John Williams

Αύγουστος

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Gutenberg

 

Εκεί που νομίζεις πως πήρες μια βιογραφία για τον πρώτο, ουσιαστικά, αυτοκράτορα της Ρώμης, έρχεται ένα βιβλίο που ανατρέπει όλα τα δεδομένα της αφήγησης και ανιχνεύει σε όλο αυτόν τον κυκεώνα των προσώπων και των πληροφοριών το ένα και ουσιαστικό: ποιος είμαι και τι κάνω.

 

Ακόμα και ένας Αυτοκράτορας, όπως ο Αύγουστος, καλείται να βρει τη δική του πυξίδα από την πρώτη μέρα που θα αποφασίσει να ανταποκριθεί θετικά στην πρόκληση της εξουσίας έως το τέλος που θα πρέπει να φυλακίσει την ίδια του την κόρη γιατί παραβίασε τους ηθικούς -και άρα αιώνιους- νόμους. Πρόκειται για ερωτήματα που εξετάζονται εξονυχιστικά σε αυτή την πορεία από την άνοδο προς την ωριμότητα ή την πτώση, από τη νίκη έως την εσωτερική ήττα μέσα από επιστολές, ημερολογιακές καταχωρήσεις, παραθέματα.

 

Σε αυτό το βιβλίο τίποτα, όμως, δεν φαντάζει περιττό - από τις πιο αστείες παρεκκλίσεις και χωρατά μέχρι φιλοσοφικά δοκίμια και δεν υπάρχει ούτε μια φράση που θα έμενε έξω από το περίτεχνο αυτό παζλ. Προσωπικά, αν ήμουν μυθιστοριογράφος δεν θα έγραφα ούτε λέξη μετά από ένα τέτοιο αριστούργημα - όπως και το άλλο του ίδιου συγγραφέα, το «Στόουνερ», πάλι ένα βιβλίο ταυτότητας, ένα αντεστραμμένο Bildungsroman, ένα βιβλίο αυτογνωσίας που θα έβαζα κάλλιστα στη βιβλιοθήκη δίπλα στο «Moby Dick», χωρίς να ντρέπομαι.

 

Μπράβο στον Gutenberg που αποφάσισε να εκδώσει και τα δυο βιβλία του Γουίλιαμς, «Στόουνερ» και «Αύγουστο» στα Ελληνικά, τα οποία θα έλεγα πως είναι, με διαφορά, τα δυο καλύτερα βιβλία της χρονιάς.

 

Mahi Binebine

Τα αστέρια του Σίντι Μουμέν

Μετάφραση: Έλγκα Καββαδία, Άγρα

 

Γεννημένος το 1959 στο Μαρακές, ο Μαχί Μπινεμπίν είναι, εκτός από βραβευμένος μυθιστοριογράφος, ζωγράφος και γλύπτης με τα έργα του να εκτίθενται στο Μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη.

 

Εκτός από τα πολυάριθμα ταλέντα έχει και τρομερή προσωπική ιστορία αφού ο πατέρας του ήταν ο λεγόμενος «τρελός του βασιλιά», δηλαδή ο κατεξοχήν αυλικός στην αυλή του βασιλιά Χασάν ΙΙ. Αλλά στα συγκλονιστικά «Αστέρια του Σίντι Μουμέν», ένα βιβλίο που θα σου μείνει μέρες, μήνες και νύχτες -χωρίς υπερβολή-, αφού το διαβάσεις, κάνει κάτι άλλο: μιλάει για την πραγματική ιστορία των αγοριών που πρωταγωνίστησαν στις αυτοκτονικές επιθέσεις που συγκλόνισαν το 2003 στην Καζαμπλάνκα με 45 νεκρούς.

 

Οι δράστες προέρχονταν από την παραγκούπολη Σίντι Μουμέν, στα πέριξ της πόλης, την οποία επισκέφτηκε πολλές φορές ο συγγραφέας παρατηρώντας την καθημερινότητα και τις άθλιες συνθήκες αυτών των παιδιών από κοντά: παρανομία, ελάχιστες κακοπληρωμένες δουλειές, πλήρης εξαθλίωση. Και οι τζιχαντιστές να τους χαρίζουν όχι μόνο καθαρά πουκάμισα και ωραία αντικείμενα αλλά και μια ταυτότητα και υπόσχεση για τη μετάβαση από την κόλαση στο παράδεισο.

 

Αυτό το παιχνίδι της οριακής ζωής και του θανάτου περιγράφεται απόλυτα στο βιβλίο με προτάσεις και λέξεις που κόβουν κυριολεκτικά σαν μαχαίρι: «Οι άνθρωποι έρχονταν, έφευγαν, ζούσαν ή πέθαιναν, χωρίς αυτό να φέρνει καμία αλλαγή στην εξίσωση της μιζέριας μας. Οι οικογένειες ήταν πολυάριθμες, ώστε αν χάνονταν ένα ή δύο μέλη δεν ήταν και καταστροφή. Έτσι ήταν τα πράγματα. Κλαίγαμε βέβαια τους πεθαμένους μας, τους θάβαμε με λυγμούς και οδυρμούς, αλλά έπρεπε τόσα πράγματα να γίνουν με το πλήθος των ζωντανών, που σύντομα ξεχνούσαμε τους πρώτους. Ωστόσο, ο θάνατος ήταν εκεί, πανταχού παρών. Τον είχαμε υιοθετήσει. Μας κατοικούσε και τον κατοικούσαμε. Ξεπηδούσε από τα κοκκινισμένα μάτια μας και από τις σφιγμένες γροθιές μας για σύντομες φυγές. Τριγύριζε με λευκό φόρεμα στα ερείπια της πόλης μας και γυρνούσε να λουφάξει μέσα μας. Ήμαστε ο οίκος όπου ερχόταν να ξαποστάσει και βρίσκαμε τη γαλήνη ακουμπώντας επάνω του».

 

Tobias Wolff

Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα

Μετάφραση: Γιάννης Παλαβός και Τάσος Αναστασίου, Ίκαρος, 2017

 

Απογυμνωμένη γραφή, ουσιαστική, ρηξικέλευθη: κόβει με ακρίβεια όπως σε εκείνα τα αξέχαστα διηγήματα του Κάρβερ, όπως σε εκείνες τις υπόγειες ατμόσφαιρες της Φλάνερι Ο' Κόνορ, όπως στα σκοτεινά, άγρια λυρικά σύμπαντα του Τσίβερ. Στοιχεία που συναντάς ξανά στα εξέχοντα διηγήματα του Τομπάιας Γουλφ ο οποίος παίρνει τη σκυτάλη από τους σπουδαίους Αμερικανούς ομοτέχνους του και αναδεικνύει εκ νέου ένα είδος που είχε περιπέσει μετά τις δεκαετίες 50 και 60 σε δεύτερη μοίρα.

 

Κάθε ιστορία του Γουλφ μπορεί να είναι φαινομενικά απλή αλλά μπαίνει στις ψυχές και τα σαρώνει όλα με τον τρόπο του συγκροτημένου πλην όμως απηνούς πολεμιστή. Γιατί αν κάνουν κάτι τα διηγήματα του Γουλφ, είναι ότι εισέρχονται στο εσωτερικό του ψυχισμού με έναν τρόπο άρτιο, ύπουλο και γι' αυτό αποτελεσματικό – χωρίς όμως να αναλύουν. Δείχνουν την άβυσσο, αρθρώνοντας εσωτερικές κραυγές που, προς τα έξω, ακούγονται σαν ψίθυροι και καταγράφουν τα όρια ενός κόσμου που από μακριά μοιάζει με παγωμένο τοπίο, από κοντά με κόλαση.

 

Γι' αυτό και διαθέτουν μια ποιητικότητα που είναι φτιαγμένη με τα πιο φτενά υλικά τοποθετημένη στις πιο άγριες συνθήκες: «Μετά από λίγο άρχισε να το απολαμβάνει κι επιπλέον έφτασε να πιστέψει στην αλήθεια όσων έλεγε το ποίημα: ότι ο κόσμος είναι όμορφος κι εμείς είμαστε όμορφοι κι ότι θα ήμασταν περισσότερο όμορφοι αν αφηνόμασταν στη στιγμή – αν φωνάζαμε όταν θέλαμε να φωνάξουμε, αν τρέχαμε γυμνοί όταν θέλαμε να τρέξουμε γυμνοί, αν αγκαλιαζόμασταν όταν θέλαμε να αγκαλιαστούμε».

 

Η καλύτερη συλλογή ξένων διηγημάτων της χρονιάς.

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Ντεπό-27 διηγήματα

Πατάκης

 

Αρκεί να διαβάσεις γιορτινές μέρες τα «Λευκά Χριστούγεννα του 2003», με τους αντάρτες που πήγαν να πουν τα κάλαντα με την άδεια του Νίκου Ζαχαριάδη και βρέθηκαν σε ναρκοπέδιο για να καταλάβεις τι σημαίνει ανατροπή και το κωμικό στοιχείο που μπορεί να συνορεύει ιδανικά με την πιο απίστευτη τραγωδία.

 

Το ιλαρό στοιχείο διαφαίνεται και στο «Κούρεμα στον κύριο Παύλο», με τον εκλεπτυσμένο κουρέα του περίφημου «πρώτου λογοτεχνικού κουρείου της πόλης», που ο παππούς του ήταν αυτός που κούρεψε τελευταία τον Θανάση Κλάρα-Άρη Βελουχιώτη, αλλά και πάλι το «Ντεπό» ξέρει να γδέρνει κάτω από την πέτσα και να μυρίζει το αίμα.

 

Περίπου σαν τα άγρια λακωνικά, σαν τα τσοπανόσκυλα που είναι οι πιο υποδειγματικοί αγωνιστές ή σαν τα αγριογούρουνα που γυροφέρνουν στα βουνά για να δώσουν παραδείγματα ζωντάνιας και ελευθερίας. Από αυτή που διαθέτει απλόχερα στη γραφή του ο Σκαμπαρδώνης κερδίζοντας το στοίχημα ενός 100% Έλληνα συγγραφέα που όμως δεν φοβάται να ξεπαστρέψει τα αφηγηματικά στεγανά της ίδιας του της πατρίδας - επιδεικνύοντας ωστόσο την απαραίτητη ευσέβεια.

 

Χαρακτηριστική είναι η ιστορία -αν και καμία δεν υστερεί σε αφηγηματική δεινότητα- του «Ένα κοπάδι αθερίνες» που καταγράφει την αναμέτρηση του κολυμβητή με το μικρό ψαράκι, απόδειξη πως το ανούσιο κρύβει, σχεδόν πάντα πίσω του, το μεγαλειώδες, όπως οι μικρές ιστορίες που ξέρουν, εν προκειμένω, πως να γίνονται μεγάλες.

 

«Οι αθερίνες έχουν μεγάλη αυτοπεποίθηση, παρ' ότι είναι τόσο μικρές, που σχεδόν δεν υπάρχουν παρά σαν φαεινές πιθανότητες ή σαν ελάχιστα ανύσματα. Τόσο αδύναμες που η σάρκα τους είναι περίπου διαφανής και μπορώ να δω τα εσωτερικά τους όργανα σε μια ορισμένη πρόσπτωση του φωτός, που τις διαπερνά πέρα πέρα λες και το κορμάκι τους είναι από αραιωμένο ασήμι ή από αργυρό ζελέ. Βλέπω τα κάπως σκούρα σπλάχνα τους εντός, σαν εγκάρσιες υδατογραφίες».

 

Γιάννης Στίγκας

Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι

Μικρή Άρκτος

 

«Φτύνω φως ματωμένο κάθε πρωί πετάω μανταρίνια στο θάνατο» είναι ο στίχος από προηγούμενη συλλογή που τον διάβαζα σε ένα παγκάκι την άνοιξη και νόμιζα ότι άλλαξαν οι εποχές και το σύμπαν. Κυριολεκτικά. Είδα αστραπές και καταιγίδες.

 

Μετά πήγα πιο βαθιά και πήδηξα «γκρεμούς που γίναν οικειότητα/λάθη παλιά που τσούξανε/και δεν σκαμπάζει πια/καμία χελιδόνα ο ύπνος μου» και είπα θα τον ακολουθήσω αυτόν τον ποιητή και ας τα χάσω - τα αυγά και τα καλάθια, τις βεβαιότητες, τις πυξίδες, όλα.

 

Γιατί αυτό σου κάνει η ποίηση του Στίγκα, που κάνει η ποίηση όταν είναι μόνο μεγάλη: σου αλλάζει όλα τα δεδομένα μέχρι που δεν νιώθεις πια ο ίδιος: «Ο,τι δεν γδέρνεται κάτω απ'τα νύχια σου/έχει κάτι το απάνθρωπο/Α, η αληθινή εξερεύνηση/ξεκινά/από το πιο μαλακό σου σημείο/τρώει πολλή τρυφερότητα».

 

Ο πιο σημαντικός, ίσως, Έλληνας ποιητής της εποχής μας έχει γράψει απίστευτες συλλογές που έχουν μεταφραστεί -και όχι τυχαία- σε διαφορετικές γλώσσες: γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά, καταλανικά, βουλγαρικά, σέρβικα και πρόσφατα αραβικά. Φέτος εξέδωσε τη σημαντικότερη του συλλογή: γιατί ο «Εξυπερύ σημαίνει Χάνομαι» από τη Μικρή Άρκτο είναι η πιο πλήρης - σε ακροβασίες, παιχνίδισμα, ειρωνεία εσωτερική, αλλά και από την άλλη που χρειάζεται το ποίημα για να κάνει τον εαυτό του κομμάτια.

 

Άλλωστε, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα από τον Μποντλέρ, που κοιτάει τον αναγνώστη στα μάτια και τον περιπαίζει ο Γιάννης Στίγκας χρησιμοποιώντας ως alter ego του τον πιλότο Εξυπερύ του πετάει θρασύτατα το γάντι: «Είμαι βρώμικα έτοιμος αγαπητέ monsieur θα σηκώσω το γάντι». Αν γραφόταν έτσι η ποίηση σήμερα-με σπλάχνα, αίμα και ποιητικό τρόπο-θα ήμασταν όλοι υποτελείς των στίχων. Μακράν το βιβλίο της (φετινής μου) χρονιάς.

 

Κλαούντιο Μάγκρις

Υπόθεση Αρχείου

Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου, Καστανιώτης

 

Ο Μάγκρις έχει έναν δικό του τρόπο να συμπλέκει αφήγηση και πραγματικά γεγονότα χωρίς να αναλώνεται, δηλαδή χωρίς να πέφτει στις εύκολες παγίδες του ιστορικού μυθιστορήματος που θέλει στη μια γωνιά την Ιστορία και στην άλλη τη μυθοπλασία.

 

Στην Ελλάδα έχουμε αριστουργηματικά κείμενα -όπως το συνεχώς επανεκδιδόμενο από τις εκδόσεις Πόλις «Δούναβη»-, αλλά η πολυσέλιδη «Υπόθεση Αρχείου» από τον Καστανιώτη ξεδιπλώνει τώρα όλο το μεγάλο πλάνο του Μάγκρις για την αφήγηση: σεβασμό στα αρχεία, αυστηρότητα, βαθιά και ευρεία γνώση αλλά και ένα μακρύ αλληγορικό ταξίδι στους πιο ουσιαστικούς συμβολισμούς - για αυτό άλλωστε δεν κρατάμε ακόμα ζωντανή την ιστορία;

 

Αφορμή για το συγκλονιστικό βιβλίο του Μάγκρις έδωσε ένα αληθινό γεγονός: τα στοιχεία σχετικά με τον θάνατο του Ντιέγκο ντε Ενρίκες, ενός καθηγητή ο οποίος συγκέντρωνε διάφορα τεκμήρια για ένα Μουσείο Πολέμου, τα οποία όμως τελικά κάηκαν μαζί με τον ίδιο σε πυρκαγιά που ξέσπασε στο υπόγειο του σπιτιού του.

 

Η ιδέα του μουσείου φαίνεται να συνεπήρε τον συγγραφέα -ο οποίος είναι ένα ολοζώντανο αρχείο γνώσεων και αναφορών από μόνος του-, κι έτσι αναζήτησε όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των χαμένων ντοκουμέντων που αφορούσαν το μοναδικό στην Ιταλία κρεματόριο που λειτούργησε στον τόπο καταγωγής του, την Τεργέστη, την περίφημη «Ρυζιέρα του Αγίου Σάββα», όπου εξοντώθηκαν 5.000 Εβραίοι.

 

Αυτά ακριβώς τα στοιχεία που είχαν χαθεί από τον διοικητή του στρατοπέδου την ημέρα της αυτοκτονίας του Χίτλερ -όπως και τόσα άλλα σε διαφορετικές χώρες- φέρνει στο φως ο Μάγκρις συναρμόζοντας τα αρχειακά δεδομένα με συμπεράσματα για την ιστορία που χάνεται και την ιστορία που, αν και σβήνεται, είναι διαρκώς παρούσα εισβάλλοντας με τον πιο διαπεραστικό τρόπο στις συνειδήσεις.

 

Σπύρος Γιανναράς

Τη Μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω (διηγήματα)

Άγρα

 

Κάπως έτσι πρέπει να γράφονται οι ιστορίες σήμερα: βουτηγμένες μεν στο παράλογο αλλά απόλυτα ακριβείς ως προς τα εκφραστικά τους μέσα. Εμπνευσμένες από τα αδιέξοδα της καθημερινότητας αλλά στοχευμένες προς αυτό που μας ξεπερνά. Διασκεδαστικές ως προς τον τρόπο -γιατί πάντα το τραγικό συνομιλεί ιδανικά με το κωμικό- αλλά απόλυτα σοβαρές ως προς τα σπουδαία ερωτήματα.

 

Η συλλογή με διηγήματα του Γιανναρά κινείται ταυτόχρονα στο εφήμερο σύμπαν της καθημερινότητας με ήρωες ανθρώπους της διπλανής πόρτας - οι οποίοι λόγω αλλόκοτων περιστάσεων ξεφεύγουν από τα στεγανά αλλά κινούνται πάντα στον αιώνιο κόσμο της ελληνικής διηγηματογραφίας, τον οποίο σέβεται με το παραπάνω ο συγγραφέας, βάζοντας το δικό του λιθαράκι στον μακρύ δρόμο της παράδοσης.

 

Γκράφιτι, αλητείες, πολιτικές φιλοδοξίες, ερωτικά απωθημένα, προσωπικές διεκδικήσεις διαπερνούν τον σύγχρονο ιστό και καταλήγουν σχεδόν νομοτελειακά στην απόγνωση δίνοντας τροφή στις ιστορίες.

 

Αλλά και πάλι το σύμπαν που περιγράφει στα διηγήματα του ο Γιανναράς δεν είναι σκοτεινό αλλά ολοφώτεινο -παρότι μιλάει για τον θάνατο- γιατί καταφεύγει στον ιδανικό λεκτικό τρόπο. Και αυτό κάνει τελικά η καλή λογοτεχνία: δείχνει τη διέξοδο όταν τα πάντα έχουν ανατραπεί, κάνοντας να ακούγεται ηχηρά το γέλιο του δημιουργού απέναντι στο μεγάλο ερωτηματικό του θανάτου και του τίποτα.

 

Πολύμνια Αθανασιάδη

Η Άνοδος της Μονοδοξίας στην Ύστερα Αρχαιότητα

Εκδόσεις της Εστίας

 

Τι σημαίνει ακριβώς μονοδοξία και γιατί καταλαμβάνει σημαντικό ρόλο ως έννοια στην εξήγηση της μετάβασης από έναν ανοιχτό κόσμο σε ένα κλειστό σύστημα;

 

«Για να ανιχνεύσουμε τη μισαλλοδοξία ή το ανεξίθρησκο πνεύμα σε μια δεδομένα κοινωνία», γράφει η ιστορικός Πολύμνια Αθανασιάδη στην πιο ενδιαφέρουσα μελέτη της χρονιάς, «οφείλουμε να απεκδυθούμε, στο μέτρο του δυνατού, τις προκαταλήψεις και τα ιδεολογήματα που μας διακατέχουν και, με μοναδικό όπλο την ευαισθησία και τη συναισθηματική ταύτιση, να προσεγγίσουμε αυτή την κοινωνία και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε με τους δικούς της όρους. Ύστερα από κάμποσες δεκαετίες συμβίωσης και εξοικείωσης με τον κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας βρίσκω πως το να αγνοήσεις ή να υποβαθμίσεις τη δυναμική ή υποδόρια, τη διακριτική ή βίαιη δράση της μισαλλοδοξίας πάνω σε αυτή την κοινωνία, θα ισοδυναμούσε με πράξη βιασμού εναντίον της-θα ήταν προδοσία της συλλογικής της μνήμης».

 

Ο προσηλυτισμός, η ανάγκη προσαρμογής σε έναν κόσμο που άλλαζε με καταιγιστικούς ρυθμούς,, τα ιεραποστολικά μηνύματα, η βία -κυρίως μέσω του εθισμού στο μαρτύριο- έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στη «μεταμόρφωση μιας ανθρωποκρατίας σε θεοκρατία». Η ίδια, άλλωστε, η Πολύμνια Αθανασιάδη έχει ερευνήσει σε βάθος αυτή τη μετάβαση από τον νεοπλατωνικό στον ισλαμικό μυστικισμό και στη συγκεκριμένη μελέτη εστιάζει στην καίρια παρουσία μορφών όπως του Ευσέβιου στον δρόμο προς την απόλυτη εξουσία και τον συγκεντρωτισμό.

 

Μια άκρως ενδιαφέρουσα μελέτη για όλα όσα αποκρύπτουν τα ιστορικά βιβλία και παραγνωρίζουν οι αναλύσεις των πολιτισμικών σπουδών από μια από τις πιο σημαντικές ερευνήτριες της ύστερης αρχαιότητας.

 

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

Ίσως την επόμενη φορά

Μεταίχμιο

 

Επιτέλους ένας συγγραφέας που γράφει μια πραγματική ερωτική ιστορία που περνάει μέσα από τα σώματα, καίγεται, καρφώνεται, αναπνέει, έχει ωραίες περιγραφές και φυσικά δεν ξεφεύγει από τη σύγχρονη κοινωνία και τα αδιέξοδα της.

 

Γιατί οι δυο πρωταγωνιστές του βιβλίου μπορεί να έχουν σχεδόν όλα τα προσόντα που θα τους οδηγούσε σε μια ιδανική ιστορία -αυτός ωραίος πλην κάπως παραιτημένος συγγραφέας που δίνει μάχες με το ταλέντο του, εκείνη ευπαρουσίαστη, καλοζωισμένη πλην κάπως ακυρωμένη νέα- αλλά μια σειρά από παρεξηγήσεις τους θέτουν εκτός παιδιάς.

 

Γιατί όμως σήμερα φοβίζει τόσο πολύ ο έρωτας; Γιατί οι άνθρωποι αδυνατούν να ερωτευθούν βουλιάζοντας κυριολεκτικά στις προκαταλήψεις; Τα ερωτήματα που θέτει ο καθένας έρχονται να μετουσιωθούν σε μια πρωτότυπη ιστορία και μάλιστα με πάρα πολλές ανατροπές.

 

Η μάχη των φύλων μπορεί να είναι αιώνια, όπως έλεγαν κάποτε, αλλά τώρα είναι ποτισμένη στα ισοπεδωτικά κλισέ, στις κοινωνικές προκαταλήψεις και στην αδυναμία μας να βρούμε έναν ιδανικό τόπο -και αυτός είναι μόνο ο ερωτικός- όπου θα μπορέσουμε να απελευθερώσουμε τις πιο έντονες μας φαντασιώσεις.

 

Η πρωτότυπη αφήγηση χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε τα γεγονότα από την πλευρά του άντρα και στο δεύτερο μέρος από την πλευρά της γυναίκας. Και αυτή η σύγκρουση δεν είναι τελικά μόνο σωματική: είναι και διαρκής πάλη μιας αντίστροφης οπτικής, μιας ανάγκης να είναι κανείς πληρέστερος από όσο του επιτρέπει ο περίγυρος και ο εαυτός του.

 

Γιώργος Παυλόπουλος

Ποιήματα 1943-2008

Κίχλη

 

Καιρός ήταν να ξαναθυμηθούμε τον Γιώργο Παυλόπουλο και συγχαρητήρια στην Κίχλη που αποφάσισε να μας χαρίσει αυτή την τόσο καλά επιμελημένη επιμελημένη έκδοση ενός ποιητή που ήξερε να γράφει με τις ανάσες αλλά να αντιλαμβάνεται με τόση ενάργεια την ουσία.

 

Συνομιλητής του Τάκη Σινόπουλου και φίλος του Γιώργου Σεφέρη, κατάφερε να βρει τον δικό του δρόμο στον εκφραστικό δρόμο της ποιήσεως. Είδε το ζοφερό σκηνικό της πολιτικής αντιπαράθεσης μετά τον Εμφύλιο και βίωσε από κοντά τα ασφυκτικά περιθώρια της ελληνικής επαρχίας.

 

Ωστόσο η ποίησή του ήταν μεγαλόσχημα φτιαγμένη με τα υπαρξιακά και ιστορικά υλικά του Σεφέρη και την ακρίβεια του επίσης καλού του φίλου Τάκη Σινόπουλου: γιατί ήξερε τι σημαίνει να καίνε τα χέρια στο ποίημα «Μου Κάψανε τα χέρια»:

 

Μου κάψανε τα χέρια. Κι όμως
έρχεται κάποτε η στιγμή
Ξέρεις, εκείνη που σε κράτησα
Έλεγες, ναι, θα μπορέσω και θα μπορούσες κάθε φορά σαν ένα
σαν το πουλί μέσα στον ήλιο
Τότε τα χέρια μου φυτρώνουν πάλι.

 

 

Και άλλα δύο από τα πολύ καλά

 

Χρήστος Αγγελάκος

Ψεύτικοι Δίδυμοι

Μεταίχμιο

 

Έχει δική του γλώσσα ο Αγγελάκος, δικό του σύμπαν, δική του εκφραστική ειμαρμένη, που δεν μοιάζει με καμία άλλη.

 

Αποτίει πάντα φόρο τιμής στην ποίηση και δεν φοβάται τη φαντασία που σχεδόν πάντα συνταράσσει με τρόπο σπαρακτικό την αγωνία της σάρκας: εδώ τα πάντα μυρίζουν έρωτα, ιδρώτα, αυτοσχέδιες συνευρέσεις, φευγαλέα βλέμματα, ο,τι μπορεί τέλος πάντων να μας βοηθήσει να βγούμε από το σκοτάδι στο φως γιατί «οι φωτεινοί άγγελοι δεν έχουν νόημα χωρίς τους σκοτεινούς. Όλοι τους θα γκρεμιστούν στο κενό του νοήματος γιατί το αφύσικο είναι ωραίο και ζουμερό σαν φρούτο».

 

Είμαστε όλοι θνητοί αλλά και απόλυτα θεοί και όλοι πετάμε, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας, πάνω σε ένα ιπτάμενο χαλί που «θα μας οδηγήσει στον παράδεισο ή την κόλαση, κανείς δεν ξέρει».

 

Σε αυτό το μυθιστόρημα δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα και μπορεί κανείς να βυθιστεί με τη βεβαιότητα πως θα ξαναϋπάρξει ερωτευμένος, τρελός επαναστάτης και ανυπεράσπιστο τέκνο, άρα υποψήφιος για τη δημιουργία.

 

Νικήτας Σινιόσογλου

Αλλόκοτος ελληνισμός

Κίχλη

 

Και εκεί που έλεγες ότι οι μελέτες είναι σχεδόν πάντα ανούσιες ως προς την ευρηματικότητα, έρχεται αυτό το βιβλίο για να σου αλλάξει τα δεδομένα: ακούγοντας τις «βλάσφημες» φωνές, δηλαδή τους αιρετικούς, αποσυνάγωγους, τους αλλόκοτους στοχαστές που ο κεντρικός χριστιανικός και εθνικός κανόνας έθεσε στο περιθώριο, ο Σινιόσογλου φέρνει στο φως όλα όσα η ιστορία ήθελε μέχρι τώρα στο σκοτάδι.

 

Από τον Κυριάκο Αγκωνίτη, που δείχνει πόσο σημαντικός είναι για την ελληνική ιστορία ο πλάνητας, έως τον εκτοπισμένο Μάρουλλο Ταρχανιώτη, ο οποίος συνένωσε τον ελληνισμό με τον πεσιμισμό του Νίτσε, και τον Μάξιμο Γραικό, που εφηύρε μια δική του ποιητικότητα, είναι μακρύς ο κατάλογος με τους αλλόκοτους φιλοσόφους που έκαναν τις μεγάλες ρήξεις. Πόσο σημαντικότερος, άλλωστε, μπορεί να είναι ένας φιλόσοφος από τον μέγα κιβδηλοποιό Κωνσταντίνο Σιμωνίδη, οπαδό του παιχνιδιού και του ψεύδους;

 

Μια μελέτη που αξίζει όχι μόνο να διαβαστεί αλλά και να εξεταστεί σε βάθος, ειδικά σήμερα που όλα τα θέματα της ελληνικής ταυτότητας παραμένουν ανοιχτά και τα μεγάλα ερωτήματα χάσκουν αναπάντητα.

 

Πρωτότυπες εκδόσεις

 

Ο Εκκλησιαστής

Απόδοση-επίμετρο: Θάνος Σαμαρτζής, εκδόσεις Δώμα

 

Δεν είναι πολύς καιρός που έβαλαν μπρος τις μηχανές οι εκδόσεις Δώμα και έχουν δώσει ήδη σοβαρό δείγμα γραφής: φιλοσοφικά κείμενα, ευσύνοπτα αλλά τεράστια στον αντίκτυπό τους, που άλλαξαν τον τρόπο που προσεγγίζουμε τη ζωή και τον θάνατο.

 

Τίποτα δεν είναι ίδιο μετά την παρέμβαση των Στωικών, τίποτα δεν φαίνεται, αντίστοιχα, να διαβάζεται με τον ίδιο τρόπο αφότου εμφανίστηκε ο «Εκκλησιαστής», πιθανότατα τον 3ο αιώνα π.Χ.

 

Ακροβατώντας ανάμεσα στη συνείδηση του τέλους αλλά και στη βαθιά αισιοδοξία για την κατίσχυση της ουσίας, τόσο ο «Εκκλησιαστής» όσο και τα υπόλοιπα κείμενα των εκδόσεων Δώμα έχουν ως στόχο να μας πάρουν από το χέρι και να μας δείξουν τα πράγματα αλλιώς: εδώ είναι η χαρά του κόσμου, η δύναμη του ανθρώπου και η ουσία του, και να μας πουν πως πρέπει να στοχαστούμε διαφορετικά το παν και το τίποτα.

 

Υπέροχη και η εικαστική δουλειά των εκδόσεων από νέους ανθρώπους που αγαπάνε βαθιά το βιβλίο. Σίγουρα η εκδοτική παρουσία της χρονιάς.

 

Βασίλης Τσακίρογλου

Ευτυχείτε-211 αφορισμοί

Key Books

 

Ένα βιβλιαράκι ως αντί-δωρο για τις γιορτές με αφορισμούς που ενίοτε φέρουν λίγο από Κίργκεγκωρ ή από Όσκαρ Γουάιλντ και άλλες φορές θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές του Γούντι Άλεν στον ευφάνταστο, ισοπεδωτικό και απόλυτα ευφυή κυνισμό τους.

 

Ο τίτλος εννοείται πως είναι ειρωνικός και ξεδιπλώνει τις διαπιστώσεις ενός ανθρώπου ο οποίος μάλλον στέκεται κάπως αμήχανα απέναντι στο κατασκεύασμα της οικογένειας, στα ψεύδη των πολιτικών, στις αυταπάτες της καριέρας, την αναγκαστική εξοικείωση με το πλησίον.

 

Άλλες φορές λες ότι έχει δίκιο, άλλες φορές γελάς και άλλοτε θυμώνεις με την αφοριστική διάθεση ενός ανθρώπου που επιμένει πως «ζωή είναι το κενό τρομοκρατημένο απορημένο βλέμμα ενός ηλικιωμένου που υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και αναρωτιέται» ή ότι «οι ανθρωπιστικές πρωτοβουλίες θυμίζουν βεντάλια πάνω από τον πιο σιχαμερό βρομερό απόπατο».

 

Τα καλύτερα αστυνομικά

 

Gaston Leroux

Το φάντασμα της όπερας

Μετάφραση: Αργυρώ Μαντόγλου, Διόπτρα

 

Ακόμα και αν δεν αρέσει η εκδοχή του Άντριου Λόιντ Βέμπερ στο «Φάντασμα της Όπερας» και όλη αυτή η φαντασμαγορία που συνοδεύει το πρωτότυπο, πρόκειται για ένα έργο που πρέπει να κοσμεί κάθε βιβλιοθήκη.

 

Έχοντας γραφτεί μόλις το 1909 και εκδοθεί το 1910, είναι το βιβλίο που δένει ιδανικά τη γοτθική παράδοση με το αλλόκοτο και τη φαντασία, βάζοντας τα θεμέλια για το σύγχρονο αστυνομικό.

 

Ο αστικός μύθος μάλιστα ήθελε τα όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο να είναι τόσο αληθοφανή επειδή ακριβώς ο ίδιος ο Λερού ήξερε καλά τα υπόγεια της όπερας του Παρισιού.

 

Η ιστορία είναι πασίγνωστη με την όμορφη νεαρή τραγουδίστρια Κριστίν να ακούει μια φωνή που της μοιάζει οικεία ακόμα και αν δεν ξέρει από που προέρχεται, μέχρι που εμφανίζεται το φάντασμα του Έρικ, με το οποίο αναπτύσσεται μια έντονη σχέση, ζήλιας και παράξενου έρωτα. Αλλά πού ακριβώς είναι τα όρια του πραγματικού με το φανταστικό όταν πρόκειται για τον έρωτα;

 

Όλα αυτά τα θέτει με φαντασμαγορικό τρόπο ένα μυθιστόρημα που θεωρείται πια κλασικό.

 

Πατρίτσια Χάισμιθ

Η κραυγή της κουκουβάγιας

Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης, Άγρα

 

Πόσο διαολεμένα ωραία και συναρπαστικά γράφει η Πατρίτσια Χάισμιθ! Ειδικά αυτό το βιβλίο που είναι ένα από τα καλύτερά της μένει στις μνήμες για καιρό καθώς ακροβατεί ανάμεσα σε υψηλή λογοτεχνία, σε ψυχολογικό κομψοτέχνημα, σε αστυνομικό.

 

Πρωταγωνιστής ο Ρόμπερτ Φόρεστερ ο οποίος παρακολουθεί τη γειτόνισσά του ζηλεύοντας τη φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή της αφού αυτός είναι χωρισμένος, απροσάρμοστος, έως μισάνθρωπος, αγοραφοβικός και μοναχικός. Έλα όμως που η κοπέλα τον αντιλαμβάνεται και τον αποδέχεται αντιστρέφοντας ουσιαστικά τους όρους και χρησιμοποιώντας τον για να αποδράσει, τώρα εκείνη με τη σειρά της, από την αβίωτη ζωή της.

 

Άλλωστε σε αυτό το μυθιστόρημα τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται και ένας φιλήσυχος και σχεδόν αποτυχημένος στη ζωή του μπορεί εύκολα να μετατραπεί, με τα δεδομένα της κοινωνίας, από θύμα σε θύτης.

 

Όλα αυτά τα στάδια περιγράφονται με καφκικό τρόπο και με τη γνωστή ασθματική πένα της Χάισμιθ που δεν μοιάζει με καμία άλλη.