Ο Θάνος Σαμαρτζής και η Μαριλένα Καραμολέγκου έχουν κάθε λόγο να είναι χαρούμενοι, και αυτό φαίνεται από την πρώτη στιγμή που μπαίνεις στο γραφείο των εκδόσεων Δώμα. Η Ελευθερία του Επίκτητου, το πρώτο τους βιβλίο που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι, δεν ήταν απλώς ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα για τον πρωτοεμφανιζόμενο εκδοτικό οίκο. Η ανταπόκριση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού, πρωτοφανής για βιβλίο φιλοσοφίας, ήταν τέτοια που ξάφνιασε και τους ίδιους.


«Είναι διπλή η στάση μου» λέει ο Θάνος. «Από τη μια, οι προσδοκίες εξαρτώνται από τα ιστορικά προηγούμενα, από το πώς αντιδρά δηλαδή το κοινό σε προηγούμενες αντίστοιχες εκδόσεις. Από τη θητεία μου στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης είχα μια εικόνα. Οπότε, ναι, η επιτυχία του Επίκτητου ήταν απροσδόκητη. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, είναι η ανεξάρτητη προσδοκία που είχα για το πώς θα αντιδρούσαν οι φίλοι μας όταν θα άκουγαν αυτά τα λόγια, αρκεί να είχαμε βρει προηγουμένως τον τρόπο να τραβήξουμε για λίγο την προσοχή τους, ώστε να κάτσουν και ν' ακούσουν. Απ' αυτήν τη σκοπιά, νομίζω ότι ο Επίκτητος και η φιλοσοφία συνολικότερα είναι ακόμα στην αρχή. Νομίζω, δηλαδή, και το νομίζω τόσο ώστε να στοιχηματίζω έμπρακτα σ' αυτό, ότι οι φίλοι μας, η γενιά μας, θα θελήσουν να διαβάσουν αυτήν τη φιλοσοφία. Και θα το θελήσουν επειδή θ' αντιληφθούν ότι τους προσφέρει κάτι. Δηλαδή όχι για μόστρα αλλά για να κάνουν μια δουλειά».


Το δεύτερο βιβλίο τους, ο σχεδόν άγνωστος για τους πολλούς και «συντριπτικός» Εκκλησιαστής που κυκλοφόρησε λίγο πριν από το τέλος της χρονιάς, βρέθηκε σε ένα σωρό λίστες με τα καλύτερα βιβλία του 2017 και αυτό ήταν ακόμα πιο απρόβλεπτο. Η ανταπόκριση είναι ακόμα πιο μεγάλη, συζητιέται πολύ, κάνει ένα βιβλικό κείμενο που η Εκκλησία έχει επιλέξει να μη συμπεριλάβει στο λειτουργικό της προσιτό σε ανθρώπους που δεν το είχαν ούτε ακουστά και καταφέρνει να μεταφέρει τον λόγο του με απλό και κατανοητό τρόπο.

 

Και οι εβραίοι και οι χριστιανοί δυσκολεύτηκαν να συμφιλιωθούν με τούτο το βιβλίο. Δεν είναι ούτε η ανάδειξη της ματαιότητας ούτε η εικόνα του Θεού που παρουσιάζει, ενός Θεού μάλλον μοχθηρού. Είναι η άρνηση κάθε προσδοκίας για μετά θάνατον ζωή.

 

Επιτέλους, όπως και στην Ελευθερία του Επίκτητου, μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς λέει ο συγγραφέας, με μια μετάφραση εντελώς σύγχρονη, που σου επιτρέπει να μεταφέρεις όσα λέει το κείμενο και στους φίλους σου, να μπορείς να συζητήσεις γι' αυτό. Αυτή είναι και η πιο μεγάλη τους επιτυχία. Ο Εκκλησιαστής, ένα από τα βιβλία που απαρτίζουν την εβραϊκή Βίβλο και τη χριστιανική Παλαιά Διαθήκη, είναι αγνώστου συγγραφέα. Στην αρχή θεωρήθηκε ότι τον έχει γράψει ο ίδιος ο Σολομώντας, αλλά σήμερα είναι βέβαιο ότι ο συγγραφέας του είναι πολύ μεταγενέστερος. Το πιο πιθανό είναι να γράφτηκε κατά την ελληνιστική εποχή, περίπου στα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα, από έναν Εβραίο συγγραφέα κάπου στην Παλαιστίνη.


«Τον Εκκλησιαστή μ' έσπρωξε να τον διαβάσω ο Μίμης Πιπίνης, ο βιβλιοπώλης του Ναυτίλου, που μου 'δειξε τη διδακτορική διατριβή του Κονδύλη» λέει ο Θάνος. «Στην προμετωπίδα είχε δυο στίχους του Εκκλησιαστή: "Ο προστιθείς γνώσιν, προσθήσει αλγήματα". Τότε άνοιξα τη Βίβλο και τον διάβασα. Τη μετάφραση τη δουλεύω από το 2011. Τότε είχα κάνει μια αρκετά ελεύθερη απόδοση. Τη σελιδοποίησα, την τύπωσα σε λίγα αντίτυπα και τη μοίραζα σε φίλους και κάνα δυο βιβλιοπωλεία. Δεν έγραφα για ποιο βιβλίο πρόκειται, ούτε αν είναι μετάφραση ή όχι. Το είχα πει Ο τελάλης. Καμία άλλη πληροφορία. Τη μετάφραση την ξαναδούλεψα και το 2012, οπότε και το ξανακυκλοφόρησα, πάλι ιδιωτικά. Τώρα είναι η τρίτη απόπειρα και έχω την εσωτερική σιγουριά να πω το βιβλίο με τ' όνομά του, Ο Εκκλησιαστής.


Ο Εκκλησιαστής μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι όλες οι πόρτες έκλεισαν κι έμεινες μέσα αιχμάλωτος για πάντα, τόσο όσο φαίνεται. Εμένα το πρώτο ερώτημα που μ' απασχολεί είναι άλλο: είναι αλήθεια; Εννοώ: είναι αλήθεια αυτό που λέει ο Εκκλησιαστής; Και για ν' απαντήσεις σ' αυτό, πρέπει πρώτα να καταφέρεις να διακρίνεις τι ακριβώς λέει. Γιατί ο Εκκλησιαστής είναι ένα διαβόητα αντιφατικό βιβλίο. Γκρεμίζει και χτίζει, δίνει γροθιές κι αγκαλιές. Στο επίμετρο αυτό προσπάθησα να κάνω: να ξεδιαλύνω το τι λέει, ώστε κατόπιν να γίνει η συζήτηση για το αν αυτό που λέει ισχύει ή όχι. Τότε μόνο θα μπορέσουμε ν' απαντήσουμε και για το αν είναι απαισιόδοξο τελικά ή όχι».


«Είναι η αλήθεια που δεν θες να ακούσεις, γιατί γίνεται οδυνηρή, όλα είναι μάταια γιατί στο τέλος πεθαίνεις. Δεν γίνεται να μη σταθείς σε αυτό, στο ότι ο θάνατος ακυρώνει κάθε προσπάθεια». «Ναι, εμένα μ' απασχόλησε στο επίμετρο πολύ αυτή η ιδέα που λες, ότι ο θάνατος ακυρώνει κάθε προσπάθεια, μια ιδέα που ο Εκκλησιαστής την προβάλλει με μεγάλη ένταση. Φαίνεται πειστική. Γιατί παλεύεις; Στο τέλος θα πεθάνεις κι εσύ και ό,τι αγαπάς. Ήθελα όμως να καταλάβω πιο βαθιά τι κάνει τόσο πειστική αυτή την ιδέα».

 

Ο Θάνος Σαμαρτζής και η Μαριλένα Καραμολέγκου έχουν κάθε λόγο να είναι χαρούμενοι, και αυτό φαίνεται από την πρώτη στιγμή που μπαίνεις στο γραφείο των εκδόσεων Δώμα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ο Θάνος Σαμαρτζής και η Μαριλένα Καραμολέγκου έχουν κάθε λόγο να είναι χαρούμενοι, και αυτό φαίνεται από την πρώτη στιγμή που μπαίνεις στο γραφείο των εκδόσεων Δώμα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

«Τι την κάνει;». «Νομίζω ότι πίσω απ' αυτή την ιδέα κρύβεται ένας θεμελιώδης διαχωρισμός ανάμεσα στην έννοια της πράξης ή προσπάθειας και στην έννοια της ανταμοιβής της πράξης αυτής. Και πίσω απ' αυτό τον διαχωρισμό ο ακόμα βαθύτερος χωρισμός του χρόνου στο τώρα και στο μετά. Θεωρούμε, κι αυτό φαίνεται πολύ εύλογο, ότι η πράξη που είναι τώρα γίνεται για χάρη της αμοιβής της που θα έρθει μετά. Σπέρνω τώρα, για να θερίσω μετά. "Ανώφελη είναι η προσπάθεια που καταβάλλεται για έναν στόχο που δεν έχει αξία"... Τούτο ανάγεται σ' ένα μοντέλο για το νόημα της ανθρώπινης προσπάθειας. Tο νόημα μιας προσπάθειας είναι η ανταμοιβή που θα έρθει μετά την προσπάθεια. Όμως, αν κάθε προσπάθειά μου έχει ως τελικό "μετά" τον θάνατό μου, μια κι ο θάνατός μου θ' ακολουθήσει τελικά κάθε μου προσπάθεια, τότε ο θάνατος μοιάζει ν' ακυρώνει κάθε προσπάθεια. Την κάνει να μην έχει νόημα.

 

Στο επίμετρο προσπαθώ να δείξω πως αυτός δεν είναι το μόνο μοντέλο που μπορούμε να διανοηθούμε για την ανθρώπινη πράξη και το κάνω αυτό επικαλούμενος κάποιες ωραίες έννοιες του Αριστοτέλη. Ο στόχος που αποδεικνύεται ανάξιος μετά την επίτευξή του είναι μια άλλη όψη της ματαιότητας, που επίσης συζητώ στο επίμετρο. Πολλές φορές παλεύουμε για κάτι και δίνουμε την ψυχή μας ολόκληρη. Μα, όταν τα καταφέρνουμε απογοητευόμαστε και λέμε πως ο κόπος μας δεν άξιζε. Υπάρχει, όμως, και ένα πιο τρομαχτικό ενδεχόμενο, αυτό να μην αφορά κάποιους στόχους μας μονάχα αλλά κάθε επιδίωξή μας. Τούτο θα σημαίνει ότι είμαστε κλεισμένοι σε μια φυλακή. Επιθυμούμε. Και δίνουμε την ψυχή μας για ν' αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούμε. Μα όταν τα καταφέρνουμε, αδειάζουμε. Αυτό που επιθυμούσαμε μας είναι πλέον ξένο.

 

Ο Εκκλησιαστής το υποστηρίζει αυτό με μια εικόνα μάλλον ανατριχιαστική. Είναι ο Θεός που φυτεύει μέσα μας αυτές τις φρούδες επιθυμίες, αυτές τις επιθυμίες ώστε να μην μπορούμε ποτέ να λυτρωθούμε απ' τη λαχτάρα. "Ανησυχίες ο Θεός έβαλε στους ανθρώπους, να χάνονται οι άνθρωποι στις ανησυχίες τους". Μοιάζει σαν μια δαιμονική φυλακή, μια αιχμαλωσία σε άδειες επιθυμίες, σε κενούς στόχους. Το ότι την έχει στήσει ο Θεός δείχνει ότι δεν πρόκειται για κάτι απ' το οποίο θα υπάρξει ποτέ διαφυγή. Αυτός είναι ο άνθρωπος, αυτή η μοίρα του. Έτσι φαίνεται να λέει ο Εκκλησιαστής».


«Γιατί ο Εκκλησιαστής δεν εντάχθηκε ποτέ στο ορθόδοξο λειτουργικό; Δεν διαβάζεται ποτέ στην εκκλησία». «Και οι εβραίοι και οι χριστιανοί δυσκολεύτηκαν να συμφιλιωθούν με τούτο το βιβλίο. Δεν είναι ούτε η ανάδειξη της ματαιότητας ούτε η εικόνα του Θεού που παρουσιάζει, ενός Θεού μάλλον μοχθηρού. Είναι η άρνηση κάθε προσδοκίας για μετά θάνατον ζωή. Ο Εκκλησιαστής μοιάζει να συμπεριλήφθηκε στην εβραϊκή Βίβλο και από κει στη χριστιανική Παλαιά Διαθήκη πιο πολύ χάρη στο γεγονός ότι αξίωνε ότι είναι έργο του βασιλιά Σολομώντα. Δηλαδή για λόγους εξωτερικούς και όχι περιεχομένου. Το ότι ένα βιβλίο τόσο δύσκολο, ωστόσο, περιλήφθηκε στα ιερά κείμενα δείχνει και την ευρύτητα αυτών των θρησκειών.

 

Καταλαβαίνεις επίσης πόση διανοητική δουλειά έπρεπε να γίνει ώστε να μπορέσουν να ενσωματώσουν ένα τέτοιο κείμενο στο δόγμα, να μπορέσουν να τιθασεύσουν αυτό το αγρίμι. Όντως δεν διαβάζεται ποτέ. Βέβαια, δεδομένου του τρόπου που εκκλησιάζονται οι νεότεροι Έλληνες, δεν νομίζω ότι πειράζει και τόσο. Θα πείραζε αν έμπαιναν και καταλάβαιναν κάτι. Εφόσον μπαίνουν με τον τρόπο που μπαίνουν και σ' ένα μπουζουξίδικο, για την ατμόσφαιρα, για τη συγκίνηση, για να "νιώσουν" και όχι για να καταλάβουν κάτι, εφόσον αφήνουν το μυαλό τους έξω από τον ναό, το ότι δεν ακούν τα λόγια του Εκκλησιαστήδεν νομίζω πως νοιάζει και κανέναν. Αφού δεν ακούνε λόγια γενικώς. Μετέχουν άφρονες στο μυστήριο και δεν τους πειράζει. Δεν ακούνε λόγια αλλά ξόρκια».