Αυτό το βιβλίο είναι το πιο διασκεδαστικό ψυχολογικό θρίλερ που θα διαβάσετε φέτος. Πανέξυπνο, γρήγορο, με ανατροπές που δεν γίνεται να τις έχεις σκεφτεί μόνος σου από πριν και, κυρίως, κυνικό: εξ ου και τόσο διασκεδαστικό. Δεν ηθικολογεί πουθενά, δεν προτείνει στους ήρωές του τρόπους να ξεφύγουν από το έγκλημα, δεν είναι καν καλό μαζί τους, δεν τους χαϊδεύει και δεν τους χαρίζεται πουθενά. Και θα πω για τρίτη φορά τη λέξη «διασκεδαστικό», για να τονίσω πως δεν πρόκειται για κωμωδία, κάθε άλλο. Ούτε είναι όμως σε καμία περίπτωση ζοφερό και καταθλιπτικό. Είναι αστείο επειδή ακριβώς δεν παίρνει τίποτε στα σοβαρά. Ούτε τα κίνητρα των φόνων, ούτε τους ίδιους τους φόνους, ούτε το ψυχολογικό μπακγκράουντ των πρωταγωνιστών: τίποτε. Απλώς αφηγείται μία απίθανη (φυσικά) και εντελώς εξωπραγματική υπόθεση, στην οποία εμπλέκονται καλοί και κακοί, αθώοι και μη, για να αποδειχτεί, και μάλιστα όχι στο τέλος, πως κανείς δεν είναι ακριβώς αθώος – κανείς δεν είναι αθώος του αίματος. Και ότι σε κάποιους αξίζει, όχι ο θάνατος βέβαια, αλλά να είναι θύματα. Σχεδόν το επέλεξαν.

 

Μολονότι μοντέρνο, γρήγορο και δροσερό, το «Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος» είναι περισσότερο νουάρ, έχει μια «παλαιικότητα», μια πατίνα που το κάνει να θυμίζει μεγάλες στιγμές του είδους, και ίσως ακόμη-ακόμη και να τις παρωδεί.

 

Αλλά οι ήρωές του είναι ακόμη πιο ξεκάθαροι:

Όπως είπα και πριν, όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή. Αν σκοτώσεις τη γυναίκα σου, απλώς θα επισπεύσεις κάτι που θα συμβεί έτσι κι αλλιώς. Ταυτόχρονα, θα σώσεις κι άλλους ανθρώπους από τα νύχια της. Αυτή η γυναίκα είναι μείον. Έχει αρνητικό πρόσημο. Ο κόσμος μας είναι χειρότερος όσο ζει, αλλά και ό,τι έκανε σ' εσένα είναι χειρότερο από θάνατο. [...] Μόνη της έσκαψε τον λάκκο της.

 

Προφανώς και το βιβλίο του Peter Swanson θα θυμίσει σε πολλούς τις μεγάλες επιτυχίες των τελευταίων χρόνων «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» και «Το κορίτσι του τρένου» – αν και εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα κορίτσι· ούτε με κορίτσια μόνο. Ναι μεν συναντούμε τη μοναχική, αξιοπερίεργη, δυναμική και αποφασισμένη κοκκινομάλλα αουτσάιντερ που θέλει να ελέγχει τα πάντα, αλλά δίπλα της έχουμε και την υπέροχη-ξανθιά-με-σώμα-μοντέλου και φυσικά πάμπλουτη τριαντάχρονη που έχει τα πάντα μα που μπορεί να θέλει ακόμη περισσότερα (συμβαίνουν αυτά, αν και πάντα έχουν κακό τέλος), τον επίσης πάμπλουτο και ενοχλητικά όμορφο μα κατά τα άλλα μάλλον ανόητο επιχειρηματία που θέλει επίσης «το κάτι παραπάνω» (έναν τύπο που θα μας χαρίσει ένα υπέροχο twist), τον άβουλο αγαθό γίγαντα που κλαίει μπροστά σε μία «αδύναμη» γυναίκα σαν μωρό παιδί (όταν δεν ζυγίζει στο χέρι του ένα τεράστιο γαλλικό κλειδί, βέβαια...), έναν αποφυλακισμένο συγγραφέα που τα 'χει εντελώς χαμένα, και, μεταξύ διαφόρων άλλων, έναν από τους πιο συμπαθητικούς αστυνομικούς επιθεωρητές που θυμόμαστε από την πολύχρονη εμπειρία μας με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα σας αρέσει πολύ και θα θέλετε κι εσείς να τον ξαναδείτε σύντομα – με τη διαφορά πως μάλλον δεν θα ξαναεμφανιστεί, γιατί έχει τη θλιβερή συνήθεια να σκαρώνει κακόγουστα στιχάκια με σεξουαλικό περιεχόμενο... Α, και να μην ξεχάσουμε να σημειώσουμε για μία δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν με το παράθεμα) πως, όπως συχνά συμβαίνει και στην πραγματική ζωή, έτσι και εδώ: οι απιστίες πληρώνονται.

 

Πέραν των δύο προαναφερθέντων μυθιστορημάτων, ο αναγνώστης φυσικά θα θυμηθεί τον «Άγνωστο του εξπρές», αν και δεν πρόκειται καν περί δανείου: περισσότερο έχουμε να κάνουμε με κλείσιμο του ματιού στη Χάισμιθ, τον Τσάντλερ και τον Χίτσκοκ. Οπότε είναι καλοδεχούμενο. Γενικώς, μολονότι μοντέρνο, γρήγορο και δροσερό, το «Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος» είναι περισσότερο νουάρ, έχει μια «παλαιικότητα», μια πατίνα που το κάνει να θυμίζει μεγάλες στιγμές του είδους, και ίσως ακόμη-ακόμη και να τις παρωδεί. Αλλά με τον προσήκοντα σεβασμό.

 

 

 

Ο Swanson λατρεύει τις ηρωίδες του επίσης:

Σαν να μην έφτανε αυτό, σκέφτηκα και τη στιγμή που θα ξυπνούσε και θα με κοίταζε με τόση ευχαρίστηση στο πρόσωπό του, λέγοντας κάτι σαν, «Καλημέρα όμορφη». Αυτό ήταν το χειρότερο. Θα έπρεπε να χαμογελάσω, ενώ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήθελα να του ρίξω μια στα μούτρα για να του κοπεί το ηλίθιο χαμόγελο.

 

Και, επειδή μιλήσαμε για κυνισμό, ας μην περιμένει κανείς σκηνές με κυνηγητά, αίματα, σειρήνες, πυροβολισμούς και κομμένες ανάσες. Ή μάλλον, αναφορικά με τις «κομμένες ανάσες», ο Swanson έχει να μας πει αυτό:

Γονάτισα στο δάπεδο της θέσης του συνοδηγού. Έστρεψα το κεφάλι του προς το παράθυρο του οδηγού. Ήταν ακόμα γερμένο πίσω και υπήρχε ένα κενό ανάμεσα στον σβέρκο του και στο προσκέφαλο του καθίσματος. Κύκλωσα τον λαιμό του με το σύρμα της κρεμάστρας και έστριψα μαζί τις άκρες του έτσι ώστε το σύρμα να σφίξει. Έβγαλα από το σακίδιό μου το πολυεργαλείο Λέδερμαν και έκοψα το σύρμα που περίσσευε, έτσι ώστε να μείνει μόνο δύο-τρία εκατοστά στριφτό τελείωμα. Τσίμπησα το τελείωμα με την πένσα του Λέδερμαν και το έστριψα κι άλλο. Έσφιξα το σύρμα ώσπου να βεβαιωθώ ότι είχε πεθάνει.

 

Δεν έχουμε κάνει κανένα σπόιλερ, μην ανησυχείτε: σβήσαμε όλα τα ονόματα, αλλά ούτως ή άλλως το «Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος» μόνο με πολλά σπόιλερ μπορεί να αποδυναμωθεί.

 

Το βιβλίο, που έχει τιμηθεί με το βραβείο μυθιστορήματος New England Sociaty Book Award 2016, ενώ ήταν υποψήφιο και για το βραβείο αστυνομικού μυθιστορήματος Ian Flemming Steel Dagger 2015, θα γίνει μεγάλη επιτυχία.