Τα γράμματά σου τάφοι. Δεν τελειώνει

απάνω τους η λέξη του Θανάτου. /Κ.Κ.

 

Η Μπεμπούλα γράφει, γράφει, γράφει. Με πυρετό σαραντατρία, με αιμορραγία, με φρικτή πείνα, με πιο φρικτή μοναξιά. Στον δικό της μεσοπόλεμο. Η Κερκυραία δασκάλα με τα γαλλικά και τα πιάνα στον αέρα ενώ προσπαθεί να επιβιώσει στο χωριό του διαβόλου Τουρκοπάλουκο των αρχών της δεκαετίας του '30, κάπου στην Παραμυθιά, με θέα τον Αχέροντα. Η Μπεμπούλα μια δεκαετία μετά, έρημη μέσα στο πλήθος πρωτευούσης Αθηνών με τον δεύτερο παγκόσμιο να είναι τρυφερότερος από τη μοναξιά της.

 

Η αγαπημένη της Lyda είναι η αδελφή της, αλλά κυρίως το πρόσωπο που επιλέγει να απευθυνθεί. Ο μεγαλοαστός πατέρας δεν ζει,τα χρέη έχουν γίνει βρόγχος, η Μητέρα φαντασιώνεται την εποχή της επάρκειας, η οικογένεια της Κέρκυρας ζει τον αστικό μύθο της με τον αιμάτινο μισθό της πρωτότοκης Μπεμπούλας. Η Μπεμπούλα πρέπει να θυσιασθεί, ο τόπος και το πλήθος έχει στηθεί: ένα ερειπωμένο σπίτι δημοδιδασκαλίσσης, οι άξεστοι χωρικοί που έχουν βρει ένα νέο εξωτικό κατοικίδιο, οι εν δυνάμει εραστές που απαιτούν χωρίς να δίνουν, η γεμάτη πρωτεύουσα και η άδεια προσμονή της, τα γράμματα, τα γράμματα, τα γράμματα.

 

Η Μπεμπούλα είναι ξένη. Ξένη στο Τουρκοπάλουκο, ξένη στην Αθήνα, ξένη μέσα στην οικογένεια, ξένη μέσα σε γνωστούς και αγνώστους. Το ξέρει, κι ας μην τολμά να το φωνάξει. Το καταγράφει, όμως. Τα γράμματα στη Lyda είναι τα γράμματα στο Θεό που ίσως και να μην υπάρχει και τα γράμματα στον ίδιο της τον εαυτό που δεν υπήρξε ποτέ.

 

Η Μπεμπούλα διαβάζει Παλαμά, είναι η Ξενιτεμένη. Aπευθύνει στη Lyda την πιο σπαραχτική ρητορική ερώτηση: "Εγώ πού θα χτίσω το σπιτικό μου Lyda;". Πουθενά δεν θα χτίσει το σπιτικό της η Μπεμπούλα. Χρόνια μετά η μόνη δικαιοσύνη που θα της αποδωθεί είναι το χάδι του συγγραφέα. Tα γράμματά της (που θα τα αγοράσω τυχαία από τον πάγκο ενός πλανόδιου παλαιοπώλη, στην Κέρκυρα των αρχών του 1990) θα φυλαχτούν χρόνια περιμένοντας το ιδανικό μέντιουμ για "να τα κάνει κάτι".

 

Το ιδανικό μέντιουμ θα βρεθεί: είναι ο συγγραφέας Αποστόλης Αρτινός που θα αγαπήσει την αποστολέα Μπεμπούλα και την παραλήπτρια Lyda σαν να είναι δικές του λέξεις και "θα τις κάνει κάτι": θα τις κάνει μυθιστόρημα, με τον τρόπο που γίνονται μυθιστορήματα τα φιλιά στο στόμα- ένα αποτύπωμα, μια υγρασία, ένα μούδιασμα στη γλώσσα που μπορεί να κρατήσει αιώνες.

 

— Γιατί το Αγαπημένη μου Lyda  ένα  μυθιστόρημα- πιστοποιητικό αθανασίας, είναι.

 

*Aπό τα γράμματα στη Lyda /μια επιλογή :

 

Τουρκοπάλουκο 24 / 1 / 1930


Αγαπημένη μου Lyda,

Δεύτερη βδομάδα για μένα εδώ πάνω, σ' αυτό το χωριό του διαβόλου. Είναι τόσα τα πράγματα που είχα να κάνω στο σχολείο που ακόμη δεν έχω τακτοποιήσει τα λιγοστά δικά μου εδώ στο σπίτι. Ένα σπίτι που μπάζει από παντού, ο αέρας που φυσάει παίρνει τις κουρτίνες σαν να ναι ρούχα απλωμένα στο σύρμα της αυλής. Η στέγη της κουζίνας στάζει, εχθές που βρέχε πολύ, άδειασα πέντε λεκάνες νερό, μέχρι να το πάρω μάλιστα είδηση είχε πλημμυρίσει όλος ο χώρος. Είπα σήμερα σε κάποιον να έρθει για να φτιάξει τα κεραμίδια. Με τους γειτόνους δεν έχω ακόμη και πολλά, πολλά, κάποιες τυπικές καλημέρες και καλησπέρες. Είναι πολύ κλειστοί άνθρωποι. Δεν ξέρω και τι γνώμη θα χουν για ένα κορίτσι που ήρθε μόνο του να δουλέψει εδώ πάνω στα βουνά. Καμία σχέση με το περιβάλλον της Κέρκυρας και τον τρόπο που υποδεχόμαστε εμείς τους ξένους υπαλλήλους που έρχονται για να δουλέψουν στο νησί. Σκέψου πόσο ωραία πέρασε μαζί μας ο Αλέξανδρος απ' την Αθήνα. Όλοι μέρα σπίτι μας δεν ήταν; Πόσες εκδρομές κάναμε μαζί του στα χωριά και στα ακρογιάλια μας; Άσε Lyda μου, να περάσει μόνο γρήγορα ο καιρός για τη μετάθεση μου, δεν ξέρω αν είναι σωστό, ακόμη δεν ήρθα, αλλά σκέπτομαι την άλλη βδομάδα να υποβάλλω τα χαρτιά μου για μετάθεση, δεν νομίζω ότι θα καλυτερέψουν ποτέ οι συνθήκες εδώ για μένα. (...)

 

ΥΓ.
Γράψε μου γρήγορα και στείλε μου περιοδικά και κανένα βιβλίο. Ο Θανάσης μου έστειλε ένα απ' την Παραμυθιά. Διαβάζω τώρα το Compagnon La Marguerite. Φρόντισε να το διαβάσεις. Θαυμάσιο βιβλίο!

 

Τώρα διαβάζω Παλαμά. (....)... Εγώ που θα χτίσω το σπιτικό μου Lyda;

Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι,
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα,
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά,
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.

Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.

Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.

 

ΥΓ.

Εδώ ο κόσμος πεθαίνει καθημερινώς Lyda μου από την επιδημία της γρίπης. Σήμερα πέθαναν τρεις, ο ένας ήταν μαθητής μου. Χθες πέθαναν άλλοι δύο. Και σαν να μην έφθανε αυτό μόλις χθες έμαθα ότι σ' ένα σπίτι κοντά στο σχολείο έχουν βάλει τρεις συφιλικούς. Τους φυλάει συνέχεια ένας χωροφύλακας. Έχουν φέρει κι άλλους στα γύρω χωριά. Αυτά τα σχέδια έχει το κράτος μας για τα απομονωμένα χωριά. Ο Θεός να κάμει να μην αφήσω κι εγώ εδώ την ψυχή μου.


Σε φιλώ,
Μπεμπούλα

 

 

Σαβίνα Γιαννάτου - Τα γράμματά σου

 

Τουρκοπάλουκο 11 / 1 / 33

 

Αγαπημένη μου Lyda,

(....) Ανάθεμα σ' εκείνον που πρωτάκουσα για να γινώ δασκάλα. Χίλιες φορές πουτάνα! Ναι, ναι, ναι, πουτάνα αλλά όχι δασκάλα. Δεν μπορώ άλλο αδελφή, δεν αντέχω, απηύδησα πια. Δεν είναι ζωή αυτή. Αυτό είναι ένα συνεχές μαρτύριο. Και να πω πως έχει και καμιά ωφέλεια; Όχι καμιά! Παιδαγωγός...Πλύστρα καλύτερα, να φύγω από εδώ, για να γλυτώσω. Θα γράψω παντού όπου ξέρω για να με παύσουν, γιατί αν μείνω εδώ θα τρελαθώ. Είναι η πρώτη φορά που διαβάζεις ένα τέτοιο γράμμα μου. Το ξέρω ότι δεν είναι σωστό να σου τα λέω όλα αυτά μα απελπίστηκα. Απόψε μου προμηνύεται και πάλι πυρετός, και αύριο θα μια αναγκασμένη να σηκωθώ για να παραδώσω για την Παρασκευή ή το πολύ το Σάββατο, που πρέπει, και να ταξιδέψω για Παραμυθιά. Και μ' όλο αυτό το διαολόκαιρο. Κλαίω, κλαίω, και τίποτε δεν κάνω. Χθες βράδυ αποφάσισα να βγω γυμνή έξω στο χιόνι, να πουντιάσω και να πάω μια ώρα αρχύτερα. Μα μόλις ήμουνα έτοιμη να βγω, ήλθε κάποια γυναίκα και μου 'φερε λίγο γάλα που ήμουνα σε κακά χάλια και έτσι με απέτρεψε.
Δεν σου γράφω άλλα γιατί ασφαλώς και σένα σε κάνω να πονάς. Ο Γιώργος μας τι γίνεται; Γιατί δεν μου γράφει;


Φιλιά σε όλους ,
Μπεμπούλα

 

Αθήνα 3 / 09 / 1940

 

Aγαπημένη μου Lyda,

(....)Τους γείτονές μου εδώ ακόμη δεν τους έχω γνωρίσει. Είναι κλεισμένη όλοι στα σπίτια τους απ' τα γεγονότα. Να προσέχετε πολύ και σεις. Ευτυχώς η δουλειά μου είναι εδώ κοντά και δεν θα κυκλοφορώ και πολύ. Ένας ακόμη πόλεμος...πολύ δεν είναι αυτό για μια ζωή...


Θυμάμαι Lyda, μέσα σ' αυτό το ζόφο. Θυμάμαι. Από τότε που έφυγα απ' το νησί. Ε δεν το λες και ζωή αυτό! Ή μόνον αυτό να είναι άραγε η ζωή των ανθρώπων. Μια θάλασσα μνήμης! Δεν ξέρω πια τίποτε. Μην λυπάσαι που μ' ακούς έτσι, δεν ξέρω τι μ' έπιασε τώρα. Δεν βαριέσαι καλά είναι. Κάθομαι τώρα δίπλα στη σόμπα μου, πίνω κι ένα ζεστό χαμομήλι, σε λίγο θα πάρω και το βιβλίο μου. Καλά είναι Lyda...


Τι κάνει ο Αντρίκος μας; Το σκέφτομαι κι αυτό το παιδί που θέλει να ρθει να σπουδάσει εδώ. Από τη μια μ' αρέσει η σκέψη, που θα τον έχω και παρέα, ήδη το ένα δωμάτιο εδώ του το χω ονοματίσει, αλλά αυτές τις μέρες Lyda καλύτερα να ήταν μαζί σας εκεί στο νησί, μεγαλύτερη ασφάλεια έχει κανείς απ' ότι εδώ. Να περάσουν αυτές οι μέρες και βλέπουμε, να δούμε πόσο θα κρατήσουν, που θα μας πάει αυτό το κακό. Ο Κώστας απ τη θέση που έχει μαθαίνει διάφορα, δεν βλέπω φως στον ορίζοντα αλλά ας μην απελπιζόμαστε. Ότι είναι να γίνει θα γίνει...έτσι δεν γίνεται πάντα;


Σε φιλώ,

Μπεμπούλα

 

ΥΓ.
Σου στέλνω κι αυτό:

 

Το βράδυ θα 'ρθει από μακριά
από τα χιόνια κι απ τα δάση
σε κάθε πόρτα σιγανά
θα στήσει αυτί και θα κουρνιάσει.
Και όλα τα σπίτια θα σιωπούν·
οι γέροι θα βαρυγκομούν,
οι μάνες θα αναμένουν,
τ' αγόρια δεν θα αρχινούν
να παίζουν.
Όλοι τους μόνο θε ν' ακούν
προς τα έξω, το σκοτάδι·
κι έξω απ' αυτούς, το βράδυ.

Ρ. Μ. Ρίλκε