Πλαίσιο. Ο Μπόρχες αγαπούσε τα λεγόμενα αστυνομικά αφηγήματα, διατεινόταν, και ορθά, ότι το μυθιστόρημα μυστηρίου διασώζει την τάξη σε καιρούς χάους και αταξίας. Στη χώρα μας άργησε να γίνει ευρέως αποδεκτό ως λογοτεχνία το είδος: βαλλόταν, βλέπετε, από όλες τις πολιτικές, το θεωρούσαν παρακατιανό και δεύτερο, δεν το έπαιρναν στα σοβαρά. Την αρχή την έκανε ο μακαρίτης Νικόλας Μπαλής όταν μετέφρασε και εξέδωσε, με σοβαρότητα και μεράκι, Ρέιμοντ Τσάντλερ. Ακολούθησε ο Σταύρος Πετσόπουλος, με την κλασική πλέον σειρά αστυνομικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Άγρα, και έκτοτε το είδος καθιερώθηκε. Οι εκδοτικοί οίκοι Μεταίχμιο και Ψυχογιός ειδικεύτηκαν ταχέως, και ευφυώς, στο σκανδιναβικό νουάρ, οι εκδόσεις Πόλις μάς κερνάνε συχνά-πυκνά γαλλικό νεο-νουάρ, ενώ πληθαίνουν οι Έλληνες συγγραφείς που καταπιάνονται τελεσφόρα με τη συγγραφή αστυνομικών. Ανάμεσά τους ο Κώστας Καλφόπουλος και ο Δημήτρης Μαμαλούκας, η Ευτυχία Γιαννάκη και η Χίλντα Παπαδημητρίου. Πιο πρόσφατο μυθιστόρημα της Παπαδημητρίου (Καλλιθέα, 1957) είναι η «Συχνότητα του θανάτου» (εκδ. Μεταίχμιο). Κεντρικός ήρωας κι εδώ, ο Χάρης Νικολόπουλος, γνώριμος και από τα δύο πρώτα μυθιστορήματα της Χίλντας, το «Για μια χούφτα βινύλια» (Μεταίχμιο, 2011) και το «Έχουν κακούς σκοπούς» (Μεταίχμιο, 2013). Γνώριμή μας είναι επίσης η ροκ ατμόσφαιρα, καθότι και εδώ η μουσική διαδραματίζει κεντρικό ρόλο, και σχεδόν σε κάθε σελίδα του βιβλίου, ανάμεσα στα φονικά, τους έρωτες, τις φιλίες και τις εξιχνιάσεις εγκλημάτων, ακούγονται εκλεκτά άσματα των Beatles, της Έιμι Γουάινχαουζ, των Bee Gees, του Ρίτσαρντ Χόλεϊ, των Blues Brothers, του Μπομπ Ντίλαν, της Μάριαν Φέιθφουλ, των Madrugada, του Ροντ Στιούαρτ και άλλων. Η Χίλντα, ως γνωστόν, διατηρούσε ένα από τα καλύτερα δισκάδικα του Λεκανοπεδίου στη Νέα Σμύρνη, έχει μεταφράσει την αυτοβιογραφία του φετινού νομπελίστα και αρθρογραφεί συστηματικά για τη ροκ.

 

Πλοκή. Ο φόνος μιας άστεγης, της Ασπασίας Μπενέτου, που συμβαίνει να έχει υπάρξει ηθοποιός και να σχετίζεται με έναν επίσης ηθοποιό και άστεγο, αλλά και ημίτρελο, τον Θύμιο Καραμπίνη, ο οποίος μανιωδώς στολίζει κάθε του φράση με ατάκες από έργα του Σαίξπηρ (εδώ η συγγραφέας κλείνει το μάτι στον Λούκυ Λουκ και στον Φρανκ Τζέιμς, τον αδελφό του Τζέσε Τζέιμς, που τσίταρε συνεχώς έργα του μεγάλου βάρδου). Στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Αθηνάς, στη Βαρβάκειο. Πιο κει, η εταιρεία MP3 (Music Power 3) που έχει ένα μπαρ, ένα περιοδικό και έναν ραδιοσταθμό, αλλά και που επιδίδεται σε όλες σχεδόν τις παρανομίες που μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Ο Χάρης Νικολόπουλος, συνεπικουρούμενος από τους συνεργάτες του στη ΓΑΔΑ, ήτοι τον Παρασκευά Γερασιμίδη και τη Μαρίτα Σπανουδάκη, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει το έγκλημα. Κι αυτό τον φέρνει στον λαβύρινθο της μουσικής σκηνής αλλά και στο φλεγόμενο σύμπαν του έρωτος, καθότι θα καθηλωθεί από το κάλλος της Μάγδας Παλαιολόγου, μιας μιγάδας με πράσινα μάτια και μπλε βλεφαρίδες, αλλά και μ᾽ ένα σωρό ράμματα για τη γούνα της. Ηχολήπτες ξυλοκοπούνται, μηχανόβιοι αναστατώνουν τον κόσμο, ίντριγκες και μηχανορραφίες περιπλέκουν το έργο του Νικολόπουλου, ο οποίος έχει, συν τοις άλλοις, να αντιμετωπίσει τον ευπρόσδεκτο για τον αναγνώστη χωρισμό του με μιαν ανυπόφορη προτεστάντισσα, πολιτικώς ορθή και χορτοφάγο Ολλανδέζα, την Μπετίνα, καθώς και τον απροσδόκητο έρωτά του για την πανέμορφη, αλλά παντελώς αναξιόπιστη καλλονή Μάγδα. Το έλα να δεις!

 

Πάθος. Στις σελίδες της «Συχνότητας του θανάτου» σοβεί το πάθος: πάθος για την αρχαία αλληλεγγύη και εντιμότητα, όπως στην περίπτωση της Ασπασίας και του Θύμιου- πάθος για το χρήμα και για την κοινωνική ισχύ, όπως στην περίπτωση των αρχιστελεχών της MP3- πάθος για τους Beatles και την προσήλωση στην καθημερινότητα του καθήκοντος, όπως στην περίπτωση του Νικολόπουλου~ πάθος για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, για τη σπασμωδική ομορφιά του, για τη λαβυρινθώδη ποίησή του, όπως στην περίπτωση της ίδιας της συγγραφέως, της Χίλντας Παπαδημητρίου. «Το παλιό κέντρο της Αθήνας μοιάζει με μικρό λαβύρινθο» γράφει η Χίλντα. «Μπορείς να πηγαίνεις από την πλατεία Κοτζιά στην Πλάκα κάθε μέρα, για μήνες, από διαφορετική διαδρομή». Και: «Όταν η κίνηση αποκαταστάθηκε, ο Θύμιος ανέβηκε την Ευαγγελιστρίας κι ύστερα την Κλειτίου. Εκεί αναστέναξε βαθιά. Θα έκοβε από τη Ρόμβης, που είναι καλός δρόμος. Τίποτα άσχημο δεν μπορεί να σου συμβεί σ᾽ έναν δρόμο που λέγεται Ρόμβης, γιατί έχει πάρει το όνομά του από ένα νησάκι απέναντι στο Τολό».