Οι αρετές του περπατήματος στο δοκίμιο του φιλόσοφου Φρεντερίκ Γκρο

Οι αρετές του περπατήματος στο δοκίμιο του φιλόσοφου Φρεντερίκ Γκρο Facebook Twitter
Το βάδισμα, σπεύδει να διευκρινίσει ο Γκρο, δεν είναι άθλημα. Τα αθλήματα προϋποθέτουν τεχνική και κανόνες, επιδόσεις, ανταγωνισμό, αποτελέσματα. Είναι συνδεδεμένα με τις έννοιες της αντοχής, της πειθαρχίας, απαιτούν ειδικό εξοπλισμό και μπορούν να προσφέρουν άφθονη τροφή στα μίντια ως θέαμα. Τίποτε απ’ αυτά, όμως, δεν ισχύει για το περπάτημα.
0

Αν ακούτε φιλοσοφικό δοκίμιο και παίρνετε δρόμο, πρέπει να δώσετε μια ευκαιρία στο «Περπατώντας» του Φρεντερίκ Γκρο (μετ. Ρούλα Τσιτούρη, εκδ. Ποταμός). Μάλλον άγνωστος εδώ εκτός ακαδημαϊκών κύκλων, στη Γαλλία, χρόνια τώρα, πέρα από αυθεντία στο έργο του Μισέλ Φουκώ, ο Γκρο ξεχωρίζει κι ως ένας από τους δημοφιλέστερους φιλοσόφους που καταπιάνονται με συνηθισμένα, καθημερινά θέματα. Απαντήσεις σε μεγάλα ερωτήματα αναζητά κι ο ίδιος - για τη σχέση μας με το χώρο και το χρόνο, για την αιωνιότητα, τη μοναξιά-  αλλά το κάνει με αφορμή  απλές εμπειρίες, οικείες λίγο πολύ σε όλους μας. Κάτι τέτοιο είναι και το βάδισμα. Ακόμη κι όσοι φτάσαμε να ζούμε βιδωμένοι μπροστά σε μια οθόνη, δε μπορεί, πέντε βήματα τα κάνουμε.

Το δοκίμιο του Γκρο, βατό και καλογραμμένο, μας ωθεί να τα πολλαπλασιάσουμε. Διαβάζοντάς το, ξαναφουντώνει μέσα σου η επιθυμία για εκδρομή, για βόλτα, για έναν μικρό, έστω, πρωινό περίπατο. Οι σελίδες του «Περπατώντας» είναι σπαρμένες με σκέψεις για τις χαρές που προσφέρει η κίνηση έξω απο τους τέσσερις τοίχους, σε χαμηλές, πολύ χαμηλές ταχύτητες: δημιουργική έμπνευση, γαλήνη, συμφιλίωση με τα τελείως απαραίτητα, ξαλάφρωμα από τα προσωπεία της κοινωνικής μας ταυτότητας. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελούν και μια γλαφυρή ξενάγηση στη ζωή και την κληρονομιά μορφών όπως ο Νίτσε, ο  Ρεμπώ, ο Ρουσσώ, ο Θορώ, ο Γκάντι, στοχαστών δηλαδή που δεν αντιλαμβάνονταν το περπάτημα σαν ένα διάλειμμα από τη δουλειά τους αλλά ως συστατικό στοιχείο του έργου τους.

Οι σελίδες του «Περπατώντας» είναι σπαρμένες με σκέψεις για τις χαρές που προσφέρει η κίνηση έξω απο τους τέσσερις τοίχους, σε χαμηλές, πολύ χαμηλές ταχύτητες: δημιουργική έμπνευση, γαλήνη, συμφιλίωση με τα τελείως απαραίτητα, ξαλάφρωμα από τα προσωπεία της κοινωνικής μας ταυτότητας.

Το βάδισμα, σπεύδει να διευκρινίσει ο Γκρο, δεν είναι άθλημα. Τα αθλήματα προϋποθέτουν τεχνική και κανόνες, επιδόσεις, ανταγωνισμό, αποτελέσματα. Είναι συνδεδεμένα με τις έννοιες της αντοχής, της πειθαρχίας, απαιτούν ειδικό εξοπλισμό και μπορούν να προσφέρουν άφθονη τροφή στα μίντια ως θέαμα. Τίποτε απ’ αυτά, όμως, δεν ισχύει για το περπάτημα. Ασφαλώς, λέει,  κι έχουν γίνει απόπειρες για να δημιουργηθεί μια νέα αγορά μ’ επαναστατικά παπούτσια, εξαιρετικά παντελόνια και μοναδικής χωρητικότητας σακίδια αλλά –τι ανακούφιση!-  στην πραγματικότητα, το μόνο που χρειαζόμαστε για να περπατάμε είναι τα πόδια μας.  «Αρκεί μια μπουκιά ψωμί, μια γουλιά νερό, ένα ανοιχτό τοπίο, για να νιώσει κανείς ελεύθερος»...

Η πρώτη φιλοσοφική πραγματεία για το βάδισμα, όπως μαθαίνουμε, γράφτηκε από τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ («Walking»). Μάρτυρας της εποχής όπου ανατέλλει η μαζική παραγωγή, ο καπιταλισμός και η βιομηχανική εκμετάλλευση, ο αμερικανός συγγραφέας της «Πολιτικής ανυπακοής» και του «Ουώλντεν» προαισθανόμενος  πως η μανία για το κέρδος δεν θ’αργήσει και πως η φύση, ως προϊόν κι αυτή, θα λεηλατηθεί, πρότεινε μια νέα οικονομία, βασισμένη σε μια πολύ απλή αρχή, όπως θυμίζει ο Γκρο. Το ερώτημα που έθεσε δεν είναι τι αποφέρουν οι διάφορες δραστηριότητές μας αλλά τι κοστίζουν σε στιγμές καθαρής ζωής. Για παράδειγμα, ένας περίπατος στο δάσος, με κλασικούς οικονομικούς όρους, είναι χρόνος σπαταλημένος, δεν αποδίδει τίποτα. Για κάποιον όμως που θέλει  ν’ αδειάσει το μυαλό του από τις έγνοιες, ν’ απαλλαγεί από τις φλυαρίες των διπλανών του κι αποζητά στιγμές με μεγάλη διάρκεια, παρουσιάζει ανυπολόγιστο όφελος.

Μολονότι δεινός περιπατητής –βάδιζε καθημερινά τρείς με πέντε ώρες- ο Θορώ δεν ταξίδεψε πολύ. Η εμπειρία του βαδίσματος που τροφοδότησε τη σκέψη και τα γραπτά του αφορούσε αποκλειστικά τους περιπάτους στα  περίχωρα του γενέτειράς του, του Κόνκορντ, μια μικρή κωμόπολη έξω από τη Βοστώνη. Ήταν ταξιδιώτης στον τόπο του και μ’ αυτήν ακριβώς την ιδιότητά του, «μας προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονεί η αναζητήση του εξωτισμού», επισημαίνει ο Γκρο. Όποιος θέλει να περπατήσει, τονίζει με τη σειρά του ο γάλλος συγγραφέας, δεν είναι ανάγκη να πάει μακρυά. Η αληθινή ουσία του βαδίσματος, επιμένει,  δεν συνίσταται στη συνάντησή μας με άλλα πρόσωπα κι άλλες κουλτούρες, βρίσκεται στις παρυφές του πολιτισμένου κόσμου, όποιος κι αν είναι αυτός. «Να βαδίζεις σημαίνει να μένεις στην άκρη: στο περιθώριο αυτών που δουλεύουν, στο περιθώριο των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, στο περιθώριο όσων παράγουν κέρδος και δυστυχία, των εκμεταλλευτών, των εργαζομένων, στο περιθώριο και των σοβαροφανών που έχουν πάντα κάτι καλύτερο να κάνουν από το να καλωσορίσουν τον χλωμό ήλιο τον χειμώνα ή το δροσερό αεράκι την άνοιξη»…

Δεινός πεζοπόρος και μάλιστα απίστευτα ανθεκτικός υπήρξε κι ο Νίτσε. «Να κάθεσαι όσο το δυνατόν λιγότερο», έγραφε στο «Ιδέ ο άνθρωπος»  συμπυκνώνοντας τις θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφίας του. «Να μην εμπιστεύεσαι κανέναν στοχασμό που δεν γεννήθηκε στο ύπαιθρο και σε ελεύθερη κίνηση –και όπου δεν συνεορτάζουν οι μύες. Όλες οι προκαταλήψεις προέρχονται από τα εντόσθια. Η καθιστική ζωή- το έχω ξαναπεί- είναι η κατεξοχήν αμαρτία ενάντια στο Άγιο Πνεύμα». Ο γερμανός φιλόσοφος πρωτοκατέφυγε στο βάδισμα –και τη μοναξιά- νέος, σε μια φάση που αδυνατούσε να διαχειριστεί τη ζωή του. Τότε που ο ακαδημαϊκός του ζήλος και η ατσαλενένια του υγεία αποδεικνύονταν βραχύβια, τότε που η «Η γέννηση της τραγωδίας» εξόργιζε τους φιλολογικούς κύκλους, την εποχή που ο ίδιος αισθανόταν ανεπιθύμητος ως πιθανός σύζυγος και αποστρεφόταν πια τόσο την υπεροψία του Βάγκνερ  όσο και τη μουσική του. Υποφέροντας από απανωτές κρίσεις και παροξυσμούς, με πονοκεφάλους να τον καθηλώνουν στο κρεβάτι μέσα στο σκοτάδι και με την όρασή του να χειροτερεύει, ο Νίτσε  ζητά ν’ αποδεσμετεί για ένα χρόνο από το λύκειο που εργάζεται, αλλά το σώμα του εξακολουθεί να τον εκδικείται. Έτσι φτάνει ν’ αναζητήσει γιατρικό στο περπάτημα, για να ξεχνά τις σφυριές στα μηνίγγια του, για ν’ αποφεύγει την ταραχή του κόσμου. Και πάλι μάταια όμως. Ώσπου τον Μάιο του 1879 παραιτείται κι από το πανεπιστήμιο της Βασιλείας και μέσα στην επόμενη δεκαετία –την πιο γόνιμη της πνευματικής πορείας του- εξελίσσεται στον βαδιζομανή ερημίτη που διέσωσε ο θρύλος.

Όπως παρατηρεί ο Φρεντερίκ Γκρο, σε αντίθεση με τον Καντ που περπατά ίσα για να ξεμουδιάσει από την ακινησία, το βάδισμα για τον Νίτσε αποτελεί προϋπόθεση για το έργο του - «Ο Νίτσε βαδίζει, όπως  άλλοι δουλεύουν. Δουλεύει βαδίζοντας». Πολλά βιβλία, λέει ο Γκρο, έχουν γραφτεί έπειτα από την ανάγνωση άλλων βιβλίων και κουβαλάνε τη βαριά οσμή του γραφείου, μυρίζουν όπως τα σκοτεινά, κακοαερισμένα δωμάτια. Υπάρχουν όμως και τα βιβλία που αναπνέουν, εκείνα που αποπνέουν  τον αέρα των ψηλών βουνών,  αυτά που δεν είναι κορεσμένα από νεκρή λογιοσύνη ούτε στενάζουν κάτω από τόνους υποσημειώσεων. Οι έγκλειστοι συγγραφείς δίνουν συνήθως βιβλία  βαριά και δύσπεπτα. Κάποιος όμως που συνθέτει το έργο του βαδίζοντας, «είναι ελεύθερος από κάθε είδους δεσμά, η σκέψη του δεν ετεροκαθορίζεται. Δεν έχει να λογοδοτήσει σε κανέναν».

Οι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν, άραγε, καλοί περιπατητές; Σίγουρα ο Σωκράτης ήταν αεικίνητος, αλλά στην πραγματικότητα, αυτό που του άρεσε δεν ήταν το βάδισμα, ήταν οι συναντήσεις του στην αγορά και τα γυμναστήρια. Και ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας περπατώντας δίδασκαν, αλλά η μοναδική σχολή της αρχαιότητας που ήταν αληθινά περιπατητική, σύμφωνα με τον Γκρο, ήταν η σχολή των Κυνικών. Οι οπαδοί της, γράφει, βρίσκονταν σε κατάσταση μόνιμης αναζήτησης και διαρκούς περιπλάνησης, όπως οι σκύλοι. Ήταν νομάδες, εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες, ωμοί στην συμπεριφορά τους, όπως ωμή είναι κι η φύση, μ’ όλη τη γη για βασίλειό τους, χωρίς δεσμεύσεις, πλήρεις με τ’ απολύτως αναγκαία. «Ο κυνικός είναι το έξω», διαβάζουμε. «Και ακριβώς αυτή η απόσταση από τον κόσμο των ανθρώπων είναι που του επιτρέπει να αναμιγνύει τις μικρότητες  της ιδιωτικής ζωής με τις φαυλότητες της δημόσιας. Ο βίος “εκτός” είναι που του δίνει το δικαίωμα να στηλιτεύει, να χλευάζει”.

Στην “Αυτοπροσωπογραφία” του ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ, το δήλωνε απερίφραστα:  «Ό,τι κάνω, το κάνω στον περίπατο, η εξοχή είναι το γραφείο μου. Η όψη του τραπεζιού, του χαρτιού και των βιβλίων με κάνουν να πλήττω, τα εργαλεία δουλειάς με αποκαρδιώνουν…». Αντίστοιχα σημαντική θέση θα βρει το περπάτημα και στο έργο του γάλλου ρομαντικού Ζεράρ ντε Νερβάλ, όχι όμως ως πηγή ενέργειας, αλλά ως ενεργητική έκφραση της μελαγχολίας. Αν υπάρχει κάποιος που, κυριολεκτικά, διέσχισε τη – σύντομη- ζωή του περπατώντας, δεν είναι άλλος από τον Αρθρούρο Ρεμπώ. Εκείνος, όμως, δεν περπατούσε επειδή τον καλούσε ο ανοιχτός ορίζοντας, ούτε επειδή ήλπιζε να βρεί στο τέλος της διαδρομής κάποια κρυμμένη αλήθεια. Στην περίπτωσή του, ο Γκρο αναγνωρίζει το βάθισμα ως φυγή, «ως αυτήν την ανείπωτη χαρά που ο πεζοπόρος αισθάνεται για όλα όσα αφήνει πίσω του». Ο Ρεμπώ βάδιζε επειδή τα σωθικά του φλέγονταν και το να μείνει αδρανής θα ΄ταν σαν ν’ αρνούνταν την ύπαρξή του. Όσο για τον Γκάντι, πολύ πριν συλλάβει την ιστορική πορεία του αλατιού, πολύ πριν περπατήσει επί 24 μέρες με χιλιάδες Ινδούς το 1930 εναντιωνόμενος στην σκανδαλώδη φορολογία του ταπεινού  αυτού αγαθού από τους Βρετανούς αποικιοκράτες,  από την εποχή ήδη που σπούδαζε στο Λονδίνο, περπατούσε τουλάχιστον επτά χιλιόμετρα καθημερινά για να βρεί ένα χορτοφαγικό εστιατόριο ή για να πάει στο πανεπιστήμιο. Έβλεπε το βάδισμα σαν μια ευκαιρία για ν’ αντληφθεί το εύρος της υπόσχεσης που είχε δώσει στη μητέρα του –αποχή από τις γυναίκες, το αλκοόλ και το κρέας- και να βεβαιωθεί πως είναι ικανός να την τηρήσει. Αυτός ήταν ο δικός του τρόπος για να εξασκηθεί στην εγκράτεια και την πειθαρχία.

Σύμφωνοι, με το βάζουμε το ένα πόδι μπροστά απ’ το άλλο,  ούτε την βαρύτητα μπορούμε να ξεγελάσουμε ούτε να τρέφουμε αυταπάτες για την θνητότητά μας. Κι όμως, είναι εντυπωσιακό το πώς αυτή η τόσο μονότονα επαναλαμβανόμενη κίνηση, είναι ικανή να μας απογειώσει πνευματικά και να μας συμφιλιώσει με τον εαυτό μας. «Το βάδισμα σε προσκαλεί να πεθάνεις όρθιος» γράφει σ’ ένα σημείο ο Γκρο. Από τότε που τέλειωσα το βιβλίο του, αυτή η φράση κουδουνίζει στο μυαλό μου.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ