Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
15.12.2017
Έλληνες τοξικομανείς του Μεσοπολέμου και η μετεξέλιξη του κυνηγημένου...
ΒΙΒΛΙΟ

Έλληνες τοξικομανείς του Μεσοπολέμου και η μετεξέλιξη του κυνηγημένου πάθους τους

Το ρεμπέτικο, η περιθωριοποίηση, οι διαφορές των εξαρτημένων ανά τις δεκαετίες, σε μια συζήτηση με τον κοινωνιολόγο και θεραπευτή Δημήτρη Υφαντή με αφορμή το νέο του πόνημα «Τοξικομανία δι' ηρωίνης»

«Θεραπεύω» σημαίνει υπερασπίζομαι μαζί με τον θεραπευόμενο την ύπαρξή του, τον συνδράμω έτσι ώστε να αυτονομηθεί πλήρως σε κάθε επίπεδο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Θεραπεύω» σημαίνει υπερασπίζομαι μαζί με τον θεραπευόμενο την ύπαρξή του, τον συνδράμω έτσι ώστε να αυτονομηθεί πλήρως σε κάθε επίπεδο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Ένα βιβλίο έρευνας με ντοκουμέντα και πλούσιο φωτογραφικό υλικό που με αφετηρία το ρεμπέτικο φωτίζει τόσο τη χρήση ουσιών στην Ελλάδα τον Μεσοπόλεμο ειδικά όσο και τη θεσμική και κοινωνική τους αντιμετώπιση –πολύ ενδιαφέρουσα, συγκρινόμενη με την τωρινή!– είναι από μόνο του είδηση, με δεδομένη την έλλειψη βιβλιογραφίας για ένα πολλαπλά ενδιαφέρον φαινόμενο που έχει αναχθεί στη σφαίρα του θρύλου μέσα από τη λαϊκή μουσική που το «επένδυσε» αλλά κι επώνυμους χρήστες, όπως ο μεγάλος ρεμπέτης Ανέστης Δελιάς ή οι ποιητές Ναπολέων Λαπαθιώτης και Μήτσος Παπανικολάου.

 

Πόσο μάλλον όταν ο συγγραφέας του, επιστημονικός υπεύθυνος σήμερα του Τμήματος Έρευνας και Εκπαίδευσης της Μονάδας Απεξάρτησης 18 Άνω, εργάζεται ήδη από το '87 στην αντιμετώπιση των εξαρτήσεων, γεγονός που «ζωντανεύει» και επικαιροποιεί ακόμα περισσότερο τη συζήτησή μας. Μια κουβέντα που, ξεκινώντας από τους ρεμπέτες και την εποχή τους, εστιάζει επίσης στις διαχρονικές αιτίες της χρήσης ουσιών, στον συχνά αντισυμβατικό αλλά και αυτοκαταστροφικό της χαρακτήρα, στη φύση της εξάρτησης από κάποιες εξ αυτών, στον κοινωνικό και ψυχολογικό της αντίκτυπο, στις ομοιότητες και στις διαφορές των παλιότερων εξαρτημένων με τους σύγχρονους, στα θεραπευτικά προγράμματα και στις μεθόδους τους καθώς και στην προσωπική του εμπειρία ως θεραπευτή, εμπειρία ανεκτίμητη που και στον ίδιο δίδαξε πολλά, καθώς λέει.

 

Βρίσκει προβληματική τόσο τη «στείρα» καταστολή και την περιθωριοποίηση των χρηστών όσο και την αλόγιστη απελευθέρωση της χρήσης. Αναδεικνύει την υπαρξιακή όσο και την πολιτικοκοινωνική διάσταση της χρήσης ουσιών και της εξάρτησης γενικότερα, όπως και τον εξατομικευμένο της χαρακτήρα, αφού «κάθε εξαρτημένος είναι ιδιαίτερη περίπτωση, όπως ιδιαίτερη είναι και η σχέση του με την ουσία» – για να κολλάς άλλωστε τόσο μαζί της, «δεν μπορεί, κάτι σε τρώει».

 

Δεν θεωρεί ωστόσο εαυτόν αυθεντία αλλά διακριτικό «συνοδό» στη διαδικασία απελευθέρωσης του εθισμένου. «Ούτε παντογνώστες το παίζουμε ούτε θαύματα κάνουμε... Θεραπεύω σημαίνει υπερασπίζομαι, μαζί με τον θεραπευόμενο, την ύπαρξή του, τον συνδράμω έτσι ώστε να αυτονομηθεί πλήρως σε κάθε επίπεδο» λέει, υπογραμμίζοντας τη σημασία τόσο της βούλησης καταρχάς του ίδιου του εξαρτημένου να «ξεκόψει» όσο και της ύπαρξης μιας προοπτικής που να του καλλιεργεί ένα «θέλω» ουσιαστικότερο, ισχυρότερο και αποφασιστικότερο εκείνου που τον στρέφει στην ουσία.

 

Ο σημερινός εξαρτημένος είναι πράγματι πιο «χύμα», πιο αμοραλιστής κι ακόμα περισσότερο αυτοκαταστροφικός, αφού πια δεν καταναλώνει μόνο την κλασική ηρωίνη αλλά οτιδήποτε παρεμφερές βρει. Αναπτύσσει, επίσης, πιο βίαιες συμπεριφορές αφενός προς τους άλλους, αφετέρου, και κυρίως, προς τον εαυτό του. 


— Πώς συνέβη να ξεκινήσετε αυτό το βιβλίο;

Είναι, ξέρεις, μεγάλη ιστορία αυτή με τις έρευνες. Ξεκινάς να βρεις κάτι και στην πορεία προκύπτει κάτι άλλο! Σκόπευα, που λες, αρχικά να μελετήσω το ρεμπέτικο, αγαπημένο άκουσμα. Το ενδιαφέρον μου για τη σχέση του με τις ουσίες αλλά και γενικότερα τη χρήση ουσιών και τη νομική, θεραπευτική και κοινωνική τους αντιμετώπιση τα χρόνια του Μεσοπολέμου προέκυψε όταν συναντήθηκα με τη Ζωή Παγιουμτζή, τη χήρα του Στράτου Παγιουμτζή, που μαζί με τους Βαμβακάρη, Μούτη και Δελιά ήταν η «χρυσή τετράδα» των κλασικών ρεμπετών.

 

Μου έλεγε εκείνη τότε ότι είχαν πάρει το '44 με κάρο από το Δρομοκαΐτειο τον Δελιά που ήταν εθισμένος στην πρέζα και τον φιλοξένησαν – προσπάθησαν μάλιστα να τον βοηθήσουν να ξεκόψει. Το εκτίμησα πολύ αυτό, γιατί δύσκολα αποφασίζεις να σπιτώσεις ένα πρεζάκι, ακόμα κι αν είναι φίλος αδελφικός! Ήταν το πρώτο ερέθισμα...

 

— Στοιχεία από πού αντλήσατε;

Ξεκίνησα ερευνώντας ιατρικά αρχεία στο Δρομοκαΐτειο με τη βοήθεια του Παναγιώτη Πικιού. Εκεί ανακάλυψα και τον φάκελο του Δελιά, ο τίτλος του οποίου, «τοξικομανία δι' ηρωίνης», η ψυχιατρική του διάγνωση δηλαδή, τιτλοφόρησε και το παρόν βιβλίο! Με τη συνδρομή του Βασίλη Κοσμά συνέχισα την έρευνα στο Δαφνί, όπου είχα κιόλας εργαστεί –από εκεί προέρχεται ο μεγαλύτερος όγκος του υλικού– και στο Αιγινήτειο, όπου εντόπισα στοιχεία άγνωστα ακόμα και στους υπεύθυνους.

 

Άντλησα επίσης μαρτυρίες τόσο μέσα από τα ίδια τα ρεμπέτικα όσο και από ανθρώπους εκείνης της γενιάς που παρέμεναν εν ζωή, όπως ο σπουδαγμένος στη Γερμανία καθηγητής Μιχάλης Στριγγάρης, ο πρώτος ψυχίατρος στη διεθνή βιβλιογραφία που ασχολήθηκε με την επίδραση του χασίς στον ανθρώπινο οργανισμό – ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος που υπήρξε επίσης εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών.

 

Στο ΕΛΙΑ εντόπισα το αρχείο του Κουτσουμάρη, αστυνομικού διευθυντή Αθηνών το '32, σε ένα παλαιοπωλείο, πάλι, στο Μοναστηράκι βρήκα ένα 15σέλιδο φυλλάδιο του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, του πρώτου στην Ελλάδα που αναφέρεται στην ψυχανάλυση ως μέθοδο θεραπείας. Αυτά είναι πράγματα που μέχρι και το Ελληνικό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά αγνοεί. Μιλάμε, βέβαια, για μια ερευνητική εργασία που πήρε αρκετά χρόνια.


— Θα ήταν το ρεμπέτικο τραγούδι το ίδιο δίχως τις ουσίες;

Υπάρχει στενή σχέση, αλλά όχι, δεν ταυτίζονται, θα υπήρχε και χωρίς αυτές. Συγκεκριμένα, από τα 9.000 ρεμπέτικα που γράφτηκαν ανάμεσα στις δεκαετίες '20-'60, μόνο 350 αναφέρονται σε ουσίες, μάλιστα αυτό κάποια στιγμή γίνεται «συρμός». Ο Κώστας Τζόβενος και ο Ρούκουνας π.χ. γράψανε αρκετά χασισοτράγουδα χωρίς να είναι οι ίδιοι «πότες», τουλάχιστον όχι συστηματικοί. Στο χασίς και την κάνναβη αναφέρονται τα κομμάτια αυτά στη συντριπτική τους πλειονότητα – μόλις μερικές δεκάδες αφορούν την ηρωίνη, την κοκαΐνη, τη μορφίνη κ.λπ.

 

Άλλωστε οι παραδοσιακοί χασισοπότες συνήθως απεχθάνονταν τα «σκληρά». Αντιπροσωπευτικά τραγούδια για την ηρωίνη έγραψαν ο Δελιάς ως χρήστης («Ο πόνος του πρεζάκια») και ο Γιοβάν Τσαούς ως παρατηρητής («Ο Πρεζάκιας»). Και πάλι, βέβαια, ο αριθμός των τραγουδιών αυτών είναι εντυπωσιακός, συγκρινόμενος με τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών χωρών που παραπέμπουν σε ουσίες (καμπαρέ, φάντος κ.ά.). Το ρεμπέτικο άλλωστε «γεννήθηκε» σε λιμάνια, φυλακές, στρατόπεδα, τεκέδες, μέρη όπου υπήρχε χρήση και διακίνηση.

 

 

 

 

Μετά τη δεκαετία του '30, οπότε μπαίνει στη δισκογραφία, αποκτά ευρύτερο ακροατήριο και, εστιάζοντας στη φτώχεια –π.χ. η «Κατηραμένη Φτώχεια» που συνέθεσε το '37 ο Απόστολος Χατζηχρήστος έγινε μεγάλο χιτ–, αναδεικνύεται σε δημοφιλές λαϊκό τραγούδι. Επιτυχίες θα γίνουν επίσης κομμάτια που μιλούσαν για ουσίες, με αλλαγμένους βέβαια τους στίχους ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά που κυνήγησε ρεμπέτες και χρήστες – τραγουδιούνται μάλιστα ακόμα και σήμερα, «λογοκριμένα».

 

Όνομα: Αθανασία Μ. ή Γ., ηλικία: 35, επάγγελμα: οικιακά, πατρίς: Σμύρνη, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 28-6-1940, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)
Όνομα: Αθανασία Μ. ή Γ., ηλικία: 35, επάγγελμα: οικιακά, πατρίς: Σμύρνη, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 28-6-1940, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)
Όνομα: Ελένη Τ., ηλικία: 26, επάγγελμα: οικιακά, πατρίς: Κωνσταντινούπολις, τόπος κατοικίας: Καλλιθέα, ημερομηνία εισαγωγής: 21.5.1943, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)
Όνομα: Ελένη Τ., ηλικία: 26, επάγγελμα: οικιακά, πατρίς: Κωνσταντινούπολις, τόπος κατοικίας: Καλλιθέα, ημερομηνία εισαγωγής: 21.5.1943, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)


— Είναι «συνειδητοποιημένοι» οι χρήστες εκείνης της εποχής με την έννοια της δεκαετίας του '60, σχετίζεται δηλαδή η χρήση με κάποια ευρύτερη κοσμοθεωρία;

Όχι, είναι άλλη η πρόσληψή τους, όπως και η εποχή. Αναμφίβολα όμως η χρήση του χασίς, όπως και του αλκοόλ κ.λπ., οι αξίες, οι κώδικες επικοινωνίας, ο έρωτας ο ίδιος όπως εκφράζεται στα ρεμπέτικα συγκροτούν μια στάση ζωής που στέκεται απέναντι στην «ψεύτρα κοινωνία», το κατεστημένο, την εξουσία εν τέλει.


— Μεταπολεμικά όμως τα πράγματα αλλάζουν και η χρήση ουσιών «περιθωριοποιείται» ξανά, καθώς διαβάζω.

Πράγματι, μετά τον Μεσοπόλεμο η χρήση του χασίς και της ηρωίνης, που θεωρούνταν ουσίες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, περιορίζεται σε κάποιες αγροτικές περιοχές, στον Πειραιά και στα περίφημα «πέριξ» της Αττικής, Μενίδι, Αγίους Αναργύρους κ.λπ. Συνάντησα κάποιους παλιούς εξαρτημένους εκείνης της περιόδου, «ζήτημα», μου είπαν, «να ήμασταν τριακόσια άτομα πανελλαδικά», μερικοί περίμεναν να σκάσει κάνα καράβι στον Πειραιά μπας κι εξοικονομήσουν καμιά «ψιλή», άλλοι πάλι γίνανε αλκοολικοί, κάποιοι μπήκαν σε ιδρύματα.

 

Χρήση γινόταν και σε τόπους εξορίας από πολιτικούς κρατουμένους, εις γνώσιν βεβαίως των δεσμοφυλάκων τους, ένα θέμα επίσης ταμπού. Για τη διάδοση της κοκαΐνης και της μορφίνης, ουσιών που προτιμούσαν οι ανώτερες τάξεις, ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε, γιατί ούτε συλλήψεις τέτοιων «καθωσπρέπει» χρηστών γίνονταν ούτε αρχεία κρατούνταν! Οι «νεωτερικές» αυτές συγκριτικά με το χασίς και την ηρωίνη ουσίες επανεμφανίζονται στην αγορά και τις πιάτσες ουσιαστικά μετά τη Μεταπολίτευση: Ομόνοια, Πειραιάς, Πλάκα, Φωκίωνος Νέγρη, πλατεία Καραμανλάκη στα Πατήσια.


— Πότε τοποθετείται χρονολογικά η «μεγάλη επιστροφή»;

Αρχές της δεκαετίας του '80 η χρήση ουσιών και η διάδοσή τους στον πληθυσμό ξεπερνά πλέον τα επίπεδα της δεκαετίας του '30, χωρίς όμως να λαμβάνει ακόμα τις διαστάσεις του «μεγάλου κοινωνικού προβλήματος» που της καταλογίζει ο Τύπος των ημερών – ο ηθικός πανικός που προκαλείται δεν αντιστοιχεί ακόμα σε αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει.

 

Δεν είναι μόνο οι λαϊκές εφημερίδες αλλά κυρίως η νεότευκτη, τότε, ελεύθερη ραδιοφωνία που αναζητούσε σκάνδαλα για λόγους ακροαματικότητας. Τις διαστάσεις αυτές τις αποκτά πια τη δεκαετία του '90, οπότε αφενός κορυφώνονται η προσφορά και η ζήτηση, αφετέρου κυκλοφορεί πια αρκετό χρήμα.

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ξεκάθαρη άποψη για το θέμα της νομιμοποίησης, της απελευθέρωσης αν θέλετε. Δεν τη θεωρώ όμως πανάκεια είτε για την κάνναβη είτε για άλλες ουσίες και, όχι, δεν το λέω αυτό από κάποια συντηρητική ή ηθικολογική σκοπιά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ξεκάθαρη άποψη για το θέμα της νομιμοποίησης, της απελευθέρωσης αν θέλετε. Δεν τη θεωρώ όμως πανάκεια είτε για την κάνναβη είτε για άλλες ουσίες και, όχι, δεν το λέω αυτό από κάποια συντηρητική ή ηθικολογική σκοπιά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Είναι, πάντως, γενική η πεποίθηση ότι οι σημερινοί εξαρτημένοι διαφέρουν από τους παλιότερους σε πολλά επίπεδα.

Ο σημερινός εξαρτημένος είναι πράγματι πιο «χύμα», πιο αμοραλιστής κι ακόμα περισσότερο αυτοκαταστροφικός, αφού δεν καταναλώνει πια μόνο την κλασική ηρωίνη αλλά οτιδήποτε παρεμφερές βρει. Αναπτύσσει, επίσης, πιο βίαιες συμπεριφορές αφενός προς τους άλλους, αφετέρου, και κυρίως, προς τον εαυτό του. Γι' αυτό, βέβαια, ευθύνονται κι όλες αυτές οι συνθετικές ουσίες-υποκατάστατα που εμφανίστηκαν στις πιάτσες, όπως το σίσα, σκευάσματα πολύ καταστρεπτικότερα από την πρέζα. Οι παλιότεροι χρήστες διέθεταν επίσης πολιτικές ανησυχίες, κοινωνική συνείδηση, γνώση και άποψη μέχρι και για τη θεραπεία τους. Δεν ναρκώνονταν εντελώς η κρίση και το συναίσθημά τους, έβρισκες ευκολότερα σημεία επαφής.

 

Το παρατηρούσες αυτό διαβάζοντας καταγγελίες έγκλειστων χρηστών που δημοσίευε παλιότερα η «Ελευθεροτυπία», το διαπιστώναμε κι εμείς συζητώντας μαζί τους – έπρεπε να έχεις υπόβαθρο και να εμπνέεις σεβασμό για να σε εμπιστευτούν. Κοντά σ' εκείνους άλλωστε μαθαίναμε κι εμείς – δεν διδάσκεται μόνο ο ωφελούμενος από τον θεραπευτή, ξέρετε, συμβαίνει και το αντίστροφο. Οι θεραπευτές, βλέπεις, δεν είμαστε παρά συνοδοί στη διαδικασία απεξάρτησης και απελευθέρωσης του εθισμένου. Ούτε παντογνώστες το παίζουμε ούτε θαύματα κάνουμε, γι' αυτό, πέρα από τη γνώση και την εμπειρία, χρειάζεται ενσυναίσθηση. «Θεραπεύω» εξάλλου σημαίνει υπερασπίζομαι, μαζί με τον θεραπευόμενο, την ύπαρξή του, τον συνδράμω έτσι ώστε να αυτονομηθεί πλήρως σε κάθε επίπεδο.

 

— Το 18 Άνω είναι ένα πρόγραμμα απεξάρτησης «στεγνό». Είναι, εκτιμάτε, αποτελεσματικότερη αυτή η μέθοδος από τη χορήγηση υποκατάστατων;

Αδυνατώ να αποφανθώ σχετικά με το ποιο πρόγραμμα είναι καλύτερο, δεν είναι καν όλα ίδια, ακόμα κι αν εντάσσονται στην ίδια κατηγορία. Επιπλέον, κάθε χρήστης είναι ξεχωριστή περίπτωση, όπως ξεχωριστή είναι και η σχέση καθενός με την ουσία. Δεν υπάρχει κάποιο αντιπροσωπευτικό «προφίλ εξαρτημένου», γι' αυτό θεωρούμε σημαντική τη διαπροσωπική σχέση που αναπτύσσουν θεραπευτής και θεραπευόμενος. Τα περισσότερα «στεγνά» προγράμματα εστιάζουν στη συμπεριφορά, εμείς πάλι προκρίνουμε την ψυχοθεραπευτική προσέγγιση ως πιο ολοκληρωμένη.

 

Τα προγράμματα υποκατάστατων, από την άλλη, εξαντλούνται συνήθως στο να «συντηρούν» απλώς τον χρήστη, ενώ και οι λίστες αναμονής στην Ελλάδα είναι μεγάλες. Επιπρόσθετα, πολλές από τις παρεχόμενες ουσίες, όπως η μεθαδόνη και η βουπρενορφίνη, εθίζουν επίσης, κι αυτό δεν είναι καν κάτι καινούργιο. Η μορφίνη π.χ. είχε  θεωρηθεί παλιότερα ιδανικό υποκατάστατο της ηρωίνης, ώσπου δημιούργησε κι αυτή στρατιές εθισμένων. Ναι, η ελεγχόμενη υποκατάσταση μπορεί να βοηθήσει μέχρι έναν βαθμό, βελτιώνοντας τις συνθήκες ζωής του εξαρτημένου, όμως είναι κενό γράμμα χωρίς την απαιτούμενη υποστηρικτική μέθοδο.


— Κοντά σε αυτά ήρθε και η κρίση να εκτροχιάσει την κατάσταση.

Σίγουρα, αφού όχι μόνο αύξησε τη χρήση, υποβαθμίζοντας παράλληλα περαιτέρω το βιοτικό επίπεδο των εξαρτημένων, αλλά δυσκόλεψε και την παροχή υποστήριξης προς αυτούς ελλείψει χρημάτων, προσωπικού, μέσων κ.λπ. Το βασικότερο, δεν δίνεται στους απεξαρτημένους κάποια βιώσιμη και δημιουργική διέξοδος, με αποτέλεσμα πολλοί να «ξανακυλούν» όχι μόνο στη χρήση αλλά και στη διακίνηση, αφού είναι το μόνο που μάθανε να κάνουν καθώς και η μόνη «απασχόληση» που μπορούν να βρουν.

 

Η Πανεπιστημιακή Κλινική (Αιγινήτειο) το 1937.
Η Πανεπιστημιακή Κλινική (Αιγινήτειο) το 1937.


— Βλέπει, επίσης, κανείς τα τελευταία χρόνια μετανάστες και πρόσφυγες στις πιάτσες.

Ναι, κι αυτή είναι άλλη μια παραγνωρισμένη παράμετρος. Εδώ, στο 18 Άνω, ένα 10% όσων έρχονται είναι ακριβώς τέτοιοι άνθρωποι, που μάλιστα κατά πλειονότητα ξεκίνησαν συστηματική χρήση σε μεγάλη σχετικά ηλικία, γύρω στα 30. Αρκετοί κιόλας εργάζονται κανονικά, αντίθετα με τους «ιθαγενείς» χρήστες, που οι περισσότεροι είναι άνεργοι είτε άεργοι.

 

Έκατσα και είδα προσεκτικά φωτογραφίες και ντοκουμέντα για εξαρτημένους της δεκαετίας του '30 σε Αθήνα και Πειραιά, οι οποίοι ήταν παιδιά-πρόσφυγες από την καταστροφή της Σμύρνης. Δεν φαντάζεστε πόσες ομοιότητες υπάρχουν με τους σημερινούς στο πώς και το γιατί ξεκίνησαν τη χρήση.


— Γιατί όμως κάποιος να μπλέκει με ουσίες οι οποίες γνωρίζει ότι είναι όχι μόνο επιβλαβείς αλλά και εξαρτησιογόνες;

Είναι δύσκολη εδώ η απάντηση, όπως είναι δύσκολο και να ορίσεις τη φύση της εξάρτησης. Δεν είναι καν μόνο θέμα ουσιών, εξαρτήσεις μπορούν επίσης να προκαλέσουν η τηλεόραση, τα κινητά, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα σόσιαλ μίντια, το junk food, ο καταναλωτισμός, μέχρι και κάποια θρησκευτικά ή παραθρησκευτικά cults. Είναι βεβαίως και θέμα ψυχολογικό, γιατί για να αναζητάς τέτοιες ουσίες, κάτι θα σε τρώει και ο πόνος αυτός, δίχως το «φάρμακο», γίνεται τρομακτικός.


— Η εξάρτηση συνιστά και ταυτότητα. Ίσως εξίσου μεγάλος να είναι και ο φόβος κάποιων εξαρτημένων για το «μετά».

Έτσι ακριβώς. Θυμάμαι, πριν από χρόνια, να προσπαθούμε να εξηγήσουμε στον Πάνο, έναν σκυλόμαγκα που είχε κάνει και 15 χρόνια φυλακή, τα οφέλη της ψυχοθεραπείας. Μας κάνει κάποια στιγμή: «Ωραία τα λέτε, ρε σεις, αλλά, άμα κόψω την πρέζα, μετά τι;».

 

Με τον ευθύ, «απλοϊκό» του τρόπο ανέδειξε κι εκείνος το πολύ σημαντικό αυτό ζήτημα: δεν φτάνει να βρει κάποιος εξαρτημένος τη δύναμη να ξεκόψει, κάτι που ψυχολογικά ισοδυναμεί με ευνουχισμό, πρέπει να αποκτήσει κι έναν καλό λόγο ύπαρξης για τη συνέχεια. Οπότε χρειάζεται να του εμφυσήσεις ένα όραμα, έναν στόχο, έναν τρόπο να γεμίσει το κενό, να αποκτήσει ένα «θέλω» ουσιαστικότερο, ισχυρότερο, αποφασιστικότερο.

 

Όνομα: Παντελής Λ., ηλικία: 27, επάγγελμα: ελαιοχρωματιστής, πατρίς: Αθήναι, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 2-6-1938, διάγνωση: ηρωινομανία
Όνομα: Παντελής Λ., ηλικία: 27, επάγγελμα: ελαιοχρωματιστής, πατρίς: Αθήναι, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 2-6-1938, διάγνωση: ηρωινομανία


— Δεν συμφωνείτε ότι ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» χρεοκόπησε, ότι η νομιμοποίηση της κάνναβης και άλλων ενδεχομένως ουσιών θα έβαζε φραγμό στο στίγμα, το λαθρεμπόριο και τις εξαρτήσεις, όπως το θέτει και το αντιαπαγορευτικό κίνημα;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ξεκάθαρη άποψη για το θέμα της νομιμοποίησης, της απελευθέρωσης αν θέλετε. Δεν τη θεωρώ όμως πανάκεια είτε για την κάνναβη είτε για άλλες ουσίες και, όχι, δεν το λέω αυτό από κάποια συντηρητική ή ηθικολογική σκοπιά. Δείτε π.χ. πόσα προβλήματα σχετίζονται με το νόμιμο αλκοόλ. Ναι, υπάρχουν σίγουρα κυκλώματα που θησαυρίζουν από την παρανομία και σίγουρα δεν είναι λύση το κυνήγι μαγισσών και η καταστολή, αδιέξοδα και φαύλους κύκλους δημιουργεί.

 

Όμως, αν θες να προχωρήσεις σε απελευθέρωση, οφείλεις να έχεις ήδη επενδύσει σοβαρά σε παιδεία και απαραίτητες δομές, διαφορετικά ρισκάρεις με ζωές. Η ίδια η φύση των ουσιών έχει αλλάξει – κυκλοφορεί π.χ. σήμερα συνθετική κάνναβη με πολλαπλάσια περιεκτικότητα σε δραστική ουσία THC. Είναι πολύ ισχυρότερη από τη «φούντα» που ξέραμε και ειδικά σε νεαρές ηλικίες η συστηματική χρήση της είναι επίφοβη.

 

Ένα 12% των ανθρώπων που ζητούν βοήθεια από μας δηλώνουν εξαρτημένοι από την κάνναβη και πρόκειται για τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις, ο δε ψυχισμός τους δεν παραπέμπει σε κλασικό χασισοπότη αλλά σε τζάνκι. Δεν μπορείς, λοιπόν, και ειδικά σε εφήβους, που είναι φύσει «παραβατικοί», να θέσεις ως όριο επικινδυνότητας την ηρωίνη π.χ., απελευθερώνοντας τα υπόλοιπα, αν δεν έχεις τουλάχιστον δημιουργήσει ασφαλές υπόβαθρο και συνθήκες γι' αυτό.


— Ισχύει, βέβαια, απ' όσο ξέρω και το άλλο, ότι δεν «κάνουν» όλες οι ουσίες για όλους.

Εννοείται πως όχι. Η ανεξέλεγκτη χρήση μπορεί να επιδεινώσει μια πάθηση ή μια ήδη προβληματική νοητική ή ψυχολογική κατάσταση – είναι μάλιστα συνηθισμένες οι διπλές διαγνώσεις ανθρώπων που και ψυχολογικά προβλήματα έχουν και εξαρτημένοι είναι ταυτόχρονα από κάποια ουσία, ή και περισσότερες. Η ουσία, άλλωστε, δεν είναι παρά ένα μέσο «με πρόσωπο σε συγκεκριμένο κοινωνικό μικρο- και μακρο-περιβάλλον, σε μια συγκεκριμένη ιστορική/πολιτιστική στιγμή» καθώς έγραφε ο Κλοντ Όλιβερ Στάιν, ορίζοντας την εξάρτηση, όμως πολλοί επίδοξοι σωτήρες στοχεύουν μόνο την ουσία καθαυτή.

 

Ακόμα και τα αυτοοργανωμένα κινήματα των ίδιων των χρηστών που πρωτοεμφανίστηκαν στην Ολλανδία, κάνοντας έκτοτε πολύ εποικοδομητική δουλειά, δεν απέφυγαν κάποιες φορές αυτή την παγίδα. Στην ίδια γραμμή κινούνται φιλελεύθεροι όπως ο Ανδριανόπουλος και ο Παπαπολίτης στα καθ' ημάς, που θεωρούν ότι αν απελευθερωθεί το εμπόριο ουσιών θα λυθεί ως διά μαγείας το πρόβλημα της εξάρτησης, παραγνωρίζοντας τις ψυχολογικές, κοινωνικές και οικονομικές αιτίες της.

 

Είναι και πολιτικό, λοιπόν, το ζήτημα...

Φυσικά. Ανέκαθεν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων κατέφευγε σε διάφορες ουσίες για διάφορους λόγους, είναι αναντίρρητη πραγματικότητα αυτό. Όμως η χρήση τους γινόταν σε συγκεκριμένες καταστάσεις (ιατρικοί λόγοι, θρησκευτικές ή άλλες υπερβατικές πρακτικές με συγκεκριμένο τελετουργικό, ψυχαγωγία επίσης). Τη δεκαετία του 1880 π.χ. έχουμε μαρτυρίες για ψυχαγωγική χρήση της κάνναβης σε κάποια μέρη της ελληνικής επαρχίας, το όπιο πάλι χρησιμοποιούνταν ευρέως κάποτε ως αναλγητικό.

 

Κάποτε είχα γνωρίσει μια γιαγιά που καλλιεργούσε οπιούχες παπαρούνες κι έβαζε ένα-δυο σπόρια στο τσάι της για τους πόνους! Όμως η αλλοτρίωση από τις ουσίες και η τοξικοεξάρτηση σε μαζική κλίμακα είναι φαινόμενο των δύο τελευταίων αιώνων: σχετίζεται αφενός με την αφθονία και την ευκολία πρόσβασης σε αυτές, αφετέρου με συγκεκριμένες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις. Εδώ υπεισέρχεται φυσικά και η προσωπική ευθύνη του καθενός, δεν μπορούμε να τα ρίχνουμε όλα στο σύστημα. Ακόμα και για την απεξάρτηση είναι θεμελιώδης παράγοντας η δύναμη της θέλησης.

 

— Ένα σύστημα, ωστόσο, αυταρχικό όσο και υποκριτικό, που εκμεταλλεύεται ποικιλότροπα το καθεστώς της απαγόρευσης.

Φυσικά και συμβαίνει αυτό και όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, τα κέρδη του λαθρεμπορίου κ.λπ. Ο εξαρτημένος ταυτίζεται με τον εγκληματία και είναι γνωστό ότι όσο το σύστημα καταδιώκει, υποτίθεται, το έγκλημα, άλλο τόσο το έχει ανάγκη, γιατί ο φόβος και η ανασφάλεια δικαιολογούν και τη δική του ύπαρξη. Ελέγχει, λοιπόν, τον μισό πληθυσμό με τις εξαρτήσεις και τον άλλο μισό με την καταστολή και τον φόβο.

 

Όνομα: Ιωάννης Σ., ηλικία: 20, επάγγελμα: πλαστογοποιός [πλαστιγγοποιός], πατρίς: Πύργος Ηλείας, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 6-5-1946, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)
Όνομα: Ιωάννης Σ., ηλικία: 20, επάγγελμα: πλαστογοποιός [πλαστιγγοποιός], πατρίς: Πύργος Ηλείας, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 6-5-1946, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)

 

— «Ναι» στη φαρμακευτική κάνναβη;

Βεβαίως πρέπει να συνταγογραφείται ελεύθερα για τις παθήσεις για τις οποίες ενδείκνυται, όμως αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες σχετικά με το ποιος λαμβάνει τι και γιατί, ώστε να μη δημιουργηθεί άλλο ένα  παρεμπόριο.

 

— Θα συμφωνούσατε ότι υπάρχουν εντούτοις ουσίες που αν χρησιμοποιηθούν σωστά, μπορούν πράγματι να διευρύνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενσυναίσθηση;

Ναι, σαφώς και μπορούν πράγματι να συμβάλουν στην πνευματική και καλλιτεχνική παραγωγή, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, γιατί η αλόγιστη χρήση μπορεί να επιφέρει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Γι' αυτό και πιστεύω ότι οι νέοι είναι καλύτερα να μένουν μακριά τους.


— Εσείς, αλήθεια, πώς αποφασίσατε να δραστηριοποιηθείτε σε θεραπευτική κοινότητα;

Δεν το είχα προγραμματίσει, απλώς συνέβη! Η εποχή ήταν τα ανήσυχα '80s και η πρωτοβουλία περισσότερο συλλογική – συχνά τα καλά πράγματα ξεκινούν αυθόρμητα, από μικρές ομάδες. Αρκετοί βρεθήκαμε, βλέπεις, τότε να έχουμε έναν ή περισσότερους εξαρτημένους φίλους ή συγγενείς κι αυτό ευαισθητοποίησε ιδιαίτερα κάποιους από μας. Πιστεύω, άλλωστε, ότι το να γλιτώσεις κάποιον από την εξάρτηση και την αλλοτρίωσή της δεν συνιστά φιλανθρωπία αλλά μια πράξη βαθιά πολιτική. Ακόμα, λοιπόν, κι αν μόλις ένας στους δέκα εξαρτημένους στην Ελλάδα απευθύνεται σε κάποιο πρόγραμμα, έχει ανεκτίμητη αξία να καταφέρεις να βοηθήσεις έστω κι αυτόν μόνο να ξεκόψει!

 

— Κάποια ιστορία ή φυσιογνωμία εξαρτημένου που να σας αποτυπώθηκε;

Α, πολλές, βιβλίο ολόκληρο... Θα μνημονεύσω όμως τον Μήτσο τον Σεβάσμιο, έναν 30χρονο εξαρτημένο από ηρωίνη που γνώρισα δουλεύοντας στις φυλακές τέλη της δεκαετίας του '80. Του είχαν κολλήσει αυτό το παρατσούκλι οι συγκρατούμενοι για τον σπάνιο χαρακτήρα και το ήθος που τον διέκρινε. Έχοντας, λοιπόν, δέκα χρόνια ήδη στην πλάτη, ο Μήτσος αποφάσισε να μπει στο πρόγραμμα κι επειδή ήμασταν λίγοι οι θεραπευτές, τα δύσκολα βράδια αναλάμβανε εκείνος να κρατά τους νεότερους, ξενυχτώντας μαζί τους. Εκεί όμως που είχε ξεπεράσει την εξάρτηση, τον χτύπησε δυστυχώς ένας καρκίνος αγιάτρευτος που τον πονούσε πολύ. Οι γιατροί σύστησαν μορφίνη, εντούτοις αρνήθηκε – είχε τόσο σιχαθεί την πρότερη κατάστασή του, ώστε προτίμησε να φύγει υποφέροντας μεν αλλά «καθαρός»!

 

Όνομα: Ιωάννης Λ., ηλικία: 35, επάγγελμα: εργάτης, πατρίς: Σπέτσαι, τόπος κατοικίας: Πειραιεύς, ημερομηνία εισαγωγής: 29.12.1942, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)
Όνομα: Ιωάννης Λ., ηλικία: 35, επάγγελμα: εργάτης, πατρίς: Σπέτσαι, τόπος κατοικίας: Πειραιεύς, ημερομηνία εισαγωγής: 29.12.1942, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)
Όνομα: Ευάγγελος Π., ηλικία: 42, επάγγελμα: αμμοκονιαστής, πατρίς: Σπάρτη, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 20-12-1943, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)
Όνομα: Ευάγγελος Π., ηλικία: 42, επάγγελμα: αμμοκονιαστής, πατρίς: Σπάρτη, τόπος κατοικίας: Αθήναι, ημερομηνία εισαγωγής: 20-12-1943, διάγνωση: τοξικομανία (ηρωίνη)

 

Oι φωτογραφίες είναι εξαρτημένων του Μεσοπολέμου που νοσηλεύτηκαν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο (Δαφνί). Η αλλοίωσή τους οφείλεται στην υγρασία και στη σκουριά από τις καρφίτσες συρραφής τους σε αιτήσεις, βεβαιώσεις και πιστοποιητικά.

 

Μαθήτευσε στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας και το αθηναϊκό underground press. Ως επαγγελματίας γραφιάς συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τις εκδόσεις Τερζόπουλος, τον ΔΟΛ, την Ελευθεροτυπία, το free press Metropolis, τα περιοδικά 01, 10% και Υποβρύχιο. Aρθρογραφεί τακτικά στην έντυπη και την ηλεκτρονική Lifo. Έχει επίσης ασχοληθεί με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ