Μέχρι να κυκλοφορήσει από τον Gutenberg, σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου, αγνοούσα την ύπαρξή του – πόσο μάλλον την εκδοτική πορεία του. Το ξεκίνησα παρακινημένη από το κειμενάκι στο οπισθόφυλλο. «Το μυθιστόρημα περιγράφει τη ζωή και τη σταδιοδρομία του Στόουνερ, ενός βοηθού καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας: τη διδασκαλία του, τις σχέσεις του στο πανεπιστήμιο, τις φιλίες του, την αποτυχία του γάμου του, αλλά και τον έρωτά του για μια νεαρή καθηγήτρια, σχέση που θα εμπλακεί αναπόφευκτα στις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς της πανεπιστημιακής ζωής...». Λογοτεχνία, πανεπιστήμιο, έρωτας – νόμιζα πως θα διάβαζα ένα τυπικό campus novel. Ήμουν ανύποπτη για τη βαθιά συγκίνηση που θα μου χάριζε.

 

Εξίσου ανύποπτη ήμουν και για την περιπέτεια που συνοδεύει αυτό το βιβλίο. Το 1965, όταν πρωτοεκδόθηκε στις ΗΠΑ, μολονότι απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές, βρήκε λίγους αναγνώστες και, από την επόμενη κιόλας χρονιά, αποσύρθηκε. Έκτοτε ανατυπώθηκε δύο φορές, με τις πωλήσεις του και πάλι ελάχιστες. Κι ενώ όλο και κάποιοι σοβαροί κριτικοί το μνημόνευαν για να το εκθειάσουν, το 2011 ενθουσιάζει την Άννα Γκαλβαντά, μια πολύ δημοφιλή Γαλλίδα πεζογράφο, η οποία, προκειμένου να το διαδώσει, στρώθηκε και το μετέφρασε. Ω του θαύματος, μισό αιώνα από την πρώτη του δημοσίευση, το μυθιστόρημα του Τζον Γουίλιαμς, στόμα με στόμα, γίνεται μπεστ σέλερ όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Ολλανδία, στην Ιταλία, στο Ισραήλ, στη Γερμανία. Μέχρι που τον Οκτώβριο του 2013, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τον θάνατο του δημιουργού του, παρουσιάζεται από το «New Yorker» ως «το «μεγαλύτερο αμερικανικό μυθιστόρημα για το οποίο δεν είχατε ακούσει ποτέ».

 

Μέσα από την ιστορία ενός ταπεινού και συγκροτημένου ανθρώπου, όπως είναι ο Στόουνερ, ο Τζον Γουίλιαμς μιλά για τις μάχες που δίνουμε ή αποφεύγουμε, για τις εσωτερικές συγκρούσεις που μας βασανίζουν, για το στρίμωγμά μας ανάμεσα στις φιλοδοξίες μας, τον αξιακό μας κώδικα και τις κοινωνικές νόρμες, για τον σαρκικό πόθο, που, αν φιμωθεί, μπορεί να γίνει δηλητήριο και για την αγάπη, βεβαίως, την κινητήριο δύναμη όλων.

 

Κάπως έτσι έφτασε «Ο Στόουνερ» και στα μέρη μας. Πώς κατάφερε να νικήσει τον χρόνο; Τι το εξαιρετικό διαθέτει; Σε τι οφείλεται αυτή η αναπάντεχη επιτυχία του; Από την πρώτη κιόλας σελίδα, ο Τζον Γουίλιαμς μας καθιστά σαφές πως η σταδιοδρομία του ήρωά του μόνο λαμπρή δεν ήταν. Ο Στόουνερ «δεν έφτασε πιο πάνω από τον βαθμό του επίκουρου καθηγητή και ελάχιστοι φοιτητές, απ' αυτούς που είχαν παρακολουθήσει τα μαθήματά του, διατηρούσαν σαφή εικόνα του... Οι συνάδελφοί του, οι οποίοι δεν του είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση όσο ζούσε, τώρα πια τον αναφέρουν σπανίως΄ στους μεγαλύτερους το όνομά του λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου για όλους τέλους, για τους νεώτερους είναι απλώς ένας ήχος που δεν ανακαλεί τίποτε από το παρελθόν...». Όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, αιχμαλωτισμένοι από τη λιτή, στιβαρή πρόζα του Γουίλιαμς, ο Στόουνερ απέτυχε και στην ιδιωτική του ζωή. Τι κι αν παντρεύτηκε το κορίτσι των ονείρων του; Στην πραγματικότητα, έμεινε εγκλωβισμένος μέσα σ' έναν άχαρο, άνυδρο γάμο, αποξενώθηκε ως και από την κόρη του που τόσο αγαπούσε, και ο μοναδικός, μεγάλος του έρωτας για μια συνάδελφό του αποδείχτηκε αδιέξοδος.

 

Μέσω του «Στόουνερ», ο Γουίλιαμς αναδεικνύει το νόημα της ζωής όπως το είχε αντιληφθεί ο ίδιος, αφοσιωμένος στη μετάδοση της γνώσης, ταγμένος στην ιστορία της Αγγλικής Φιλολογίας, στο ίδιο πόστο επί δεκαετίες, σαν τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του.
Μέσω του «Στόουνερ», ο Γουίλιαμς αναδεικνύει το νόημα της ζωής όπως το είχε αντιληφθεί ο ίδιος, αφοσιωμένος στη μετάδοση της γνώσης, ταγμένος στην ιστορία της Αγγλικής Φιλολογίας, στο ίδιο πόστο επί δεκαετίες, σαν τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του.

 

Γιατί να μας ενδιαφέρει η περίπτωση ενός τέτοιου ανθρώπου; Πού θα μπορούσαμε να συναντηθούμε μαζί του, με τι δικό του ταυτιζόμαστε; Γίνεται αντιληπτό πολύ γρήγορα. Κάτι στον τόνο του συγγραφέα, καθώς ανασυστήνει ήρεμα, μια ιδέα αποστασιοποιημένα, τον βίο του ήρωά του, μας προειδοποιεί πως θα μιλήσει για κάτι που μας αφορά άμεσα. Μέσα από την ιστορία ενός ταπεινού και συγκροτημένου ανθρώπου, όπως είναι ο Στόουνερ, ο Τζον Γουίλιαμς μιλά για τις μάχες που δίνουμε ή αποφεύγουμε, για τις εσωτερικές συγκρούσεις που μας βασανίζουν, για το στρίμωγμά μας ανάμεσα στις φιλοδοξίες μας, τον αξιακό μας κώδικα και τις κοινωνικές νόρμες, για τον σαρκικό πόθο, που, αν φιμωθεί, μπορεί να γίνει δηλητήριο, και για την αγάπη, βεβαίως, την κινητήριο δύναμη όλων. Μέσω του «Στόουνερ» ο Γουίλιαμς αναδεικνύει το νόημα της ζωής όπως το είχε αντιληφθεί ο ίδιος, αφοσιωμένος στη μετάδοση της γνώσης, ταγμένος στην ιστορία της Αγγλικής Φιλολογίας, στο ίδιο πόστο επί δεκαετίες, σαν τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του.

 

Σκληραγωγημένο αγροτόπαιδο, γεννημένος το 1891 σ' ένα χωριό του κεντρικού Μιζούρι, ο Γουίλιαμ Στόουνερ ξεκινά, με τις ευλογίες των γονιών του, να σπουδάσει γεωπόνος στο πανεπιστήμιο της πιο κοντινής πόλης, ώστε μια μέρα να αναλάβει το οικογενειακό κτήμα τους. Ωστόσο, στο δεύτερο έτος των σπουδών του συνειδητοποιεί πως «η αγγλική φιλολογία δεν τον άφηνε να ησυχάσει με τίποτα». Τα μαθήματα που έχει ήδη παρακολουθήσει, κρεμασμένος από το στόμα ενός σαρδόνιου καθηγητή που θα γίνει μέντοράς του, τον ωθούν ν' αλλάξει ρότα. Συγκλονισμένος από τη μαγική επίδραση που έχει πάνω του ένα σονέτο του Σαίξπηρ, αποφασίζει ότι εφεξής δεν θα καλλιεργεί το χώμα, θα καλλιεργεί τα μυστήρια του νου και της καρδιάς, μελετώντας τη γλώσσα του. Θα κοπιάζει με τις λέξεις και θα προσπαθήσει να γίνει καλός δάσκαλος. Το πανεπιστήμιο, πιστεύει, θα 'ναι ιδανική ασπίδα προς τον έξω κόσμο, τον τόσο θορυβώδη και άγριο. Προς το τέλος της ζωής του, ανακαλώντας τα περασμένα, ο Στόουνερ διαπιστώνει πολλές ήττες, πολλές διαψεύσεις. Μόνο την πίστη του στο πανεπιστήμιο νιώθει ακλόνητη μέσα του. Το ξέρει – το πάθος του για τα γράμματα, ο ζήλος του για την ιστορικότητα των λογοτεχνικών κειμένων, η απέχθειά του απέναντι στις ρομαντικές, ερασιτεχνικές προσεγγίσεις της λογοτεχνίας, σφράγισαν τις σχέσεις με τους γονείς, τους συναδέλφους, την οικογένειά του, βάζοντας φρένο στην προσωπική του ευτυχία και στην ακαδημαϊκή του ανέλιξη. Όμως, αυτά ακριβώς ήταν που τον κράτησαν τόσα χρόνια όρθιο.

 

Ο ίδιος ο Τζον Γουίλιαμς, στα τελευταία του, το 1985, σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, δήλωνε για τον Στόουνερ: «Κατά τη γνώμη μου, είναι ήρωας με όλη τη σημασία της λέξης. Πολλοί από αυτούς που διάβασαν το βιβλίο σχημάτισαν την εντύπωση ότι ο Στόουνερ έζησε μια κακή και θλιβερή ζωή. Το βέβαιο είναι ότι έζησε καλύτερα από τον περισσότερο κόσμο. Έκανε αυτό που ήθελε να κάνει, αγαπούσε αυτό που έκανε, είχε αίσθηση του πόσο σπουδαία ήταν η δουλειά που έκανε. Οι αξίες τις οποίες κλήθηκε να υπηρετήσει είναι σημαντικές... Το σημαντικότερο κατ' εμέ στοιχείο του μυθιστορήματος είναι η συνείδηση του έργου, του επαγγέλματος που έχει ο Στόουνερ. Γι' αυτόν η διδασκαλία είναι έργο – έργο με την καλή, την έντιμη έννοια της λέξης. Το επάγγελμά του τού έδωσε μια ιδιαίτερη ταυτότητα και τον έκανε αυτό που ήταν... Η αγάπη για κάτι είναι αυτό που μετράει».

 

Στο εισαγωγικό κείμενο του Ιρλανδού συγγραφέα John McGahern που συνοδεύει την ελληνική έκδοση του «Στόουνερ» επισημαίνονται κι άλλα σημεία της παραπάνω συνέντευξης. Πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται ένα κείμενο; Σαν ένας γρίφος που τον μελετάς και τον κατανοείς ή σαν κάτι που το βιώνεις; Ο Τζον Γουίλιαμς πίστευε ακράδαντα πως η λογοτεχνία γράφεται «αποκλειστικά και μόνο» προς τέρψιν του αναγνώστη. «Για τον Θεό», έλεγε, «είναι κουτό να διαβάζεις χωρίς να το απολαμβάνεις». Στην περίπτωση του «Στόουνερ» η απόλαυση έρχεται σιγά-σιγά, μαζί με κύματα θλίψης. Δεν συμπάσχεις μόνο με τον κεντρικό ήρωα, αντιλαμβάνεσαι πολύ καλά και τον καημό των εχθρών του – καταλαβαίνεις πως κι εκείνοι κάτι πολύτιμο υπερασπίζονταν. Κάθε τόσο παρηγοριέσαι – βλέπεις ότι και στην πιο συνηθισμένη διαδρομή, όπως αυτή του Στόουνερ, μπορεί να συμβαίνουν αρκετά εκθαμβωτικά διαλείμματα. Και αναπόφευκτα, σκέφτεσαι πώς πορεύτηκες εσύ ως τώρα, ευελπιστώντας ότι θ' αποχωρίσεις με ήσυχη τη συνείδηση.