Η συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου κατέγραψε την εμπειρία της με τον καρκίνο σε ένα συγκλονιστικό βιβλίο

Η συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου κατέγραψε την εμπειρία της με τον καρκίνο σε ένα συγκλονιστικό βιβλίο Facebook Twitter
Με το χρονικό του καρκίνου στο δικό της στήθος, η Σοφία Νικολαΐδου, δίνει ένα ντοκουμέντο χωρίς λογοτεχνικές φιλοδοξίες, όπως επιμένει, μια κατάθεση εν θερμώ...
2

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ακούμε καρκίνος και μας σηκώνεται η τρίχα. Νιώθουμε δέος, αμηχανία και μια ανομολόγητη ανακούφιση αν το κακό έχει χτυπήσει μακριά. Η αρρώστια, όμως, δεν κάνει διακρίσεις. Εκεί που ζείς με την αλαζονία του υγιούς, εν πλήρει αμεριμνησία, μπορεί ξαφνικά να δεις τη γη να σου φεύγει από τα πόδια κι ό,τι βεβαιότητες έτρεφες να κάνουν φτερά. Μέχρι πρότινος, μια από τις πιο προικισμένες πεζογράφους μας, η Σοφία Νικολαΐδου, πίστευε κι αυτή πως ο καρκίνος συμβαίνει στους άλλους. Ήταν σίγουρη πως η ώρα της θα 'ρθει αφού γεράσει και πως είναι από την πάστα εκείνων που περνούν τη ζωή τους καλά. Ώσπου τον περασμένο Σεπτέμβριο, καθώς ψηλάφιζε στο στήθος της ένα γρομπαλάκι, άναψε μέσα της συναγερμός.  

Έναν χρόνο αργότερα, τα όσα βίωσε από την μαστεκτομή ως την χημειοθεραπεία, τα όσα είδε να χάνει αλλά και να κερδίζει στο μεσοδιάστημα, παραδίδονται από την ίδια σε κοινή θέα, χωρίς στολίδια, ωμά. Γραμμένο μεταξύ σπιτιού και νοσοκομείου, μέρα με τη μέρα, σε ανάκατες ώρες, πότε στο χαρτί πότε στο κομπιούτερ, ανάλογα με τις δυνάμεις της, το καινούριο της βιβλίο «Καλά και σήμερα» (εκδ. Μεταίχμιο) δεν είναι λογοτεχνία, λέει η Νικολαΐδου, είναι μια φωτογραφία της πραγματικότητας. «Όταν η ζωή εφορμά, η λογοτεχνία σωπαίνει. Ας κλείσει επιτέλους το στόμα της, να δούμε τι έχουν να πουν οι λέξεις, όταν μένουν μόνες τους. Τι έχουν να πουν, όταν έχουν απέναντί τους έναν άνθρωπο που νοσεί και πάσχει. Αν έχουν τα κότσια να παρηγορήσουν. Κι αν έχουν τη δύναμη να πουν τα πράγματα με το όνομά τους... Καρκίνος, πές το, και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε».

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη από πατέρα μουσικό και μητέρα φιλόλογο, μαθήτρια του Μαρωνίτη και του Παπαγγελή στο Αριστοτέλειο και μ’ ένα διδακτορικό για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογογιών στη διδασκαλία της λογοτεχνίας, η Σοφία Νικολαΐδου εισέβαλε στη λογοτεχνική σκηνή στα τέλη της δεκαετίας του ΄90 με δυό συλλογές μικροσκοπικών πεζών («Ξανθιά πατημένη», «Ο φόβος θα σε βρεί και θα σαι μόνος»), κι  ουδέποτε την εγκατέλειψε έκτοτε. Ο καρκίνος βρήκε την συγγραφέα του «Απόψε δεν κάνουμε φίλους» (The Athens Prize for Literature 2011) υπερδραστήρια, στα 46 της, πάντα πλάι στον ομότεχνό της  Σάκη Σερέφα, πάντα φιλόλογο στη δημόσια εκπαίδευση, μ’ έναν γιό στην προεφηβεία, κι ενώ ετοιμαζόταν η αμερικανική έκδοση του «Χορεύουν οι ελέφαντες;», του μυθιστορήματος που εμπνεύστηκε από την ανεξιχνίαστη δολοφονία του Πολκ. «Σκέφτομαι: είμαστε πολύ νέοι και οι δυο. Έχουμε ζωή μπροστά μας. Ταξίδια που θέλουμε να κάνουμε. Βιβλία που θα θέλαμε να γράψουμε. Τραπέζια κι αγκαλιές. Να χαρούμε το παιδί. Να το δούμε να μεγαλώνει, να ζει τη ζωή του.  Μω την πίστη μ’, που έλεγε και η γιαγιά, θέλω να τα ζήσουμε όλα». Ωστόσο, δεν αναρωτήθηκε «γιατί σε μένα;». Όχι από καλοσύνη ούτε από μοιρολατρία, αλλά επειδή απλώς «προέχει η αντιμετώπιση. Τα υπόλοιπα μπορούν να περιμένουν, για όταν θα έχω την πολυτέλεια να μιζεριάσω με την ησυχία μου».

 

Ναι, ο άνθρωπος αντέχει, αντέχει περισσότερο απ' όσο μπορεί να φανταστεί. Το τι βιώνει, όμως, και το πώς επεξεργάζεται την εμπειρία του, είναι ατομική του υπόθεση, δε χωράνε συγκρίσεις.

 

Από την αρχή η Νικολαΐδου προτίμησε να μοιραστεί το κακό νέο, παρά να ρίχνει με τη σιωπή της νερό στον μύλο των κουτσομπόληδων. Το ανακοίνωσε χωρίς ευφημισμούς στους συγγενείς, τους συναδέλφους, τους φίλους, όπως και στον γιό της, που έμελλε έτσι να μεγαλώσει απότομα. Διαβάζοντας την μαρτυρία της βλέπεις ότι δεν παραιτήθηκε. Μπήκε σε κίνηση, πάλεψε να χωνέψει ότι επτά στις εκατό περιπτώσεις σαν την δική της πεθαίνουν, έπαψε να βουρλίζεται με βλακείες και ξεκίνησε το δικό της είδος ψυχοθεραπείας, γαντζωμένη απ’ αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα.

«Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014. Δεν μπορώ να καθίσω στο σπίτι. Βγαίνω έξω στη θάλασσα. Κρατάω σημειώσεις για την αρρώστια πάνω στο σώμα μου. Δε μου αρκεί. Αρχίζω πια να γράφω κανονικά. Επιτέλους. Το γράψιμο είναι  ο τρόπος μου να ζω τη ζωή μου. Μια φράση που ανέκαθεν πίστευα, όμως δεν την έχω νιώσει ποτέ τόσο βαθιά, σχεδόν στον πυρήνα της ύπαρξης, όσο τώρα. Η συγγραφή έκανε την αρρώστια λιγότερο φοβερή –τολμώ να πω πιό ανάλαφρη. Μου έδωσε τον τρόπο να κρατήσω το μυαλό μου και να οργανώσω τη μέρα μου. Είναι φάρμακο και παρηγοριά. Δύναμη. Δεν ξέρω τι έχουν οι άλλοι να κρατηθούν. Εγώ έχω τους ανθρώπους και τις λέξεις».

 

Μπορούμε να μπούμε στο βάσανο του άλλου ή τουλάχιστον να το επιχειρήσουμε; Αν σταθούμε στις αντιδράσεις που είδε γύρω της η Νικολαΐδου, άλλοι συμπάσχουν, άλλοι δείχνουν να νοιάζονται πραγματικά, άλλοι «στέλνουν κρύα διεκπεραιωτικά μηνύματα σαν να στέλνουν γλαδιόλες. Λένε μισή φράση και βγαίνουν από την υποχρέωση». Πέρα από τους αδιάφορους αλλά και τους κακούς –γιατί υπάρχουν κι αυτοί -  η ίδια αναφέρεται και σε μια κατηγορία ακόμα, τους ήδη καρκινοπαθείς που, καλοπροαίρετα και με αυτοπεποίθηση, δασκαλεύουν τους καινούριους. Ωστόσο, «η ζωή διδάσκει ότι οι συμβουλές δεν πιάνουν τόπο και η ανθρώπινη εμπειρία δεν μεταδίδεται. Την ακούς με συμπάθεια, παριστάνεις ότι τη συμμερίζεσαι και στο τέλος κάνεις του κεφαλιού σου. (...) Άγνοια κινδύνου. Αυτή είναι η αρρώστια που θέλω. Αρνούμαι ν’ ακούσω την προσωπική ιστορία οποιουδήποτε. Οι ιστορίες είναι καλές όταν έχουν κρυώσει. Τότε μπορούμε να μοιραζόμαστε τη φρίκη και τον πόνο «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», που θα έλεγε ο σοφότερος όλων, ο Αριστοτέλης. Τώρα δεν βλέπω, δεν ακούω τίποτε. Μυαλό και σώμα σε επιφυλακή, έτοιμα για μάχη».

 

Η συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου κατέγραψε την εμπειρία της με τον καρκίνο σε ένα συγκλονιστικό βιβλίο Facebook Twitter
Από την αρχή η Νικολαΐδου προτίμησε να μοιραστεί το κακό νέο, παρά να ρίχνει με τη σιωπή της νερό στον μύλο των κουτσομπόληδων. Το ανακοίνωσε χωρίς ευφημισμούς στους συγγενείς, τους συναδέλφους, τους φίλους, όπως και στον γιό της, που έμελλε έτσι να μεγαλώσει απότομα. Διαβάζοντας την μαρτυρία της βλέπεις ότι δεν παραιτήθηκε...

Όταν δε γράφεις λογοτεχνία αλλά αντιγράφεις τη ζωή, λέει η Νικολαΐδου, όλα συμβαίνουν εν θερμώ. Οι λέξεις σφυροκοπάνε στο κεφάλι σου, στριμώχνονται, βιάζονται, φωνασκούν, γίνονται φάρμακο. «Η γραφή μεταθέτει το πρόβλημα: κάνει το συμβάν λέξεις, το πηγαίνει απέναντι κι εκεί δεν το ζεις, το κοιτάς να συμβαίνει». Τα χειρουργεία. Το τσιτωμένο δέρμα. Η χρονοβόρος διαδικασία της πλαστικής. Οι βελόνες που ψάχνουν φλέβες. Οι ναυτίες. Η αδυναμία. Οι πόνοι. Το τρομακτικό 7%, η σκιά του θανάτου, και «Το παιχνίδι της χαράς»,  το αθάνατο σωσίβιο της Πολυάννας. Οι φιλενάδες. Η αγωνία του παιδιού. Το σωτήριο χιούμορ. Τα ξεπουπουλιασμένα ματόκλαδα. Η περούκα. Η ζεστασιά του γάμου. Η Νικολαΐδου γράφει λιτά και κοφτά, χωρίς λεκτικές πιρουέτες, για όλα. «Επιτέλους σεξ. Προσεκτικά και με άγχος (μην πιάσεις εδώ, μην ακουμπήσεις εκεί). Παρά τα όσα μας έμαθαν οι ταινίες και τα βιβλία, δεν υπάρχει πιο ακομπλάριστο, ωμό, αναλγητικό σεξ από το συζυγικό. Ο καρκίνος του μαστού πυροβολεί τη γυναικεία μου υπόσταση: αφαιρεί στήθος, μαλλιά. Το σεξ είναι η πιο βαθειά επιστροφή στην κανονικότητα. Το σώμα λειτουργεί, θέλει, ζητάει, παίρνει».

Ορίστε μερικά ακόμα που, για να τα δει καθαρά, έπρεπε προηγουμένως ν’ αρρωστήσει: Το σώμα είναι μηχανή, έχει όρια. Του οφείλουμε προσοχή και φροντίδα. Η ζωή δεν είναι επάγγελμα, το ξέρουμε, το ξεχνάμε. Η ομορφιά και η χαρά είναι καθημερινή υπόθεση. Ναι, ο άνθρωπος αντέχει, αντέχει περισσότερο απ’ όσο μπορεί να φανταστεί. Το τι βιώνει, όμως, και το πώς επεξεργάζεται την εμπειρία του, είναι ατομική του υπόθεση, δε χωράνε συγκρίσεις. Στη διάρκεια της χημειοθεραπείας, υπό τη σκέπη των δικών της, των «τσεκαρισμένων στα δύσκολα», η Νικολαΐδου θα στέλνει βιβλιοκρισίες στην εφημερίδα, θα κρατάει επαφή με παιδιά από το σχολείο και με σπουδαστές της από τα μαθήματα δημιουργικής γραφής, θα διαβάζει Ιστορία με τον γιό της και θα πιάνουν ψιλοκουβέντα στο μεγάλο κρεβάτι, θ’ απολαμβάνει βιβλία σαν το «Ημερολόγιο το χειμώνα» του Όστερ, θ’ ακούει Αγγελάκα στη διαπασών. «Μες τον κακό χαμό, το άγιο δημόσιο μου έκανε ένα δώρο. Μου χάρισε το χρόνο να ζήσω την αρρώστια μου σαν άνθρωπος, να φροντίσω το σώμα μου, να συμμαζέψω το μυαλό μου. Η αναρρωτική άδεια κλείνει το μέτωπο του βιοπορισμού, για να μπορέσουν να αντιμετωπιστούν τα υπόλοιπα».

 

Η αρρώστια είναι, εκτός των άλλων, ταξική υπόθεση. Όπου φτωχός κι η μοίρα του. Άλλο όμως να το αντιλαμβάνεσαι στη θεωρία κι άλλο να το ζεις στο σώμα σου.

 

Όμως, η ασφάλιση, είναι πληγή: «Αυτή τη στιγμή αναρρώνω από την εγχείριση. Αν περίμενα από το ταμείο μου, ακόμα θα ήμουν στην αναμονή για τον υπέρηχο και τη μαστογραφία. Είναι πολλά που με κάνουν έξαλλη. Ας πούμε: το ταμείο δε δικαιολογεί το ένθεμα στο στήθος, το θεωρεί πολυτέλεια. Το δικαιολογούσε πριν από δύο χρόνια. Δεν ξέρω ποιά σούπερ νόβα της πολιτικής το υπέγραψαν αυτό (που άλλωστε δεν είναι η σκληρότερη περικοπή), αλλά τους εύχομαι να μη βρεθεί η μάνα, η αδελφή, η γυναίκα ή η κόρη τους στο τραπέζι του χειρουργού, να της πετσοκόψουν το στήθος για να σωθεί και να ξυπνήσει ακρωτηριασμένη στο κρεβάτι της (...) Η αρρώστια είναι, εκτός των άλλων, ταξική υπόθεση. Όπου φτωχός κι η μοίρα του. Άλλο όμως να το αντιλαμβάνεσαι στη θεωρία κι άλλο να το ζεις στο σώμα σου».

 

Το «Καλά και σήμερα» κυκλοφορεί σε μια εποχή όπου η μυθοπλασία χάνει έδαφος κι όπου η λογοτεχνία αξιοποιεί όλο και περισσότερες μαρτυρίες και ντοκουμέντα –ως και το Νόμπελ φέτος, στο non fiction δόθηκε. Σε μια εποχή διαφάνειας, επίσης, όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού όλο και μπερδεύονται. Ο καθένας σήμερα μπορεί να κοινοποιήσει –στον τοίχο, στο σάιτ, στο μπλογκ του- την προσωπική του ιστορία, ενώ πληθαίνουν οι συγγραφείς που αξιοποιούν  αυτοβιογραφικά στοιχεία για να δώσουν ίσως τα πιο δυνατά έργα τους. Η «Καλοσύνη των ξένων» του Τατσόπουλου με το χρονικό της υιοθεσίας του, το «Αίμα νερό» του Βλαβιανού με τα δυστυχισμένα παιδικά του χρόνια, το «Βιβλίο της Κατερίνας» του Κορτώ για την μανιοκαθλιπτική μητέρα του, το τελευταίο εξομολογητικό μυθιστόρημα του Κουμανταρέα, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική τους αξία,  ανταποκρίθηκαν και σε μια δίψα για περισσότερη αλήθεια, για περισσότερες δόσεις πραγματικότητας.

Με το χρονικό του καρκίνου στο δικό της στήθος, η Σοφία Νικολαΐδου, δίνει ένα ντοκουμέντο χωρίς λογοτεχνικές φιλοδοξίες, όπως επιμένει, μια κατάθεση εν θερμώ. Μας θυμίζει, εν τούτοις, ότι η αρρώστια, όπως και τα λογοτεχνικά έργα, λειτουργεί σαν καθρέφτης. Στο βάσανο του άλλου βλέπουμε και τα δικά μας ζόρια, διακρίνουμε ρωγμές που δε θέλαμε ή δυσκολευόμασταν να σκαλίσουμε. Η ίδια προσπάθησε να ζήσει το δικό της με συναίσθημα αλλά χωρίς δυστυχία, με φόβο αλλά χωρίς πανικό, με περίσκεψη αλλά και με δράση, μέσα στη ζωή. Μετά τον καρκίνο, έχασε την ησυχία της αλλά απέκτησε μια βαθύτερη αίσθηση των πραγμάτων. Στο «Καλά και σήμερα» αποτυπώνεται ο δικός της τρόπος να κρατηθεί όρθια. Κι είναι ένας τρόπος ικανός να παρηγορήσει, να εγκαρδιώσει, να βρεί μιμητές.

2

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ