Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
18.11.2017
Νέα εξαιρετικά δείγματα γραφής από δύο Έλληνες συγγραφείς
ΒΙΒΛΙΟ

Νέα εξαιρετικά δείγματα γραφής από δύο Έλληνες συγγραφείς

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης και ο Χρήστος Αγγελάκος, ξαναφέρνουν με τα νέα τους βιβλία στο προσκήνιο τον έρωτα και ανατέμνουν την απόλυτη κυριαρχία του σώματος

Νέα εξαιρετικά δείγματα γραφής από δύο Έλληνες συγγραφείς

Ήταν καιρός ένας συγγραφέας να μιλήσει, με τρόπο ουσιαστικό, για τον έρωτα, για τις συγκρούσεις και τις ψευδαισθήσεις, τα φλεγόμενα σώματα και τις ιδρωμένες συνειδήσεις, την παραφορά και τις παρεξηγήσεις, το εγκλωβισμένο εγώ –κυρίως αυτό– που δεν καίγεται ποτέ. Ο τίτλος του νέου βιβλίου του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Ίσως την επόμενη φορά, κρυπτικός και ειρωνικός, τα λέει όλα εξαρχής, ξεδιπλώνοντας την ιστορία δύο ανθρώπων που συναντήθηκαν και ερωτεύτηκαν, αλλά εξαιτίας μιας παρεξήγησης δεν κατάφεραν να συνυπάρξουν, αφήνοντας την τύχη να αποφασίσει για την ίδια τους την αδυναμία. Χωρίς καμία διάθεση να ξεπεράσουν την αυτοαναφορικότητά τους, δεν δοκίμασαν καν τη χαρά της συνύπαρξης: πιστεύοντας ότι έπεσαν θύματα αμοιβαίας εξαπάτησης, τελείωσαν μια ιστορία προτού καν αρχίσει – τι άλλο μπορεί να συμβεί την εποχή της αποσπασματικότητας και του τυχαίου;

 

Τα κλισέ που επανέρχονται σαν φευγαλέα σύννεφα στο μυαλό του καθενός για τη γυναικεία ή την ανδρική φύση, αλλά και για τον κόσμο, την πολιτική ή τη λογοτεχνία, λειτουργούν έτσι κι αλλιώς αποτρεπτικά όσον αφορά το άνοιγμα στον Άλλο, ενισχύοντας την αποπροσωποποίηση. Το θαύμα δεν συμβαίνει και τελεί διαρκώς υπό αναβολή ακριβώς επειδή κανείς δεν το επιτρέπει: ο ένας γιατί θεωρεί ότι εξαπατήθηκε, η άλλη γιατί έπεσε θύμα μιας πιθανής κακοποίησης. Τίποτα, όμως, δεν είναι αυτό που φαίνεται σε ένα πανέξυπνο βιβλίο, πανούργα γραμμένο, για την εποχή του ασήμαντου και του τυχαίου: «Στην κορυφή της λίστας των συχνότερα κληροδοτούμενων δεινών βρίσκεται η προδιάθεση για ασημαντότητα. Κυριολεκτικά, οι άνθρωποι είναι κατασκευασμένοι να τα κάνουν θάλασσα σχεδόν με ό,τι καταπιάνονται.Το μόνο που τους διασώζει από τα αλλεπάλληλα ναυάγια είναι πως όσο λίγα και αν είναι αυτά που πετυχαίνουν, καταφέρνουν να τη βγάζουν με ακόμη λιγότερα. Το ότι συνεχίζουν να ζουν ακόμη και όταν δεν έχουν κάποιον ιδιαίτερο λόγο είναι ασφαλώς αξιοθαύμαστο. Για τους περισσότερους, ένας-δυο εθισμοί αρκούν για να αντιμετωπίσουν με κάποια επιτυχία την κλιμακούμενη δυσφορία που αργά ή γρήγορα προκαλεί σε όλους η καθημερινότητα, όταν αρχίζει να επαναλαμβάνεται αμετάβλητη».

 

Βάζουμε τη ζωή μας στις ταινίες, και οι ταινίες μας γεμίζουν με σκηνές που δεν ζήσαμε, και μετά ζούμε αυτά που φανταστήκαμε. Μην κοιτάς που τελειώνουν και ψοφάμε σαν τα σκυλιά στην Εθνική κι αρπάζουμε την ντουντούκα και φωνάζουμε πάμε και cut.


Το θάμβος δεν εμφανίζεται, λοιπόν, ούτε καν στις πιο καίριες στιγμές, ούτε και όταν γοητεύεται ο ένας από τον άλλο, όταν τα σώματα παίρνουν την πρωτοκαθεδρία και αναζητούν απεγνωσμένα να καούν από το πάθος. Οι απόλυτα ρεαλιστικές στιγμές της συνουσίας περιγράφονται με ακρίβεια από τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη, κάτι από μόνο του αξιέπαινο, καθώς είναι δύσκολο να αποδοθεί με επάρκεια μια καλή ερωτική σκηνή, χωρίς να διολισθήσει στην ευκολία του πορνό, ειδικά εδώ όπου η αφήγηση μοιράζεται στα δύο, στης γυναίκας και στου άνδρα.

 

Αγκαλιάσματα, εσωτερικές σκέψεις την ώρα της πράξης, διεισδύσεις, πεολειχίες, οι σκηνές αποδίδονται με ακρίβεια και σε κάθε λεπτομέρεια, ενδεικτικές της απόλυτης κυριαρχίας που έχει η σωματικότητα στον έρωτα. Τα πάντα είναι σώμα και, όπως γράφει εύστοχα ο Τζαμιώτης στο μότο του βιβλίου, παραπέμποντας στον Γιώργο Χειμώνα, «άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει». Η αλήθεια του σώματος επιβάλλει τα δικά της αρχετυπικά κριτήρια και ορίζει με ακρίβεια τους ανδρικούς ή γυναικείους ρόλους, διαμορφώνοντας τα πεδία όπου θα ξεδιπλωθεί η αιώνια μάχη του έρωτα. Το σώμα δεν ψεύδεται και δεν μπορεί να αντισταθεί στην αλήθεια που επιβάλλει η φύση για το ίδιο πέρα και πολύ μακριά από την παραπλανητική εικόνα που τρέφουν οι άνθρωποι για την ερωτική συνύπαρξη, ως κοινωνική κατασκευή πια.


Όχι τυχαία, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η όμορφη Βασιλική, θέλει να νομίζει ότι είναι μια ανεξάρτητη οικονομικά και δυναμική γυναίκα, μεγαλωμένη σε ένα φιλελεύθερο περιβάλλον με τις απαραίτητες σπουδές και γλώσσες, ενώ κατ' ουσίαν είναι εγκλωβισμένη στις συντηρητικές αρχές μιας ισοπεδωτικής εξίσωσης για τους ποδηλάτες, τους μετανάστες, το περιβάλλον και πολλά άλλα που χάσκουν ανυπεράσπιστα στα χέρια της. Αλλά και ο «καταραμένος» συγγραφέας Πέτρος δεν αφήνεται να μετατοπιστεί από έναν προδιαγεγραμμένο αποκλεισμό των άλλων –πράγμα μάλλον άσχημο για έναν δημιουργό–, απόδειξη της μέτριας τελικά λογοτεχνίας που καταθέτει.

 

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης. Φωτο: Θανάσης Καρατζάς/LIFO
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης. Φωτο: Θανάσης Καρατζάς/LIFO

 

Άνθρωποι με περιορισμένα περιθώρια αλλαγής, οι οποίοι ωστόσο αφήνουν τα πάντα ανοιχτά στο ενδεχόμενο, πιστεύοντας ότι «ίσως την επόμενη φορά» ερωτευτούν πραγματικά, «ίσως την επόμενη φορά» νιώσουν, «ίσως την επόμενη φορά» αποδειχτούν άλλοι, λιγότερο λειψοί. Ένα διαφορετικό ερωτικό μυθιστόρημα από έναν συγγραφέα που έχει δώσει δείγματα ότι είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπος της σωματικότητας, που αντιστέκεται ακόμα σε έναν κόσμο που έχει διαμορφωθεί για να ελέγχει, να εξαπατά και να χειραγωγεί.

 

Άσε τα σώματα να μιλήσουν και θα τα πουν όλα: τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να φώναξε η Μούσα στο αυτί του Χρήστου Αγγελάκου όταν άρχισε να ξετυλίγει άλλο ένα μυθιστόρημα για τον πρώτο λόγο, την πρώτη ματιά και ανάσα, αφήνοντας την ενέργεια της σάρκας να εκραγεί. Και η καύτρα που καίει τα παράνομα τσιγάρα που καπνίζουν διαρκώς οι πρωταγωνιστές τα παίρνει όλα σβάρνα, υπαγορεύοντας τη δύναμη της αφήγησης, που δεν είναι άλλη από τη βιωμένη πραγματικότητα σε ηλικίες όπου όλα φαντάζουν δυνατά και ανέλπιστα, ακριβώς επειδή είναι τόσο έντονα και ηχηρά.

 

Κανείς δεν ξεχνάει την πρώτη συνουσία, τα σαλιωμένα φιλιά, την ηδονή και την απελπισία, τους αυνανισμούς, την παραφορά, τις συνωμοτικές συνευρέσεις πάνω σε ένα χαλί και σε ένα ξεχαρβαλωμένο στρώμα με μοναδική παρουσία το αγαπημένο σκυλί. Σάμπως ο συγγραφέας να προσπαθεί να χωρέσει στο βιβλίο του έναν ανεξάντλητο κόσμο ελευθερίας χωρίς κανένα έλεος και, το κυριότερο, χωρίς παρηγοριά. Η ασφάλεια δεν ταιριάζει, άλλωστε, με το πάθος, ούτε η ποίηση με την ανάγκη και στους Ψεύτικους Διδύμους όλα καταλήγουν να είναι αδιαμεσολάβητη τέχνη: «Βάζουμε τη ζωή μας στις ταινίες, και οι ταινίες μας γεμίζουν με σκηνές που δεν ζήσαμε, και μετά ζούμε αυτά που φανταστήκαμε. Μην κοιτάς που τελειώνουν και ψοφάμε σαν τα σκυλιά στην Εθνική κι αρπάζουμε την ντουντούκα και φωνάζουμε πάμε και cut». Το φανταστικό γίνεται πραγματικό και η τρέλα μετατρέπεται σε κανονικότητα σε μια αφήγηση που φαντάζει σαν ένα ανεξάντλητο ποίημα της ίδιας της νεότητας ως κατάστασης και ως θέσης: «Αυτό είναι ψύχωση. Να τρως σελίδες με γράμματα που γίνονται σύννεφα και πουλιά».

 

Χρήστος Αγγελάκος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Χρήστος Αγγελάκος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 
Δύο έφηβοι, ο Ιβ και ο Νικ, που ζουν τη φιλία και την αγωνία της σάρκας όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και οι δυο τους με την Ισμήνη σε ένα εντελώς αρχαϊκό τρίγωνο, όπως και η Ισμήνη με τον Νικ και την Εύα. Με τη διαφορά ότι όλοι αυτοί οι υποτιθέμενοι δίδυμοι εμπλέκονται σε ερωτικά τρίγωνα χωρίς περαιτέρω δεσμούς με τους πραγματικούς δίδυμους της ιστορίας, που είναι ο Ιβάν και ο Βίκτωρ, ο μοναδικός ίσως ήρωας που δεν υπάγεται σε τριάδα. Ερωτευμένος παράφορα με τη Ραμόν, ο Βίκτωρας μοιάζει κατευθείαν βγαλμένος από τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, σκοτεινός και παραδομένος σε κάθε είδους εξαρτήσεις και εξάρσεις.

 

Όλοι μαζί βρίσκονται να εμπλέκονται σε μια κινηματογραφική ταινία, αναλαμβάνοντας άλλοτε τον ρόλο του πρωταγωνιστή και άλλοτε του κομπάρσου, δοκιμάζοντας τη γοητεία του ψευδεπίγραφου εαυτού την εποχή της εικόνας. Θα μπορούσαν κάλλιστα όμως, αντί για Ιβ και Νικ, να λέγονται Βερλέν και Ρεμπό, Ζιλ και Τζιμ ή ξέφρενα Άλογα της Πάτι Σμιθ, Όνειρα του Κουροσάβα, ορμητικές θάλασσες, γυμνά βράχια λουσμένα στο φως της Πελοποννήσου – το πραγματικό φόντο της αφήγησης ή, όπως επιμένει ο Αγγελάκος, «το φως της Πελοποννήσου είναι τόπος». Αντιστικτικά ως προς τις παράφορες και ελεύθερες φωνές των εφήβων λειτουργεί η ερωτευμένη, σκοτεινή, παραδομένη στις εξαρτήσεις και τα πατρικά πρότυπα φωνή του Βίκτωρα που ξέρει τι είναι «έρωτας, κι έρωτας θα πει να διασχίζεις τυφλός τα σκοτεινά τοπία. Γι' αυτό σκοντάφτουν όλοι, και γιατί ο ήλιος, όταν ερωτεύεσαι, είναι μισός σκοτάδι» – πώς αλλιώς;

 

Διασχίζοντας με τις λέξεις του μια τεράστια απόσταση από το σκοτάδι στο φως, ο Αγγελάκος συναρμόζει τις δύο πλευρές του κόσμου, αναζητώντας την αρχή της δημιουργίας του, και μας καλεί να βγούμε μια για πάντα από την κρύπτη γιατί «οι φωτεινοί άγγελοι δεν έχουν νόημα χωρίς τους σκοτεινούς. Όλοι τους θα γκρεμιστούν στο κενό του νοήματος γιατί το αφύσικο είναι ωραίο και ζουμερό σαν φρούτο». Είμαστε όλοι θνητοί αλλά και απόλυτα θεοί και όλοι πετάμε, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας, πάνω σε ένα ιπτάμενο χαλί που θα μας οδηγήσει στον παράδεισο ή την κόλαση, κανείς δεν ξέρει.

 

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αισθητική (Essex) και στην Πολιτική Θεωρία (LSE). Μετάφρασε βιβλία αγαπημένων της συγγραφέων (όπως Ντελέζ και Χόμπσμπαουμ) και από το 2000 έχει την ευτυχία να δημοσιογραφεί σε περιοδικά κι εφημερίδες.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ