Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
23.01.2018
Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης γράφει ιστορίες τρόμου με φόντο τη...
ΒΙΒΛΙΟ

Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης γράφει ιστορίες τρόμου με φόντο τη θεσσαλική επαρχία

Τα σύντομα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο πρώτο βιβλίο του νεαρού συγγραφέα που φέρνει το folk horror στην ελληνική λογοτεχνία, ξεκίνησαν από το facebook!

Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO.
Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO.

Το διήγημα το προτιμάει τόσος κόσμος γιατί, λόγω μεγέθους, θεωρεί πως είναι κάτι αρκετά πιο εύκολο από το μυθιστόρημα, κάτι που δεν προφανώς δεν ισχύει για όποιον έχει ασχοληθεί σε μεγαλύτερο βαθμό με το είδος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Το διήγημα το προτιμάει τόσος κόσμος γιατί, λόγω μεγέθους, θεωρεί πως είναι κάτι αρκετά πιο εύκολο από το μυθιστόρημα, κάτι που δεν προφανώς δεν ισχύει για όποιον έχει ασχοληθεί σε μεγαλύτερο βαθμό με το είδος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Οι «Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας» ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2014 ως μια σελίδα στο facebook, η οποία έγινε από την αρχή πολύ δημοφιλής στους φίλους της λογοτεχνίας του φανταστικού. Οι σύντομες ιστορίες του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη με τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο γραφής ήταν ένας συνδυασμός παράδοξου, φαντασίας και τρόμου, φιλτραρισμένος μέσα από το φάσμα της παράδοσης και σαφείς αναφορές στις επιρροές του: το black metal και τη λογοτεχνία τρόμου. Το μεγάλο ενδιαφέρον είναι ότι –όσο και αν ο τίτλος σε ξεγελάει- δεν πρόκειται για μία λαογραφική καταγραφή ιστοριών της περιοχής της Θεσσαλίας, αλλά για καθαρή λογοτεχνία, μυθοπλασία που χρησιμοποιεί την περιοχή γύρω από την Καρδίτσα ως κύριο χώρο και μέσα στα γεωγραφικά αυτά πλαίσια τοποθετείται όλη η δράση των ιστοριών. Μπορείς άνετα να το τοποθετήσεις στο κύμα weird fiction και folk horror που τα τελευταία χρόνια αναβιώνει και ανθίζει στην αγγλική λογοτεχνία. Το βιβλίο με τον ίδιο τίτλο με τη σελίδα του facebook (Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας) που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Αντίποδες περιέχει τις περισσότερες από αυτές τις ιστορίες με νέο editing και ταξινομημένες ανά περιοχή, σε μία πολύ όμορφη έκδοση, με τις ιπτάμενες μάγισσες του William Holbrook στο εξώφυλλο καβάλα στα σκουπόξυλα.

 

Ήταν κάποτε ένας γέρος από το Καππά της Καρδίτσας, που δεν ξυρίστηκε ποτέ στη ζωή του. του έλεγαν οι χριστιανοί συγχωριανοί του να δοκιμάσει λίγο το λεπίδι, αλλά εκείνος αρνούνταν πεισματικά. Κοντολογίς, η απέχθεια του υπόλοιπου χωριού προς το πρόσωπό του φούντωσε τόσο που, όταν πέθανε, ξύρισαν κόντρα τα μάγουλα του νεκρού, μάζεψαν τα γένια σ’ ένα μεγάλο κουβάρι και το πέταξαν στο ρέμα.

Πέρασαν δυο βδομάδες, κι όποιος τύχαινε να πέρναγε βράδυ από το ρέμα άκουγε κλάματα. Ρώταγε ο περαστικός ποιος είναι εκεί και τα κλάματα σταμάταγαν, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε.

Κάποια στιγμή πέρασε από κει η παπαδιά, που είχε γεννήσει πρόσφατα, κι ακόμα κατέβαζε γάλα. Όταν άκουσε τα κλάματα, κατέβηκε κάτω στο ρέμα, γιατί και στη δική της την ψυχή και στου παπά έκαιγε η φλόγα της παράδοσης παλαιότερης από το χωριό και τον μεγάλο δρόμο, που αναγνώριζε φιλευσπλαχνία προς ζωντανό και νεκρό εξίσου. Ήταν οι μόνοι που είχαν αντιδράσει στη βεβήλωση του πεθαμένου.

Όταν έφτασε στην κοίτη του ρέματος, βρήκε ένα κεφάλι μωρού να ξεπροβάλλει μέσα από τις πεταμένες τρίχες του γέρου. Έκλαιγε και ζητούσε γάλα, κι η φωνή του ήταν η φωνή του γέρου. Η παπαδιά δεν σκιάχτηκε και του πρόσφερε από το δικό της, λέγοντάς του όμως να μην τη ματώσει με τα σουβλερά δόντια που φώτιζαν το στόμα του. Το κεφάλι ήπιε λαίμαργα, και μεγάλωσε ευθύς, έγινε τρανό ίσαμε την πλαγιά κι έκρυψε το φεγγάρι. Στα μάτια του σπίθιζε ηλικία και νους αταίριαστα με την όψη του, και είπε στην ευεργέτιδα, με τη γέρικη φωνή του να αντηχεί σε όλη τη ρεματιά, να πάρει τη μαγκούρα που βρισκόταν μέσα στα μούσια του και να τη βάλει μέσα στο φέρετρο του γέρου, αφού πρώτα σπάσει τη λαβή της. μετά να πάρει τον παπά και να φύγουν μακριά, παίρνοντας μαζί μόνο μία αγελάδα, μια κότα και όσα από τα υπάρχοντά τους μπορούσαν να κουβαλήσουν.

Η παπαδιά κατάλαβε πως αυτά τα λόγια, που ήταν βαριά σαν σίδερο, φορτωμένα με πίκρα και αδικία, προμήνυαν το χαμό των φαρμακόβουλων συγχωριανών της. πήρε τον παπά, ζώστηκαν όσα πράγματα μπορούσαν και κίνησαν με τη δύση του ήλιου προς τα βουνά, εκεί που η παλαιότερη θρησκεία είναι καλά ριζωμένη στα θεόρατα νταμάρια. Όταν βγήκαν στη ράχη πάνω απ’ το χωριό, άκουσαν από τη μεριά των σπιτιών τεράστιες ψαλιδιές και κραυγές, μέταλλο να κόβει μέταλλο. Και χαμογέλασαν, και πέταξαν αλάτι στο τελευταίο χωράφι του χωριού, για να μην φυτρώσει ξανά τίποτα. Μετά βάλανε το γράμμα Κάπα στο χάρτη, για να δείχνουν ότι από δω και πέρα ο τόπος αυτός θα είναι καταραμένος. (Μάλλιασε το Ρέμα).

 

Με το Χρυσόστομο συναντηθήκαμε στην πλατεία Κυψέλης, με τόση ζέστη που είχε ζαβλακώσει εντελώς τα περιστέρια.

 

Για μένα αυτή η λατρεία για την παράδοση έχει χροιά εξωτικότητας, για τα αστικά παιδιά τουλάχιστον – όταν για παράδειγμα οι μόνες στιβαρές εικόνες παράδοσης που δεχόντουσαν ήταν από βιβλία που εξυμνούσαν το παραδοσιακό Πάσχα στο χωριό.

 

— Πες μου μερικά πράγματα για σένα, με τι ασχολείσαι;

Τα τελευταία τρία χρόνια ασχολούμαι με αρθρογραφία και μουσικοκριτική. Μόλις γύρισα από την Ολλανδία και ασχολούμαι πλέον με την κειμενογραφία. Γενικά γράφω για μουσική στο Avopolis. Στο Σκρα-Punk γράφω για ποπ κουλτούρα ενώ έχω και μια μόνιμη στήλη στην οποία καταπιάνομαι με τον τρόμο. Παλιότερα έγραφα στο PC Master για RPG. Ουσιαστικά προσπάθησα, και κατάφερα έως ένα βαθμό, να συμβάλλω σε ποικίλο βαθμό στα περιοδικά με τα οποία μεγάλωσα. Έζησα ως παιδί για λίγο στη Θεσσαλονίκη αλλά κατά βάση μεγάλωσα στην Καρδίτσα. Το escaping ήταν κάτι που με καθόρισε ως έφηβο - το να προσπαθείς ως 16χρονος να ενταχθείς κάπου. Μόλις ανακάλυψα ότι υπάρχει μια φαντασιακή κοινότητα που ασχολείται με πράγματα με τα οποία δεν ασχολείται ο πολύς κόσμος -τα δημοφιλή παιδιά στις παρέες- ένιωσα πως βρήκα μια πρόσφορη φωλιά. Η ενασχόληση με τη φαντασία και τον τρόμο είναι ένα θέμα που έχει τις ρίζες της στην πρόωρη παιδική μου ηλικία, όπου ξεκίνησα να διαβάζω μυθολογία – η φανταστική λογοτεχνία ήταν μια φυσική προέκτασή της. Ακολούθησε η Enid Blyton την οποία άρχισα να διαβάζω γιατί έψαχνα κάτι που να ξεφεύγει από το κλασικό παιδικό βιβλίο –όπου για μένα δεν γινόταν τίποτα. Αναζητώντας το υπερφυσικό συνάντησα τους Μυστικούς 7, προχώρησα στις Ανατριχίλες του Ρόμπερτ Λ. Στάϊν και μετά ανακάλυψα τον Τόλκιν και τον Λάβκραφτ. Όλη η πιτσιρικαρία της επαρχίας στα ’90s που ένιωθε κοινωνικά παραγκωνισμένη είχε πάνω κάτω τα ίδια διαβάσματα και τα ίδια ακούσματα: τρόμο και metal. Συνδυάζονταν πάντα αυτά τα δύο, μιας και κατά κάποιον τρόπο έχουν κοινές αναφορές στην αποστασιοποίηση από την καθημερινότητα και τη γαργαλιστική υπόσχεση της πιθανότητας του να ξεχωρίσει κανείς δια της διαφοροποίησης από το μέσο όρο.

 

— Οι παγανιστικές δοξασίες με ποιον τρόπο σε ενδιέφεραν;

Ήθελα σε κάποια φάση να κάνω μία σελίδα με την οποία είχα σκοπό να επανοηματοδοτήσω το μέρος που μεγάλωσα ώστε αυτό να αποκτήσει μια αύρα παράξενου και μυστηρίου -να προσεγγίσει αυτό που τότε θα ήθελα να είναι η γειτονιά μου. Στα πρώτα post της σελίδας ήταν ξεκάθαρα η Καρδίτσα, η γειτονιά μου, με κάποιες φιγούρες πραγματικές, τον τρελό π.χ. της γειτονιάς την προσωπικότητα του οποίου την πήγα στα άκρα, περιγράφοντας αυτά που θα έπρεπε ιδανικά, για εμένα, να διατρέχουν τη συμπεριφορά του.

 

Με το Χρυσόστομο συναντηθήκαμε στην πλατεία Κυψέλης, με τόση ζέστη που είχε ζαβλακώσει εντελώς τα περιστέρια. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Με το Χρυσόστομο συναντηθήκαμε στην πλατεία Κυψέλης, με τόση ζέστη που είχε ζαβλακώσει εντελώς τα περιστέρια. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Έγραφες τις ιστορίες που άκουγες;

Όχι απαραίτητα. Το μόνο στοιχείο που παίρνω αυτούσιο είναι ο χώρος που διαδραματίζονται, από κει και πέρα γράφω επάνω του τις δικές μου επιρροές από βιβλία, ταινίες, και στίχους από τραγούδια.

 

— Και γράφεις μόνο μικρές ιστορίες;

Ναι, αυτό βγήκε λόγω του format του facebook.

 

— Έχει σχέση αυτό το format με την άνθιση του διηγήματος τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα; Το ότι πρέπει να τα πεις όλα με λίγες λέξεις; 

Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που ισχύει. Μιλώντας για μένα, μπορώ να πω πως το μυθιστόρημα φαντάζει «βουνό», γιατί νομίζω πως θα πλατειάζω. Οι 500-1000 λέξεις είναι το ιδανικό format στο Facebook για να πάρει μπρος η σελίδα και για να κρατήσει το κοινό της. Αν ο άλλος δει ένα κατεβατό, δεν πρόκειται να το διαβάσει. Το διήγημα το προτιμάει τόσος κόσμος γιατί, λόγω μεγέθους, θεωρεί πως είναι κάτι αρκετά πιο εύκολο από το μυθιστόρημα, κάτι που προφανώς δεν ισχύει για όποιον έχει ασχοληθεί σε μεγαλύτερο βαθμό με αυτό το είδος.

 

— Αν διαβάσει κάποιος μόνο τον τίτλο του βιβλίου σου θα μπορούσε να το θεωρήσει μια μελέτη για την παράδοση της Θεσσαλίας, κάτι που δεν ισχύει. Εσύ που το τοποθετείς;

Αν το τοποθετούσα σε κάποιο ράφι στο βιβλιοπωλείο, μάλλον αυτό θα ήταν στη λογοτεχνία τρόμου. Έχουν ήδη ρωτήσει από βιβλιοπωλεία πού θα έπρεπε να μπει, επειδή αρκετοί το θεωρούν λαογραφική μελέτη λόγω του τίτλου. Υπάρχει ένας αριθμός ανθρώπων που στέλνουν μηνύματα στη σελίδα για να ρωτήσουν πού βρήκα την τάδε παράδοση, σε ποιο χωριό, και καταλήγω να τους εξηγώ ότι πρόκειται για δικές μου ιστορίες, για fiction, πως δεν έχουν να κάνουν με μια λαογραφική μελέτη.

 

— Πώς σου φαίνεται, αλήθεια, αυτό το trend της παράδοσης που την βρίσκεις πια όλη την ώρα μπροστά σου, από τη μουσική και τη λογοτεχνία μέχρι και τις διαφημίσεις;

Νομίζω ότι γενικότερα εντάσσεται στο όλο κίνημα αναβίωσης της νοσταλγίας που έχει πάρει μπρος εδώ και καμία δεκαριά χρόνια. Προσπαθούν να αντλήσουν από κάτι που το θεωρούν εντελώς άχρονο. Πέφτουν πάνω του χωρίς να προσπαθήσουν να το επεξεργαστούν λίγο παραπάνω, να το φιλτράρουν. Αυτό το φιλτράρισμα είναι κάτι που για μένα θα έπρεπε να γίνεται, ιδανικά αφαιρώντας τα πολλά προβληματικά στοιχεία που εμπεριέχει αυτή η κατασκευασμένη έννοια της παράδοσης, η οποία θα πρέπει να επανατοποθετείται στο σήμερα. Θα έπρεπε να νοσταλγούμε, δηλαδή, με τους δικούς μας όρους.

 

— Ποια είναι η δικιά σου αντίληψη για την παράδοση;

Θεωρώ πως είναι μια έννοια πασπαρτού, που φαίνεται πολύ αθώα στα μάτια του κοινού. Μια ωραιοποίηση του παρελθόντος, την οποία δεχόμαστε στην πλειάδα των περιπτώσεων είτε ως κάτι γραφικό, είτε ως μια πηγή σταθερότητας εν μέσω του κλυδωνιζόμενου σύγχρονου κόσμου, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψιν τις ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν στο σχηματισμό της εκάστοτε πτυχής της. Τελείως προσωπικά, πρέπει, επίσης, να δηλώσω πως η παράδοση -και ό,τι αυτή έφερε πάνω της- είναι κάτι με το οποία ασχολήθηκα τα τελευταία δέκα (με το ζόρι) χρόνια – προηγουμένως σιχαινόμουν πραγματικά τις περισσότερες εκφάνσεις της, μιας και έβλεπα σε αυτή συντηρητικότητα και αρτηριοσκλήρωση.

 

— Ίσως επειδή δεν ασχολήθηκε κανείς μαζί της με νέο τρόπο, να την φιλτράρει και να φτιάξει με αυτή νέα πράγματα, με τον τρόπο που φιλτραρίστηκε στην Αγγλία από το κίνημα της «hauntology».

Στην Ελλάδα δεν έγινε ποτέ αυτό, δεν ασχολήθηκε κάποιος σε βάθος για να φτιάξει ένα υβρίδιο με καινούργια ματιά. Όλα παραπέμπουν σε κάτι αρχαϊκό και κολλημένο σε μια τσιμεντένια θέαση του παρελθόντος. Στη λογοτεχνία το βλέπουμε αυτό τώρα, στη μουσική, όμως δεν έχουμε δει κάτι αντίστοιχο ακόμη.

 

Υπάρχει ένας αριθμός ανθρώπων που στέλνουν μηνύματα στη σελίδα για να ρωτήσουν πού βρήκα την τάδε παράδοση, σε ποιο χωριό, και καταλήγω να τους εξηγώ ότι πρόκειται για δικές μου ιστορίες, για fiction, πως δεν έχουν να κάνουν με μια λαογραφική μελέτη. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Υπάρχει ένας αριθμός ανθρώπων που στέλνουν μηνύματα στη σελίδα για να ρωτήσουν πού βρήκα την τάδε παράδοση, σε ποιο χωριό, και καταλήγω να τους εξηγώ ότι πρόκειται για δικές μου ιστορίες, για fiction, πως δεν έχουν να κάνουν με μια λαογραφική μελέτη. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Οι Vic και ο Χαρούλης, ωστόσο, γεμίζουν στάδια, πού οφείλεται αυτή η ξαφνική δίψα για την παράδοση;

Πιστεύω πως χτυπάει πάνω στο όλο φαινόμενο της νοσταλγίας. Το γεγονός ότι τα άτομα πάνω από 20-25 ετών που έχουν αποδεσμευτεί σε κάποιο βαθμό από το οικογενειακό περιβάλλον -το οποίο φαντάζομαι ότι αμαύρωνε αρκετά το ίδιο το οικοδόμημα της παράδοσης- και πλέον μπορούν να ξαναδούν αυτό το οικοδόμημα λίγο πιο ονειρικά, ιδανικά, ότι ξέρεις, αυτά που ακούγαμε τότε στο αυτοκίνητο ή στο πανηγύρι στο χωριό και τα θεωρούσαμε παρωχημένα, πλέον μπορούμε να τα καταναλώσουμε, να τα ενσωματώσουμε στη δική μας κουλτούρα. Για μένα αυτή η λατρεία για την παράδοση έχει επίσης εξωτική χροιά -για τα παιδιά της πόλης τουλάχιστον – όταν για παράδειγμα οι μόνες στιβαρές εικόνες παράδοσης που δεχόντουσαν ήταν από βιβλία που εξυμνούσαν το παραδοσιακό Πάσχα στο χωριό, κάτι που ήταν απλά μια φαντασίωση για αυτά, τελείως αποσυνδεδεμένη από το περιβάλλον τους.

 

— Ίσως τη μουσική αυτή να τη βλέπουν ως επαναστατική, κάπως σαν το πολιτικό τραγούδι που κάποτε, στα ’70s και στα ’80s, εκπροσωπούσαν ο Λοΐζος και ο Θεοδωράκης. Μπορεί να μην έχουν πολιτικούς στίχους τα κομμάτια του Θανάση Παπακωνσταντίνου και του Χαρούλη, αλλά για ένα μεγάλο μέρος του κοινού υποκαθιστούν το πολιτικό τραγούδι.

Ισχύει. Ας πούμε πως επαναστατική μουσική είναι το πανκ, το οποίο όμως είναι πολύ συγκεκριμένο και με πολύ μικρό συγκριτικά κοινό. Δεν είναι κάτι για μαζική κατανάλωση. Επαναστατική μουσική για μαζική κατανάλωση σήμερα είναι το έντεχνο. Δεν υπάρχει και κάτι ελληνικό -που να μην είναι ελληνόφωνο- που να είναι μαζικό. Καμία μουσική. Ούτε καν το metal. Μετά το 2000 νομίζω ότι έσπασε εντελώς το metal οικοδόμημα. Εκεί κάπου άρχισε να ψάχνει στοιχεία από διάφορα άλλα είδη και να τα ενσωματώνει, οπότε φτάσαμε σε post metal, σε drone, σε noise, και έτσι έχασε τον μοναδικό χαρακτήρα του και φτιάχτηκαν στη συνέχεια παραφυάδες, οι οποίες είναι και άλλη σκηνή. Η εποχή των αρένων έχει τελειώσει για το metal εκεί, στο μεταίχμιο της χιλιετίας.

 

— Η μουσική πόσο έχει επηρεάσει τον τρόπο που γράφεις;

Αισθητικά πάρα πολύ. Οι στίχοι κυρίως. Ο στόμφος στον στίχο του black metal ειδικά, ως η μουσική που είχε τον καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη της γραφής μου, η απέχθειά του προς την καθημερινότητα, η εικονογραφία του, έχει σίγουρα γίνει ένα με το υποσυνείδητό μου, και νομίζω ότι αποτυπώνεται στον τρόπο γραφής μου: από το να βάζω κεφαλαία σε κάποιες προσωποποιήσεις οντοτήτων μέχρι τις λίγο μπαρόκ περιγραφές που μπορεί να υπάρχουν. Το ίδιο το φλερτ του με το αλλόκοσμο είναι το σημείο που ερωτεύτηκακαι το άφησα να εισχωρήσει στις «δημιουργικές» πτυχές μου.

 

— Είσαι ενημερωμένος για τις ελληνικές κυκλοφορίες βιβλίων τρόμου;

Γενικά δεν είχα επαφή, καθότι σνόμπαρα μέχρι αηδίας την ελληνική συγγραφή. Τώρα τελευταία, λόγω facebook, έχω γνωρίσει κάποια παιδιά που γράφουν και εκτιμώ πολύ τον Κωνσταντίνο Κέλλη που έχει εκδοθεί στον Κέδρο. Έλειπα και στο εξωτερικό και δεν έχω βρει χρόνο να τσεκάρω και πολλούς, αλλά στον τομέα της φανταστικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα που πλέον γίνεται χαμός πραγματικά, βγαίνουν απίστευτα σκουπίδια τα οποία νομίζω ότι εν τέλει κάνουν κακό στην ίδια την εικόνα της ελληνικής σκηνής. 

 

— Η γλώσσα που χρησιμοποιείς στις ιστορίες είναι η γλώσσα που μιλάς;

Είναι η γλώσσα την οποία θα ήθελα να μιλάει ένα υποθετικό άτομο που περιγράφει ανά πάσα στιγμή το άμεσο περιβάλλον μου. Δεν έχει να κάνει με την πραγματική χρήση της από εμένα, όσο με το πώς ταιριάζει στο setting το οποίο θέλω να δημιουργήσω. Δίχως να είμαι ο πλέον αρμόδιος να αναλύσω την προέλευσή της, νομίζω πως είναι μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή ενός χαοτικού αθροίσματος των επιμέρους τμημάτων της γλώσσας των μεγαλύτερων σε ηλικία συγγενών μου.

 

Τελείως προσωπικά, πρέπει επίσης να δηλώσω πως η παράδοση -και ό,τι αυτή έφερε πάνω της- είναι κάτι με το οποία ασχολήθηκα τα τελευταία δέκα (με το ζόρι) χρόνια – προηγουμένως σιχαινόμουν πραγματικά τις περισσότερες εκφάνσεις της, μιας και έβλεπα σε αυτή συντηρητικότητα και αρτηριοσκλήρωση. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Τελείως προσωπικά, πρέπει επίσης να δηλώσω πως η παράδοση -και ό,τι αυτή έφερε πάνω της- είναι κάτι με το οποία ασχολήθηκα τα τελευταία δέκα (με το ζόρι) χρόνια – προηγουμένως σιχαινόμουν πραγματικά τις περισσότερες εκφάνσεις της, μιας και έβλεπα σε αυτή συντηρητικότητα και αρτηριοσκλήρωση. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Γράφεις πολύ;

Όχι, θα ήθελα να γράφω περισσότερο από όσο κάνω τώρα μιας και είμαι αρκετά τεμπέλης στη συγγραφή. Πέρα από τις παγανιστικές δοξασίες στη σελίδα (όπου υπάρχει συχνή ανανέωση γιατί μου φαίνεται πολύ εύκολο να γράφω τέτοιο κείμενο), η παραγωγή μου όσον αφορά διηγήματα ή κάτι μεγαλύτερο είναι  φτωχή. Θα ήθελα να γράφω αρκετά περισσότερο, άλλωστε ο στόχος είναι σιγά-σιγά να χτίσω κάποιο μυθιστόρημα, αλλά οι ρυθμοί είναι νωχελικοί.

 

— Είναι καλό ή κακό το γεγονός ότι όλοι γράφουν πια, όλη μέρα στο facebook; Μπορεί να μην γράφουν με στυλό, αλλά γράφουν, άνθρωποι που είναι 60, 70 χρονών, οι οποίοι δεν θα έγραφαν ποτέ παλιότερα περισσότερα από μία λίστα για το σουπερμάρκετ.

Ο βασικός λόγος -για μένα- που συμβαίνει αυτό είναι το feedback - δηλαδή μπορείς πολύ εύκολα να έχεις ένα κοινό το οποίο θα προκαλέσει την αλληλεπίδραση. Μόνο και μόνο το ότι μπορείς να πάρεις κάποια likes για ένα κείμενο το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα το έγραφες στο σπίτι για δυο τρεις φίλους σου, νομίζω ότι έχει δώσει το έναυσμα σε πολύ κόσμος να δοκιμάσει το χέρι του στη συγγραφή. Συν τοις άλλοις, είναι και το ζήτημα της επεξεργασίας του κειμένου -που στο χειρόγραφο έχει πιο άσχημη αισθητική-της αλλαγής, της ενσωμάτωσης πολυμέσων όπως οι εικόνες στη σελίδα, που αποτελούσε πολύ μεγάλο μέρος των ιστοριών.

 

— Υπάρχουν δημοσιογράφοι, κριτικοί βιβλίων ή μουσικής που μπορείς να εμπιστευτείς τη γνώμη τους;

Όσον αφορά τους δημοσιογράφους-κριτικούς, στην προ-ίντερνετ εποχή ερχόσουν σε επαφή μονάχα με την πλευρά που επέλεγαν οι ίδιοι να αποκαλύψουν, η οποία αφορούσε σχεδόν πάντα την αυθεντία τους (υπαρκτή ή μη) με το αντικείμενο ενασχόλησής τους, αφήνοντας τελείως εκτός το ανθρώπινο στοιχείο τους. Από τη μια αυτό λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας απέναντι σε φαινόμενα αποκαθήλωσης που μπορεί πολύ εύκολα να υπάρξουν στο τερέν των social media, από την άλλη οδηγούσε σε μια τοτεμική λατρεία της μονομερούς εξειδίκευσης των ατόμων αυτών. Οπότε, αναφορικά με το αν υπάρχουν δημοσιογράφοι που μπορώ να εμπιστευτώ πλέον τη γνώμη τους, η απάντηση είναι πως πλέον αυτό είναι αρκετά πιο δύσκολο σε σχέση με παλιότερα, γιατί έχουν αποκαθηλωθεί τα είδωλα στην εποχή της παθητικής κατανάλωσης άποψης και εικόνας – τώρα θα εμπιστευτώ το άτομο που θα με πείσει τόσο αναφορικά με τις γνώσεις τους (σε πρώτο βαθμό) όσο και με το κατά πόσο το εμφανές (λιγότερο ή περισσότερο) κοινωνικό του δίκτυο αφήνει ανεπηρέαστη την κριτική του ματιά.

 

Το βιβλίο «Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας» του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.

 

O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO και δουλεύει σε αυτήν από το πρώτο φύλλο της
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Jonathan R. Mayers Jonathan R. Mayers 20.7.2017 | 17:24
Black metal και λογοτεχνία τρόμου, αναπόφευκτα θα έφερναν κάτι πολύ δυνατό.
Εύγε, γράψτα Χρυσόστομε!
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ