πεθαίνουν στο όνομα του στέμματος, τώρα που το σκέφτομαι δε διαφέρουν και πολύ από εμάς, τελοσπάντων, γι' αυτό γουστάρω τις γάτες, οι καταραμένοι ποιητές του ζωικού βασιλείου, ακόλαστες, βουτηγμένες στην αμαρτία και στις καταχρήσεις και στ' αρχίδια τους οι ιεραρχίες και οι υπακοές, μπίτνικς, φτάνει να χαϊδεύονται, να πηδιούνται και να τρώνε, μποέμικη ζωή, ντόλτσε βίτα σου λέω, σαν το γάτο του γιωργάκη, έναν τιγρέ γάτο που 'χε πηδήξει όλη τη γειτονιά και μετά γύριζε σπίτι, έτρωγε τον αγλέορα και κοιμόταν κάτω απ' το καλοριφέρ χειμώνα καλοκαίρι, κι άμα τον ξυπνούσες σου 'ριχνε και μια ξεγυρισμένη γρατζουνιά και μετά από λίγο ερχόταν και σου νιαούριζε γιατί ήθελε χάδια και μετά βαριότανε κι άμα τον χάιδευες παραπάνω σε ξαναγρατζούναγε, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε, γι' αυτό σου λέω, αλλοπρόσαλλα πλάσματα οι γάτες, γοητευτικά, αν έμπαινα σ' ένα μπαρ και καθόντουσαν στην μπάρα μια γάτα και μια μέλισσα, στη γάτα θα πήγαινα για παρέα, άσε που η γάτα θα έπινε καμιά ωραία ουισκάρα ενώ η μέλισσα κάνα βιολογικό τσάι μυστήριο και να πεις ότι η μέλισσα προσέχει την υγεία της, αφού τσιμπάει και ψοφάει μετά, τουλάχιστον θα 'πρεπε να τη ζήσει τη ζωή της μέχρι το θανατηφόρο τσίμπημα, τελοσπάντων, ξέφυγα πάλι, άρχισε να νυχτώνει, είναι πανέμορφα, ο ουρανός έχει πάρει αυτό το άχρωμο μπλε του δειλινού, η καλύτερη ώρα του καλοκαιριού, έχεις ξεβγαλθεί από τ' αλάτια, φοράς τα βραδινά σου, βάζεις ένα ποτό ενώ απ' τα ηχεία του στερεοφωνικού ακούγεται το κάιντ οφ μπλου, πάντα στο πέντε το βόλιουμ, το 'χεις υπολογίσει (...)

 

(...) τώρα όταν πονάς λίγο δε θα γκρινιάζεις, να ανησυχείς αν ξυπνήσεις και δεν πονάς πουθενά, αυτό θα σημαίνει ότι πέθανες, συμφιλιώσου λοιπόν με τον λίγο πόνο, δεν έγινε και τίποτα, όταν πονάς πάρα πολύ τότε θα μιλάς, θα μου πεις τώρα ότι το πολύ και το λίγο είναι σχετικό αλλά δεν είναι, θα το μάθεις, από δω και πέρα το καθόλου θα σημαίνει λίγο, το μέτριο πάρα πολύ και το πολύ θα 'ναι αφόρητο, θα συνηθίσεις όμως, μην ανησυχείς, ο άνθρωπος είναι ζώο που προσαρμόζεται, κι εσύ είσαι άνθρωπος, άρα ζώο που προσαρμόζεται, δες το σαν μια καινούργια εμπειρία, έχεις στήσει ένα πάρτι και πρέπει να χορέψεις, σε κάθε άλλη περίπτωση οι καλεσμένοι σου θα απογοητευτούν, χόρεψε για να χορέψουν, ακόμα κι αν το πάρτι είναι προθανάτιο στο χέρι σου είναι ν' ανάψει το κέφι, κάνε εσύ ό,τι μπορείς και βλέπουμε, βάλε ένα ποτό, βάλε στο στεροφωνικό να παίζει κάτι απ' τα παλιά και χόρεψε, μη βάλεις αυτά τα καταθλιπτικά που άκουγες για να πίνεις ουίσκι και να σκέφτεσαι, βάλε αυτές τις χορευτικές επιτυχίες που ακούγαμε στην αρχή της νέας χιλιετίας και χόρεψε, το πάρτι έχει αρχίσει κι εσύ πρέπει να περάσεις καλά, το ίδιο και οι καλεσμένοι σου, γι' αυτό σου λέω χόρεψε και όταν τελειώσει βλέπουμε, πού ξέρεις; μπορεί και να μην τελειώσει ποτέ, δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται, μπορεί να βγει ο κλόουν και να μας κάνει μαγικά, να βγάζει περιστέρια απ' τα μανίκια, να κόβει ανθρώπους στα δύο, να βγάζει λαγούς απ' το καπέλο του, πού ξέρεις; μπορεί να βγάλει και καινούργιο συκώτι και να σ' το δώσει να το φορέσεις, γι' αυτό σου λέω, κράτα το πάρτι ζωντανό μέχρι να βγει ο κλόουν και μετά κάνε το σταυρό σου να βγάλει κάτι χρήσιμο απ' το καπέλο, και να σε δω τότε αν πιστεύεις ή όχι, και το σταυρό σου θα κάνεις και το πάτερ ημών ανάποδα θα πεις, κράτα το πάρτι ζωντανό, αυτός είναι τώρα ο σκοπός σου (...)

 

(...) λοιπόν, δεύτερον, κανονίστε να φέρετε στα τελευταία μου που θα 'μαι ανήμπορος κάνα παπά να με διαβάσει, έκφραση κι αυτή, άκουσε κει παπά να με διαβάσει, τελοσπάντων, θα σας πάρει ο διάολος κι εσάς και τον παπά, την κατάρα μου θα 'χετε, αφού το ξέρεις ότι τους σκιάζομαι τους παπάδες, φέρνουν γρουσουζιά, τώρα θα μου πεις πόση κακοτυχία μπορεί να φέρει κάποιος σ' έναν ετοιμοθάνατο που μετράει ανάσες; δεν έχει σημασία, παπάς γιοκ, ξέχνα το, και μην αναρωτηθείς γιατί σ' τα λέω όλ' αυτά αφού ούτε εσύ τους γουστάρεις τους παπάδες, γιατί στα δύσκολα καμιά φορά αλλάζει ο άνθρωπος, και το σταυρό του κάνει και τους παπάδες συμπαθεί και σ' ό,τι θες πιστεύει, αν πετάξεις σ' έναν μισοπνιγμένο έναν κουβά σκατά, ποσοτικά το εννοώ, δηλαδή μόνο τα σκατά, χωρίς τον κουβά, αυτός θα νομίζει ότι είναι σωσίβιο και θα τα πιάσει, τελοσπάντων, αυτά και με τους παπάδες, τρίτον, αποτέφρωση, κάντε με στάχτη, κάψτε με, πώς το λένε; σεβάσου τις κλειστοφοβίες μου, εδώ σε ξενοδοχείο πηγαίναμε και σε 'βαζα να κοιμόμαστε με την πόρτα ανοιχτή, η ιδέα να 'χω από πάνω μου είκοσι κιλά χώμα δε με συγκινεί, μια μέρα λοιπόν που θα θες να δεις προς τα πού φυσάει ο άνεμος, αντί να γλείψεις το δάχτυλό σου, πάντα με ερέθιζε αυτή η εικόνα αλλά αυτό είναι άλλο θέμα, αντί για δάχτυλο λοιπόν θ' ανοίξεις το κουτάκι μου και θα περιμένεις να δεις προς τα πού θα σκορπίσω, τώρα δικαίως θα αναρωτηθείς γιατί κάποιος που δεν είναι ναυτικός, ψαράς, μετεωρολόγος ή κάτι σχετικό τελοσπάντων να θέλει να μάθει τη φορά του ανέμου, άλλη ιστορία αυτή, μη μου το χαλάς, συν ότι σου δίνω και μια ωραία ιστορία για να 'χεις να διηγείσαι, σκέψου τώρα να λέει η φίλη σου η μαρίνα αυτούς τους ατελείωτους κοψοφλέβικους μονολόγους για τη σχέση της με τον γιάννη και σε κάποια απ' τις ελάχιστες παύσεις της να πεις ότι κι εγώ σήμερα ήθελα να δω προς τα πού φυσάει για ν' απλώσω τα ρούχα και σκόρπισα τη στάχτη του γαβρίλη, πλάκα δε θα 'χει; (...)

 

Tango With Lions - Right From the Start