Οι «Ντόντζερς», ένα από τα πιο καλογραμμένα μυθιστορήματα που θα διαβάσετε φέτος, και ένα από τα πιο λυρικά, ξεχωρίζουν μάλλον πολύ εύκολα από τα υπόλοιπα αστυνομικά της πρόσφατης παραγωγής γιατί σχεδόν όλοι τους οι ήρωες, ο κεντρικός και οι δευτερεύοντες, είναι παράνομοι, αλήτες, εγκληματίες ή απλώς δολοφόνοι – και δεν έχουν πρόβλημα με αυτό.

 

Μία τέτοια συνθήκη θα μπορούσε να υποστηριχτεί συγγραφικά με ένα σωρό τρόπους. Πώς να κάνεις συμπαθητικό έναν χαρακτήρα; Μιλώντας για τα παιδικά του χρόνια, ας πούμε, για την κακιά και άδικη κοινωνία, για το «σύστημα». Όχι. Δεν υπάρχει ούτε μισή λέξη σε όλο το βιβλίο για αυτά. Υπάρχει μόνο μία κατάσταση – αυτή που περιγράφεται (και που επίσης δεν κρίνεται). Η ζωή είναι αυτή που είναι. Είναι έτσι, και όχι αλλιώς.

 

Κόσμος πεθαίνει. Κόσμος χρειάζεται να σκοτωθεί. Οι άνθρωποι καταναλώνουν ναρκωτικά. Κάποιοι θα τους τα πουλήσουν. Κάποιοι θα πάνε στη φυλακή για αυτό. Κάποιοι θα σκοτωθούν στην προσπάθεια, ή μπορεί και να πεταχτούν στα σκουπίδια – δεν είναι καλό να σε πιάνουν με ένα πτώμα στα χέρια.

 

Δυο αδέλφια, επίσης, μπορεί να αλληλοσκοτωθούν – έχει ξαναγίνει. Φίλοι μπορεί να προδώσουν. Αφεντικά να σε κυνηγήσουν. Άνθρωποί άγνωστοί σου μπορεί να ξεψυχήσουν μπροστά σου και να σε στοιχειώσουν για πάντα – ή μέχρι αύριο. Όλα είναι πιθανά όταν πάρεις την κάτω βόλτα. Όλα είναι σκοτεινά, και μαύρα. Και τίποτε, ποτέ, δεν υπάρχει για να σε σώσει.

 

Το μόνο που μπορείς να κάνεις (ίσως) είναι να πάρεις κάποια στιγμή μια σκούπα και να καθαρίσεις το πάτωμα. Ίσως να πλύνεις και τους τοίχους, και να βγάλεις τα σκουπίδια. Πριν, αλλά και μετά, ακολουθείς τη μοίρα σου. Η μοίρα σου είναι η ζωή. Άρα θα πεθάνεις. Αλλά μέχρι τότε είναι καλό να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα. Να κρύβεις όπλα στο παντελόνι σου ή σκάβοντας μια τρύπα στο χώμα. Και, όταν χρειαστεί, να σκοτώσεις κι εσύ.

 

Τίποτε κακό δεν μπορεί να αποφευχθεί σε αυτές τις σελίδες, μα και τίποτε δεν υπάρχει εκεί για να μετριάσει την αναγνωστική μας ηδονή: ωραία, πικρή λογοτεχνία.

 

Νομίζω πως φαίνεται, από τα παραπάνω, πως έχουμε να κάνουμε με ένα κλειστοφοβικό μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια να αναπνεύσεις. Και όμως: δεν υπάρχει περίπτωση (και ξέρω πως είναι κλισέ) να αφήσεις αυτό το βιβλίο από τα χέρια σου. Όχι μόνο για να μάθεις τι θα γίνει, και πώς, αλλά γιατί σπάνια συναντάμε ένα τόσο κρυστάλλινο γράψιμο, για ένα τόσο ποιητικό road movie σκηνοθετημένο και μονταρισμένο με λέξεις, για μία τόσο επική, στη λυρικότητά της, αφήγηση. (Και για τι είδους έπος μιλάμε εδώ: οι φτωχοδιάβολοι που πρωταγωνιστούν το μόνο που θέλουν είναι να μη φαίνονται, να τους καταπιεί το σκοτάδι, να γίνουν ένα με τις σκιές, να μην απασχολήσουν κανέναν). Στην αστυνομική λογοτεχνία, σπάνια ο ζόφος περιγράφεται με τόσο διαυγή γραφή.

 

Βασικός πρωταγωνιστής, πέρα από τον δρόμο (επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο «δρόμου» εδώ, με ένα βιβλίο διαρκούς μετακίνησης μέσα σε μια Αμερική αποχαυνωμένη και καταρρέουσα), είναι ο δεκαπεντάχρονος Ηστ. Δουλειά του είναι να προσέχει σπίτια όπου γίνεται διακίνηση ναρκωτικών: βλέπει, με τη βοήθεια της ομάδας του, ποιοι μπαίνουν, ποιοι βγαίνουν, και ποιοι μπορεί να είναι ύποπτοι, ενώ «καθαρίζει» κάθε πιθανή εστία κινδύνων και φασαρίας εν τη γενέσει της. Είναι ιδιαίτερα ικανός σε όλα αυτά:

 

Στα δέκα του ήταν τσιλιαδόρος στο τετράγωνο, στα δώδεκα υπεύθυνος μιας ομάδας φύλαξης σπιτιού. Είχε δική του αυλή για δύο χρόνια, διευθύνοντας και πληρώνοντας αγόρια μερικές φορές μεγαλύτερά του και πιο δυνατά. [...] Ήταν μια ζωή που θα κατάφερνε να συνεχίσει ή θα τον ρουφούσε, όπως άλλα παιδιά που τα είχε διώξει από τη συμμορία ή τα είχε δει αιμόφυρτα ή πεθαμένα στον δρόμο; Δεν είχε σημασία.

 

Κάποια στιγμή, και ενώ η αστυνομία μπαίνει στο σπίτι «του» (ποτέ δεν θα μάθει τον υπεύθυνο ο Ηστ, τον προδότη), αναλαμβάνει μία επικίνδυνη, κρυφή και επείγουσα αποστολή: να πάει ένα ταξίδι μερικές χιλιάδες μίλια μακριά, με το αυτοκίνητο, μαζί με άλλα τρία παιδιά, για να εκτελέσουν στα γρήγορα κάποιον μάρτυρα σε μία επικείμενη δίκη. Ένας από τους συντρόφους του θα είναι και ο κατά τρία χρόνια μικρότερος αδελφός του, με τον οποίο είναι απολύτως αποξενωμένοι. Ο αμίλητος δωδεκάχρονος είναι ήδη επικίνδυνος φονιάς και όλοι τον σέβονται – και τον φοβούνται:

 

Είχε να τον δει μήνες. Δεν ήξερε πού ούτε πώς ζούσε. Όχι πως ο Τάι θα του έλεγε· μιλώντας μαζί του, κατέληγες να ξέρεις λιγότερα απ' ό,τι πριν. Ήταν χαρά του να μη μοιράζεται τίποτα, να μη χαίρεται τίποτα, ένα λιπόσαρκο αγόρι που μικρό σχεδόν λιμοκτονούσε, δεν έτρωγε, δεν έπαιζε — αδυνατούσε να αναπτυχθεί, έλεγε ο γιατρός της πρόνοιας. Έξυπνο, αλλά το σχολείο δεν του άρεσε· γρήγορο, αλλά το τρέξιμο δεν του άρεσε. Ποτέ δεν έκλαψε σαν μωρό, ποτέ δεν έκανε ερωτήσεις. Δεν αγάπησε τίποτα πέρα από τα όπλα.

 

Το ταξίδι τους, πέρα από τα επιμέρους περιστατικά που το διανθίζουν, είναι μία κατάβαση στην Κόλαση. Οι αμερικανικές πόλεις που προσπερνούν ή διασχίζουν θυμίζουν γουέστερν και πόλεις-φαντάσματα. Τίποτε δεν μπορεί να ανθήσει εκεί, και κυρίως καμιά ελπίδα. Όλα είναι πλημμυρισμένα φως, που όμως λάμπει επάνω σε σκέλεθρα ονείρων και στη σκόνη. Είναι μια συστοιχία, ένα σερί, από ματαιωμένες πόλεις που λαμπυρίζουν στις πεδιάδες σαν παλιά πεταμένα τάπερ. Είναι ένα ταξίδι στυφό, στεγνό και σχεδόν φασματικό το ίδιο. Και, εννοείται, είναι ένα ταξίδι που θα πάει όσο στραβά μπορούσαμε εξαρχής να φανταστούμε.

 

Και τότε, στον δρόμο του γυρισμού, το βιβλίο κάνει ένα απίθανο twist που του αλλάζει προσανατολισμό — αλλά όχι ύφος· και όχι θέμα: εξακολουθούμε να ζούμε μία εμπειρία θανάτου. Και να μην μπορούμε να πάρουμε τα μάτια μας από το θέαμα. Και ξέρουμε, ακόμη, πως ανά πάσα στιγμή μία ακόμη έκρηξη βίας θα ξεσπάσει καταπάνω μας, αφτιασίδωτης και σκληρής βίας, διπλά σκληρής γιατί ακριβώς παρουσιάζεται σχεδόν χωρίς καθόλου —επίτηδες— νεύρο. Γιατί είναι κάτι που απλώς έγινε, και που δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Όπως δεν μπορούσε να αποφευχθεί η επέλαση της εντροπίας στις κεντρικές Πολιτείες των ΗΠΑ:

 

Στις μέρες μας, τα περισσότερα παιδιά που έρχονται κάθε μέρα εδώ στα κρυφά, αυτό που θέλουν είναι η κοπέλα τους να τους παρατήσει. Μπορεί να κρατήσει το σπίτι. Όσο πιο γρήγορα βρει άλλον άντρα, τόσο πιο γρήγορα θα είναι ελεύθερα. Δεν μπορούν έτσι κι αλλιώς να φροντίσουν τίποτα. [...] Όταν μπορούν, δουλεύουν λίγο, για την μπίρα τους και το πλέιστέισον. Δεν μπορούν να κοιτάξουν τον πατέρα τους στα μάτια. Αυτό εννοώ. Ήμασταν εκεί πάνω και φτάσαμε εδώ κάτω.

 

Τίποτε κακό δεν μπορεί να αποφευχθεί σε αυτές τις σελίδες, μα και τίποτε δεν υπάρχει εκεί για να μετριάσει την αναγνωστική μας ηδονή: ωραία, πικρή λογοτεχνία. Όπως είναι επίσης αναπόφευκτο να δούμε κάποια στιγμή αυτό το πολλαπλά βραβευμένο βιβλίο στον κινηματογράφο: η πλοκή, οι ήρωες, η ατμόσφαιρα, το ντεκουπάζ, όλα είναι εκεί, έτοιμα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Στερέωμα, σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη.

 

ΥΓ. Αντιστάθηκα όσο μπορούσα και δεν γκούγκλαρα τον συγγραφέα μέχρι να στείλω αυτό το κείμενο. Ήθελα να δω αν είναι μαύρος, όπως όλοι οι ήρωές του. Δεν είναι. Ήθελα επίσης να δω αν έχει σχετική εμπειρία, από συμμορίες, ναρκωτικά και τα συναφή. Δεν έχει. Είναι ένας λευκός πενηντάρης, διετέλεσε για χρόνια αρχισυντάκτης σε ένα περιοδικό ποίησης και διδάσκει αμερικανική λογοτεχνία και δημιουργική γραφή στο πανεπιστήμιο Τρίνιτι, της Ουάσιγκτον. Ήσυχος άνθρωπος, παντρεμένος. Δεν ξέρω πώς το κάνουν.