"Έλεγα πως την είχα δει πολύν καιρόν οπίσω,/
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαμασμό περίσσο,/
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου..." Προσωπογραφία του Διονυσίου Σολωμού
"Έλεγα πως την είχα δει πολύν καιρόν οπίσω,/ Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαμασμό περίσσο,/ Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου..." Προσωπογραφία του Διονυσίου Σολωμού


Μόλις κυκλοφόρησε η εξαιρετικά πρωτότυπη και εμπεριστατωμένη μελέτη «Η φεγγαροντυμένη του Σολωμού. Ένας άγνωστος x που πρέπει να παραμείνει άγνωστος» του Ιταλού νεοελληνιστή καθηγητή Massimo Peri (εκδόσεις Gutenberg, 2016, μτφρ. Κωστής Παύλου, επιμέλεια Μαρία Σπυριδοπούλου). Ο Peri αναλύει το γριφώδες και γεμάτο συμβολισμούς ποίημα του Διονύσιου Σολωμού, «Ο Κρητικός», που ο ποιητής συνέθεσε στην Κέρκυρα μεταξύ 1833-1834. Ο Ιάκωβος Πολυλάς ήταν ο πρώτος που μελέτησε το ποίημα στο αυτόγραφο τετράδιο (χειρόγραφο του ίδιου του ποιητή), το οποίο κατόπιν περιήλθε στην κατοχή της Τεκτονικής Στοάς Ζακύνθου. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων στη Ζάκυνθο.


Εκτός του Πολυλά, γνωστοί νεοελληνιστές, μελετητές των σολωμικών χειρογράφων, όπως οι Λίνος Πολίτης, Δ.Ν. Μαρωνίτης, Γιώργος Βελουδής, Ερατοσθένης Καψωμένος, Στυλιανός Αλεξίου, Πίτερ Μάκριτζ, Ρόντρικ Μπήτον και άλλοι, έχουν εντοπίσει τα ζητήματα που προκύπτουν κατά τη φιλολογική επεξεργασία και έκδοση του «Κρητικού». Το ποίημα θεωρείται αινιγματικό κυρίως λόγω της δομής του αλλά και των έντονων εικόνων που αναδύονται μέσα από τους αριστουργηματικούς στίχους του. Ειδικότερα, η σημασία της «φεγγαροντυμένης» είναι εκείνη που εδώ και έναν αιώνα διαφεύγει μιας ικανοποιητικής ερμηνείας, καθώς εισβάλλει η αγνώστου ταυτότητας κόρη ως μυστηριώδης ποιητική εικόνα, διακόπτοντας κάποιον λογικό (!;) εννοιολογικό ειρμό.

 

 Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

 

«Ακόμη εβάστουνε η βροντή............
Κι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα
Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ' άστρα
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν' αφήσει.
Δεν είν' πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
Όμως κοντά στην κορασιά, που μ' έσφιξε κι εχάρη,
Εσειόνταν τ' ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι
Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μια φεγγαροντυμένη».

(σελ. 47)

 

Σύμφωνα με τον μελετητή, η φεγγαροντυμένη φαίνεται ν' αναπαριστά μια νεράιδα/θεότητα, τη θεά Αφροδίτη, την Παναγία Παρθένο, τη θεϊκή αγάπη, την ομορφιά του οράματος, την Ελλάδα/Πατρίδα/Ελευθερία, την ψυχή της αρραβωνιαστικιάς, μια πλατωνική ιδέα. Ο Peri προτείνει μια ρηξικέλευθη οπτική που διαταράσσει τα φιλολογικά στεγανά: Η φεγγαροντυμένη παρουσιάζεται με ιερά χαρακτηριστικά, τα οποία, σύμφωνα με τον Καρλ Γιουνγκ, είναι ίδιον των ψυχικών εικόνων. Άρα, ο «Κρητικός» δύναται να αναλυθεί υπό το πρίσμα μιας διεπιστημονικής έρευνας (φιλολογία-ψυχολογία), κατά την οποία η αναλυτική ψυχολογία ή ψυχολογία του βάθους του Γιουνγκ απελευθερώνει τη λογοτεχνική ερμηνεία, η οποία οδηγεί στην κατανόηση των παράδοξων στίχων του Σολωμού και των συμβόλων τους. Το σύμβολο εξ ορισμού συν-βάλλει, ενώνει δύο αντιφατικά νοήματα, μια θεατή και μια αθέατη πλευρά, δημιουργεί μια coincidentia oppositorum (σύμπτωσις αντιθέτων), αποτελώντας απόπειρα έκφρασης μιας άγνωστης οντότητας. Στο βιβλίο παρατίθενται οι κυριότεροι γιουνγκιανοί όροι που βοηθούν τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την εντυπωσιακή ανάλυση του Peri.

 

Το ποίημα του Σολωμού διερευνάται ως μια «διεργασία εξατομίκευσης», ένα κατόρθωμα ηρωικό ή τραγικό κατά τον Γιουνγκ, που στόχο έχει την ολοκλήρωση της προσωπικότητας μετά την επιτυχή αφομοίωση ασύνειδων περιεχομένων της ψυχής από τη συνείδηση. Το άτομο προσεγγίζει έτσι το αρχέτυπο του Εαυτού. Ο Κρητικός ή το Εγώ του αφηγητή-ήρωα έρχεται σε επαφή με το αρχέτυπο της anima, μια ασύνειδη εικόνα από τις συλλογικές εμπειρίες της ψυχής που του επιβάλλεται μέσω δυνατών αισθήσεων. Η anima, όπως και κάθε αρχέτυπο, παρουσιάζεται με πολλαπλές εικόνες, κυρίως διαμέσου του μύθου, του ονείρου, των οραμάτων και των προϊόντων της τέχνης. Δεν μπορεί να αφομοιωθεί εξ ολοκλήρου από τη συνείδηση. Για τον λόγο αυτό το αρχέτυπο της anima «παραμένει μια άγνωστη οντότητα, ένας άγνωστος x, ουσιαστικά άλυτος και ανεπίδεκτος λύσης» (σελ. 68) γιατί αποτελεί το θηλυκό μη-Εγώ του αρσενικού. Εμφανίζεται ως μητέρα, σύζυγος, ερωμένη, θυγατέρα, αδελφή, θεά, Παναγία, κορίτσι, σειρήνα, χορεύτρια, αλλά και με οποιοδήποτε κοίλο σχήμα, όπως βάζο, σπηλιά ή φυσικό στοιχείο, π.χ. θάλασσα, λίμνη, πηγή, φλόγα, άνεμος, χθόνιος κόσμος, σελήνη και ως έντομο ή ζώο, όπως πεταλούδα, μέλισσα, γάτα, αγελάδα, φίδι, τίγρης. Ακόμα, ως συλλογική οντότητα που θέτει τα τέκνα της υπό προστασία (εκκλησία, πόλη, πατρίδα, πανεπιστήμιο ή Alma Mater).

 

Η φεγγαροντυμένη φαίνεται ν' αναπαριστά μια νεράιδα/θεότητα, τη θεά Αφροδίτη, την Παναγία Παρθένο, τη θεϊκή αγάπη, την ομορφιά του οράματος, την Ελλάδα/Πατρίδα/Ελευθερία, την ψυχή της αρραβωνιαστικιάς, μια πλατωνική ιδέα. Ο Peri προτείνει μια ρηξικέλευθη οπτική που διαταράσσει τα φιλολογικά στεγανά: Η φεγγαροντυμένη παρουσιάζεται με ιερά χαρακτηριστικά, τα οποία, σύμφωνα με τον Καρλ Γιουνγκ, είναι ίδιον των ψυχικών εικόνων.

 

Η εικόνα της anima ενυπάρχει ως φυλογενετικό έγγραμμα στο άρρεν. Ενεργοποιείται αρχικά από την πραγματική μητέρα και στη συνέχεια ενδυναμώνεται από άλλες εμπειρίες με το θήλυ στην πορεία της ζωής, κυρίως όταν ερωτευόμαστε. Η εικόνα της γυναίκας-μητέρας παραμένει κεντρική και δεν χάνει τίποτα από την πρωταρχική, ενστικτώδη ενέργειά της. Ο Peri εδώ παραπέμπει στα ίδια τα λόγια του Γιουνγκ: «Η anima είναι, ούτως ειπείν, έτοιμη να ξεπηδήσει, να προβληθεί με την πρώτη ευκαιρία, δηλαδή αμέσως μόλις ένα θηλυκό ον προκαλέσει τόσο μεγάλη αίσθηση, που να καταφέρει πλήγμα στη ρουτίνα της καθημερινότητας». (σελ. 87)


Ας προσέξουμε μερικούς στίχους του «Κρητικού», όπου η θεωρία του Γιουνγκ φαίνεται να ταιριάζει αβίαστα. Η ανάδυση της anima στη συνείδηση περιγράφεται με εξαιρετική διαύγεια:


«Έλεγα πως την είχα δει πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τ' όνειρο, όταν μ' έθρεφε το γάλα της μητρός μου
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ' όλη της τη δύναμη προβαίνει».

(σελ. 102)


Στον «Κρητικό» παρατηρείται η έλλειψη συνόρου μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου, βιογραφίας και φαντασίας, συνείδησης και ασυνειδήτου. Και έτσι πρέπει να παραμείνει, κατά τον Peri, που επικρίνει τους μελετητές που ακολουθούν μια ανώφελη «ορθολογική άσκηση» ή «φιλολογικό ντετεκτιβισμό». Ενιαίο νόημα στον αποσπασματικό χαρακτήρα της γραφής του Σολωμού είναι μάταιο να υπάρξει, καθώς εναρμονίζεται με τον ανεξέλεγκτο και απρόοπτο τρόπο με τον οποίο προβάλλονται οι αρχετυπικές εικόνες του ασυνειδήτου. Ένα ακόμα παράδειγμα χαρακτηριστικών στίχων καθιστά σαφή την ιδέα αυτή:


«Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η κτίσις ήτανε ναός που ολούθε λαμπυρίζει».

(σελ. 114)


Το φως του μεσημεριού εμφανίζεται στη νύχτα αναπάντεχα και δίνει την αίσθηση μιας εσωτερικής διεργασίας. Υπάρχει ένα ζεύγος αντιθέτων, πολύ γνωστό στους αλχημιστές και που μετέπειτα η αναλυτική ψυχολογία αντιστοίχισε σε animus-anima: ο Ήλιος (Sol) και η Σελήνη (Luna), η αρσενική ψυχή (Λόγος/συνείδηση) και η θηλυκή ψυχή (Έρως/ασυνείδητο). Το γιουνγκιανό ερμηνευτικό μοντέλο ταιριάζει με τη διαδικασία που περιγράφεται στους στίχους. Το φως του ήλιου εισβάλλει στο φεγγαρόφωτο, το σεληνιακό ασυνείδητο φωτίζεται από την ηλιακή συνείδηση.

 

Ο Peri γνωρίζει ότι «εν γένει, η έλλειψη συμβολικότητας πλήττει τους φιλολόγους, ενώ οι ψυχολόγοι πάσχουν ενδεχομένως από υπέρμετρη συμβολικότητα» (σελ. 116), αλλά καταφέρνει να ενώσει τις δύο επιστήμες, φιλολογία και ψυχολογία του βάθους, με αφοπλιστικά επιχειρήματα, καθώς η κρυπτικότητα των αρχετυπικών προβολών αναδύεται διαρκώς με συγκαλυμμένη μορφή, μέσα από εναλλάξιμες εικόνες. Πράγματι, η εναλλαξιμότητα των εικόνων στους στίχους του «Κρητικού» δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο Πέρι διατυπώνει εύλογα την υποψία του ότι «οι πολυάριθμες ερμηνείες της φεγγαροντυμένης που προτάθηκαν από τη σολωμική κριτική είναι όλες ορθές και μόνο κατ' επίφαση αντιφατικές μεταξύ τους. Τώρα η υποψία αυτή έχει γίνει κάτι περισσότερο από υποψία. Οι ερμηνείες είναι όλες ορθές, υπό τον όρο όμως ότι αντιλαμβανόμαστε πως μητέρα, φύση, φεγγάρι, νερό, κορασιά, θεά, Παναγία, Πατρίδα αποτελούν εναλλάξιμες μεταξύ τους εικόνες της anima, υπό τον όρο, δηλαδή, ότι συνειδητοποιούμε πως τα αρχέτυπα είναι όντως σταθερά στοιχεία του ασυνειδήτου, τα οποία όμως αλλάζουν συνεχώς μορφή». (σελ. 138-139)


Ο αναγνώστης θα συνειδητοποιήσει ότι το ασυνείδητο είναι συνυφασμένο με τη δυναμική της λογοτεχνίας και το βάθος της ποιητικής εικόνας. Έτσι, αλλάζει ριζικά η συνθήκη της ανάγνωσης. Το φιλολογικό ιδανικό της ακρίβειας και της αντικειμενικότητας τίθεται υπό αίρεση σε κάθε βήμα που γίνεται, π.χ. για να εξαλειφθούν τα κενά ή να θεραπευτούν οι ασάφειες των σολωμικών χειρογράφων. Ακόμα και ο Λίνος Πολίτης παραδέχεται ότι «υπάρχει στα χειρόγραφα αυτά ένας κόσμος ολόκληρος, άγνωστος ακόμα και ανεκμετάλλευτος, οργανωμένος κατά το δικό του σύστημα» (σελ. 184). Για τον Peri η τέχνη αποτελεί προβολή μιας άγνωστης ψυχικής ενδοχώρας. Γι' αυτό, αν και δουλεύει «μονάχα» με εργαλεία του Γιουνγκ, δεν ανησυχεί για τους επικριτές του. Έχοντας διαπιστώσει ότι οι Έλληνες διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν τον Σολωμό μ' ένα συλλογικό πάθος ανάλογο μ' εκείνο των Ιταλών για τον Δάντη, αναρωτιέται γιατί αυτός ο ποιητής ασκεί τέτοια ακαταμάχητη έλξη και σχεδόν υπνωτίζει έναν ολόκληρο λαό. Η απάντηση βρίσκεται στα σύμβολα που προκύπτουν από την άσκηση του Σολωμού πάνω στο όνειρο και στο όραμα, καθώς και στην ακαταμάχητη έλξη που ασκεί στον ποιητή το συλλογικό ασυνείδητο.