Ο Ρίτσαρντ Φλάναγκαν από την Τασμανία, ό,τι καλύτερο έβγαλε τα τελευταία χρόνια η Αυστραλία στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή, πριν ξεχωρίσει με την «Άγνωστη Τρομοκράτισσα» και το «Εγχειρίδιο Ιχθύων» (Άγρα), πριν τιμηθεί με το διεθνές Μan Booker για το συγκλονιστικό «Μονοπάτι για τα βάθη του βορρά» (Ψυχογιός), δημοσίευσε το '97 ένα μυθιστόρημα που φρόντισε να το μεταφέρει και στον κινηματογράφο, υπογράφοντας ο ίδιος τη σκηνοθεσία και το σενάριο. Τίτλος του, «The sound of one hand clapping», «Ο ήχος του ενός χεριού», όπως αποδόθηκε στα ελληνικά (μτφρ. Γ. Μπλάνας, εκδ. Ψυχογιός). Ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο, την προσφυγιά, τη διάψευση, τα μπουκωμένα αισθήματα και την αγάπη που όλα τα νικάει, με άξονα την τρικυμιώδη σχέση ενός πατέρα και μιας κόρης στη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών. Μια ιστορία που σε αναστατώνει, γεμάτη ποίηση και φρίκη, που «εάν μπορούσε να ειπωθεί σωστά, θα περιλάμβανε όλη τη γη».


Εάν αυτή η ιστορία μπορούσε να ειπωθεί σωστά, γράφει ο Φλάναγκαν, θ' αγκάλιαζε έναν ωκεανό αναμνήσεων και ονείρων. Κι εμείς, λέει, αν κοιτάζαμε από ψηλά, στον αφρό των κυμάτων του, θα βλέπαμε να ξεβράζονται κοπάδια Πολωνών, Γερμανών, Γιουγκοσλάβων, Ιταλών, Τσέχων, καραβάνια Ευρωπαίων προσφύγων στην Αυστραλία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Με τα μυαλά καμένα από τις θηριωδίες του πολέμου και την καρδιά γεμάτη ελπίδα, οι «ρέφο», όπως αποκαλούνταν στην αυστραλέζικη αργκό, αναζητούσαν στον νέο τόπο το ουράνιο τόξο της ευημερίας, μια υπόσχεση ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν παρά φτηνά εργατικά χέρια. Για ένα κομμάτι ψωμί κι ένα δωμάτιο-κελί θα ζούσαν σαν τα σκυλιά σπάζοντας βράχους, αντιμέτωποι με τον ρατσισμό και τους εφιάλτες τους. Στα μέσα της δεκαετίας του '50, σε μέρη όπως η Τασμανία, με τα άγρια ποτάμια, τα ακόμα πιο άγρια βουνά και το απέραντο τροπικό δάσος, άνθιζαν οι κατασκευές υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Κι όσο προχωρούσε ο εκβιομηχανισμός, τόσο περισσότεροι «ρέφο» βυθίζονταν στον «ξινισμένο βάλτο της μοναξιάς και της μονοτονίας», ανάμεσα στο σκοτεινό παρελθόν και στο αδιέξοδο μέλλον τους.

 

Αν εκείνοι ξεμένουν από λέξεις, ο Αυστραλός συγγραφέας διαθέτει τεράστιο απόθεμα για να μας δείξει τον αγώνα τους να επανασυνδεθούν.


Από δω ξεκινά την ιστορία του ο Φλάναγκαν: από το 1954, στη γενέτειρά του, την Τασμανία, τη στιγμή που ο μικρόκοσμος του ήρωά του Μπόγιαν Μπίλο, πρόσφυγα από τη Σλοβενία, διαλύεται. Η γυναίκα του Μαρία που είχε δει τους δικούς της να δολοφονούνται από τους φασίστες, τρελαμένη από τη θλίψη, τον εγκαταλείπει, αφήνοντάς τον με τη Σόνια, την τρίχρονη κόρη τους. Το μυστήριο που καλύπτει την εξαφάνιση της Μαρίας στοιχειώνει απ' άκρη σ' άκρη το βιβλίο, όπως στοιχειώνει και τα όνειρα της Σόνια που είχε δει με τα μάτια της, το μοιραίο εκείνο βράδυ, τη μάνα της να φεύγει από τον καταυλισμό. Μια σκηνή που αποτελεί σταθερό μοτίβο και της ταινίας, όπου την ενήλικη Σόνια ερμηνεύει η υπέροχη Κέρι Φοξ.

 

Ο 56χρονος Φλάναγκαν, μολονότι γεννημένος σ' έναν τόπο με μικρή λογοτεχνική παράδοση, ονειρευόταν από παιδί να γίνει συγγραφέας.
Ο 56χρονος Φλάναγκαν, μολονότι γεννημένος σ' έναν τόπο με μικρή λογοτεχνική παράδοση, ονειρευόταν από παιδί να γίνει συγγραφέας.

 

Πώς ένας πράος, τρυφερός άντρας, αποκτηνώνεται; Πόση αυτολύπηση χρειάζεται κανείς για ν' απονεκρωθεί; Πώς ένα πληγωμένο κορίτσι ψυχραίνεται πατόκορφα; Τι συμβαίνει όταν κακοφορμίζουν τα οικογενειακά μυστικά; Με διαρκή πισωγυρίσματα στον χρόνο και συνεχείς εναλλαγές ποιητικής πρόζας και ρεαλισμού, η αφήγηση του Φλάναγκαν εκτείνεται ως το 1989, εστιάζοντας σ' εκείνες τις κρίσιμες στιγμές κατά τις οποίες πατέρας και κόρη, σφραγισμένοι από την απώλεια, αρχίζουν ν' απομακρύνονται, μέχρι που αποξενώνονται.


Ο ηττημένος Μπόγιαν με τα σπαστά αγγλικά του και τα βίαια ξεσπάσματά του και η έφηβη Σόνια που εξακολουθεί να αγνοεί τι απέγινε η μητέρα της φτάνουν σ' ένα σημείο που δεν μπορούν να συνεννοηθούν. Χρησιμοποιούν τις λέξεις μηχανικά. Η λέξη αγάπη –«προσοχή: η λέξη, όχι η σημασία της»− έχει τόσο πολύ εξοριστεί από τη γλώσσα και τον νου τους, «που δεν αντιλαμβάνονται την παράξενη απουσία της». Αν όμως εκείνοι ξεμένουν από λέξεις, ο Αυστραλός συγγραφέας διαθέτει τεράστιο απόθεμα για να μας δείξει τον αγώνα τους να επανασυνδεθούν. Τη χρονιά που πέφτει το Τείχος, τη στιγμή που η Ιστορία αλλάζει και πάλι τροχιά, η έγκυος πλέον Σόνια επιστρέφει στη γενέτειρά της με την ελπίδα να ενώσει τα σπασμένα κομμάτια αυτής της ιστορίας...


Απόγονος Ιρλανδών καταδίκων που μεταφέρθηκαν στην Τασμανία μέσα του 19ου αιώνα (ο ένας προπάππους του είχε καταδικαστεί για κλοπή τροφίμων σε χρόνια λιμού και ο άλλος για την επαναστατική του δράση ενάντια στους Εγγλέζους) και γιος πρώην αιχμαλώτου πολέμου από τους Ιάπωνες, ο οποίος επέζησε από τα καταναγκαστικά έργα του διαβόητου «Σιδηρόδρομου του Θανάτου» (από εκεί εμπνεύστηκε ο ίδιος το «Μονοπάτι για τα βάθη του Βορρά»), ο 56χρονος Φλάναγκαν, μολονότι γεννημένος σ' έναν τόπο με μικρή λογοτεχνική παράδοση, ονειρευόταν από παιδί να γίνει συγγραφέας. Έφηβος παράτησε το σχολείο. Αργότερα, όμως, γράφτηκε στο πανεπιστήμιο, κέρδισε και μια υποτροφία στην Οξφόρδη, όπου μελέτησε διαχρονικά τη βρετανική ανεργία, και σήμερα, με Σλοβένα σύζυγο και τρεις κόρες, ζει στην Τασμανία, σαρώνοντας λογοτεχνικά βραβεία. Υπέρμαχος της προστασίας των τροπικών δασών, ακτιβιστής και ενίοτε ρεπόρτερ, με τις κεραίες τεντωμένες για όσα συμβαίνουν στον πλανήτη, αντλεί από τον τόπο του ιστορίες στις οποίες χτυπάνε φλέβες παντού. Είμαστε τυχεροί που έχουμε πρόσβαση στα βιβλία του.