Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

Έλληνες κομμουνιστές στην Αμερική: Η καταγραφή μιας αποτυχίας

Οι άγνωστες πτυχές της ελληνοαμερικανικής αριστεράς, αλλά και των ελλήνων μεταναστών στο αμερικανικό έδαφος μέσα από μία νέα ενδιαφέρουσα αφήγηση του Κώστα Καρπόζηλου στο νέο του βιβλίο «Κόκκινη Αμερική»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ 20.3.2017

 

«Για εκατομμύρια ανθρώπους τα πρώτα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης σημαδεύτηκαν από συνθήκες απότομης φτωχοποίησης και περιθωριοποίησης. Οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων που αναφύονταν στις παρυφές των εργατικών συνοικισμών, οι χιλιάδες πλάνητες σε αναζήτηση εργασίας, όπως οι ήρωες του Στάινμπεκ στα “Σταφύλια της οργής” και οι άστεγοι στις εντυπωσιακές εικόνες των συσσιτίων καθιστούσαν τον άνεργο σύμβολο της νέας εποχής. Για το κομμουνιστικό κίνημα οι άνεργοι αποτελούσαν την ορατή απόδειξη των αντιφάσεων και του ιστορικού αδιεξόδου του καπιταλιστικού κόσμου και προσωποποιούσαν τα υποκείμενα εκείνα που πλέον δεν είχαν να χάσουν τίποτα “εκτός από τις αλυσίδες τους”. Έτσι, οι Αμερικανοί κομμουνιστές στράφηκαν στην οργάνωση των ανέργων, συνδέοντας τη διεκδίκηση “άμεσων μέτρων ανακούφισης” με την προετοιμασία για τις “μεγαλύτερες μάχες και, τελικά, την ανατροπή του καπιταλισμού”», διαβάζουμε σε απόσπασμα από το νέο βιβλίο του διευθυντή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) Κωστή Καρπόζηλου, «Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου 1900-1950», που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Πρόκειται για ένα συγγραφικό έργο στο οποίο παρακολουθούμε την ιστορία της ελληνοαμερικανικής αριστεράς από τις αρχές του 20ού αιώνα έως και τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Συναντάμε μετανάστες και μετανάστριες που οργάνωσαν την καθημερινότητά τους στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα από τις ιδέες, τη νοοτροπία και τις αντιλήψεις του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος. Η αναζήτηση και η προοπτική του «νέου κόσμου», η κοινωνική ισότητα και οι πολιτικές ελευθερίες, το κοινό όραμα, η πολιτικοκοινωνική συγκρότηση, είναι μερικά από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Κωστής Καρπόζηλος στην «Κόκκινη Αμερική». Το βιβλίο, παρά τον όγκο του, διαβάζεται ακούραστα, προσφέρει στον αναγνώστη ένα εύρος πηγών και οι περιγραφές του είναι συναρπαστικές. Φυσικά, οι αναλογίες με το σήμερα είναι πολλές και ελάχιστοι μπορούν να αποφύγουν τη σύγκριση.   

 

Η ανάγνωση του βιβλίου ενισχύει τη σύγκριση με την περίοδο που διανύουμε. Τότε ήταν μια άλλη αριστερά, με διαφορετικό περιεχόμενο και άλλες διεκδικήσεις;

Προφανώς. Νομίζω πως η βασική διαφορά έγκειται στη βαθιά βεβαιότητα της αριστεράς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα ότι το μέλλον θα ήταν απαλλαγμένο από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Όταν το 1906 ο Βέρνερ Ζόμπαρτ αναρωτιέται «γιατί δεν υπάρχει σοσιαλισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες», η έμφαση δίνεται στην αναμονή της στιγμής που η εκθετική ανάπτυξη του καπιταλισμού θα οδηγήσει στη μετάβαση σε μια νέα κοινωνική και οικονομική οργάνωση. Αυτή η σιγουριά, η βεβαιότητα του σοσιαλιστικού μέλλοντος, είναι μια ανεπανάληπτη ιστορική εμπειρία που έχει εξαφανιστεί από τον τρόπο που σκέφτεται και δρα η σύγχρονη αριστερά. Στην «Κόκκινη Αμερική» επιχείρησα να δείξω τις διαδοχικές ενατενίσεις και διαψεύσεις του σοσιαλιστικού μέλλοντος στη χώρα εκείνη που βρισκόταν, και βρίσκεται, στην ατμομηχανή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

 

Για κάθε επιτυχημένο και επώνυμο εστιάτορα, υπάρχουν πολλοί και πολλές που εργάστηκαν αόρατοι και αόρατες στην κουζίνα. Η δική μου προσέγγιση διαπλέκει τους αόρατους με τα μεγάλα, αποτυχημένα σχέδια της κοινωνικής μεταβολής.

 

—Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι στην Αμερική η αριστερά ήταν απούσα. Τι ήταν αυτό που μάθατε για την αμερικάνικη αριστερά από την έρευνά σας;

Αυτό είναι ένα διαδεδομένο στερεότυπο και συχνά το συναντάει κανείς και στις τάξεις της ελληνικής αριστεράς. Είναι κάπως αστείο βέβαια, αν σκεφτεί κανείς ότι η Πρωτομαγιά, για παράδειγμα, αναγορεύτηκε σε παγκόσμια ημέρα του κόσμου της μισθωτής εργασίας ύστερα από τα όσα συνέβησαν στην καρδιά των Ηνωμένων Πολιτειών, στο Σικάγο, το 1886. Αυτό που εγώ συνάντησα και συνεχίζει να με εκπλήσσει είναι η μεταναστευτική διάσταση της αμερικανικής αριστεράς. Το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα εξέφρασαν τους αόρατους μετανάστες, αλλά ταυτόχρονα ήταν η φωνή των αόρατων αυτών ανθρώπων που καθόρισε την εξέλιξη του κινήματος μέσα στον χρόνο. Στη σχέση αυτή συνυπάρχουν συναρπαστικές διαδρομές και ιστορίες. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τους εκατοντάδες Αμερικανούς πολίτες μεταναστευτικής καταγωγής που πολέμησαν στον Ισπανικό Εμφύλιο, θεωρώντας ότι έτσι καταπολεμούν τα φασιστικά καθεστώτα που είχαν επιβληθεί στις χώρες από τις οποίες είχαν ξεκινήσει πριν από χρόνια οι γονείς τους, όπως η Ιταλία, η Γερμανία ή η Ελλάδα.

 

Οι Έλληνες μετανάστες δεν έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες κρατώντας μια κόκκινη σημαία – μάλλον το αντίθετο. Κατά συνέπεια, η ριζοσπαστικοποίησή τους σχετιζόταν με τη δυναμική της αμερικανικής αριστεράς, η οποία παρείχε ένα ερμηνευτικό σχήμα γι’ αυτό που συναντούσαν στον Νέο Κόσμο και ταυτόχρονα υποσχόταν έναν διαφορετικό «νέο κόσμο».
Οι Έλληνες μετανάστες δεν έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες κρατώντας μια κόκκινη σημαία – μάλλον το αντίθετο. Κατά συνέπεια, η ριζοσπαστικοποίησή τους σχετιζόταν με τη δυναμική της αμερικανικής αριστεράς, η οποία παρείχε ένα ερμηνευτικό σχήμα γι’ αυτό που συναντούσαν στον Νέο Κόσμο και ταυτόχρονα υποσχόταν έναν διαφορετικό «νέο κόσμο».

 

—Αναφέρεστε στους Έλληνες μετανάστες και στο όραμα του Νέου Κόσμου από το 1900 έως το 1950. Τι μας διδάσκει αυτή η περίοδος και τι δεν γνωρίζουμε για τους Έλληνες που έφταναν στο Έλις Άιλαντ;

Σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια χρησιμοποιεί τη βάση δεδομένων του Έλις Άιλαντ για να βρει τα ίχνη ενός συγγενή της που έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως μετανάστης. Αυτό αποτυπώνει πόσο καθοριστική ήταν η μεταναστευτική εκροή για την ελληνική κοινωνία των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τι συνέβη όμως όταν αυτοί οι άνθρωποι πέρασαν τις πύλες του Έλις Άιλαντ; Στην έρευνά μου εστιάζω στην εργατική εμπειρία της μετανάστευσης, στην καθημερινότητα της εργασίας στις γραμμές των σιδηροδρόμων, στα ορυχεία, στις κουζίνες των μεταναστευτικών εστιατορίων. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρώ να δείξω ότι οι σκληρές συνθήκες εργασίας δεν ήταν απλώς ένα προστάδιο, ένα προκαταρκτικό επεισόδιο πριν από την περίφημη ενσωμάτωσή τους. Για τον λόγο αυτό επιμένω στο να συζητήσουμε πώς ένιωσαν οι μετανάστες και οι μετανάστριες τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Και όπως παραστατικά αφηγείται μια μετανάστρια, η κρίση δεν μοιάζει με καρδιακή προσβολή, αλλά με την αρθρίτιδα («κάθε μέρα που περνάει πονάς περισσότερο»), δίχως να μπορείς να θυμηθείς πότε ξεκίνησες να πονάς.

 

—Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μας μιλήσετε για την ενσωμάτωσή τους, αλλά και για την πολιτική τους συγκρότηση. Βοήθησε σ’ αυτό ο συνεκτικός δεσμός της αριστεράς;

Για εκείνους και εκείνες που στράφηκαν στην αριστερά, οι ριζοσπαστικές ιδέες πρόσφεραν ένα όραμα ενσωμάτωσης στο αμερικανικό παρόν. Οι Έλληνες μετανάστες δεν έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες κρατώντας μια κόκκινη σημαία – μάλλον το αντίθετο. Κατά συνέπεια, η ριζοσπαστικοποίησή τους σχετιζόταν με τη δυναμική της αμερικανικής αριστεράς, η οποία παρείχε ένα ερμηνευτικό σχήμα γι’ αυτό που συναντούσαν στο Νέο Κόσμο και ταυτόχρονα υποσχόταν έναν διαφορετικό «νέο κόσμο». Προφανώς, δεν πρόκειται για μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Αυτό ήταν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μεταναστευτικής αριστεράς: μιλούσε διαφορετικές γλώσσες, συγκροτούσε την αμερικανική αριστερά και ανήκε σε ένα παγκόσμιο κίνημα στο οποίο θεωρητικά δεν είχαν σημασία η καταγωγή, η προέλευση, η εθνοτική διαφορά αλλά τα κοινά συμφέροντα εκείνων που ζούσαν από την εργασία των χεριών τους. 

 

 

 

—Ποιοι λόγοι έκαναν την ελληνοαμερικάνικη κοινότητα να μεταπηδήσει από την κομμουνιστική ιδεολογία στον αντικομμουνισμό;

Δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για μεταπήδηση, καθώς η ανάδυση της ελληνοαμερικανικής αριστεράς ήδη από τη δεκαετία του 1920 είχε πυροδοτήσει αντιδράσεις και είχε συμβάλει στην ανάπτυξη ενός ελληνοαμερικανικού αντικομμουνισμού. Σίγουρα η μεγάλη μεταβολή καταγράφεται τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όταν κλείνει ο ιστορικός κύκλος της ελληνοαμερικανικής αριστεράς. Τότε διαμορφώνεται η ηγεμονία του αντικομμουνισμού, σε μεγάλο βαθμό ως αντανάκλαση της στενής συνεργασίας Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών για την καταπολέμηση της «κομμουνιστικής απειλής». Έως εκείνο το σημείο μπορούσε να είναι κανείς Αμερικανός, όντας κομμουνιστής. Από το 1948 και ύστερα αυτό είναι αδύνατο. Αυτό που προσπαθώ να δείξω στην «Κόκκινη Αμερική» είναι ότι δεν επρόκειτο για μια νομοτελειακή πορεία. Αντίθετα, υπήρχε μια στιγμή κατά την οποία όλα φάνταζαν πιθανά και ανάμεσα σε αυτά τα σενάρια υπήρχε και η προοπτική μιας στενής μεταπολεμικής συνεργασίας Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης γύρω από την κοινή αντίθεσή τους στις αποικιοκρατικές δυνάμεις του παρελθόντος και τις ομοιότητες της σοσιαλιστικής οικονομίας με τη σχεδιασμένη οικονομία του πολέμου. 

 

 

 

—Πείτε μου μια ιστορία που έχει αποτυπωθεί έντονα στο μυαλό σας από τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο σας.

Ο Connie Poulos τον Σεπτέμβριο του 1944 πέρασε από τη Σμύρνη στην Εύβοια, συναντήθηκε με αντάρτες του ΕΛΑΣ και ήταν ο πρώτος ξένος ανταποκριτής που μπήκε στην ελεύθερη Αθήνα τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου. Είναι ο άνθρωπος που μαζί με τον Dmitri Kessel κατέγραψαν τις σκηνές των Δεκεμβριανών και ένας μαχητικός δημοσιογράφος που ταξίδεψε στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ευρώπη τις ημέρες που ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του. Στα κείμενά του βλέπει κανείς τις προσδοκίες του μεταπολεμικού μέλλοντος αλλά και το πώς αυτός, ένας νεαρός φιλελεύθερος διανοούμενος, τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης συμπορεύτηκε με την αμερικανική αριστερά, πιστεύοντας ταυτόχρονα στη δυναμική των ευρωπαϊκών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Παρακολουθώντας την πορεία του, τις διαδοχικές διαψεύσεις του οράματός του και τη μοναξιά που δοκίμασε όντας απομονωμένος από την κομμουνιστική αριστερά και τον μεταπολεμικό αντικομμουνισμό, προσπαθώ να δείξω τις τολμηρές αναζητήσεις τα χρόνια του πολέμου και τον τρόπο που οι άνθρωποι πίστεψαν ότι οι θυσίες του σήμερα θα οδηγούσαν σε ένα ριζικά διαφορετικό μέλλον στο οποίο η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πορεύονταν από κοινού. Τελικά, η ζωή αποδείχτηκε πιο απρόβλεπτη, και ίσως γι’ αυτό πιο συναρπαστική.

 

 

 

—Γράφετε στην εισαγωγή σας ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να διαβαστεί ως η ιστορία μιας αποτυχίας. Θα θέλατε να μου σχολιάσετε την άποψη αυτή; Τι είναι πιο σημαντικό, η επιτυχία ή η αποτυχία;

Νομίζω ότι οι αποτυχίες έχουν ενδιαφέρον, εφόσον μας επιτρέπουν να σκεφτούμε πάνω στο ιστορικά απρόβλεπτο και κυρίως πάνω στο ενδεχόμενο. Όταν λέω ότι είναι μια ιστορία αποτυχίας αναφέρομαι σε αυτό που όλοι και όλες ξέρουμε: ότι η Αμερική δεν έγινε «κόκκινη» και ότι σήμερα μας είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε πώς θα ήταν κάτι τέτοιο. Από την άλλη, όταν η συζήτηση έρχεται στους Ελληνοαμερικανούς, εστιάζει συχνά στην «επιτυχία»: σ’ εκείνους που πλούτισαν, τα κατάφεραν, αναδείχτηκαν σε επιφανείς εκπροσώπους της κοινότητας κ.λπ. Αυτό που λησμονούμε είναι ότι πίσω από κάθε ιστορία κοινωνικής επιτυχίας υπάρχει και μια άλλη. Για να το πω σχηματικά: για κάθε επιτυχημένο και επώνυμο εστιάτορα, υπάρχουν πολλοί και πολλές που εργάστηκαν αόρατοι και αόρατες στην κουζίνα. Η δική μου προσέγγιση διαπλέκει τους αόρατους με τα μεγάλα, αποτυχημένα σχέδια της κοινωνικής μεταβολής.

 

—Τι μπορεί να ανασυγκροτήσει σήμερα το εργατικό κίνημα; 

Δεν ξέρω, και σίγουρα η ανασυγκρότηση αυτή δεν είναι υπόθεση κάποιων ειδικών ή, ακόμα χειρότερα, των ιστορικών! Αυτό που φαίνεται να χρειάζεται είναι μια συζήτηση για τις μεταβολές στο εσωτερικό του κόσμου της μισθωτής εργασίας και τις μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης. Τα παραδοσιακά συνδικάτα απευθύνονται σε όλο και λιγότερους, συχνά αποκλείοντας από τις τάξεις τους εκείνους που δουλεύουν με ευέλικτα ωράρια και σχέσεις εργασίας. Αυτό δημιουργεί δύο ρήγματα στον κόσμο της μισθωτής εργασίας: πρώτον των γηγενών εναντίον των μεταναστών και, δεύτερον, των παλαιότερων εναντίον των νεότερων. Η ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος θα πρέπει να είναι υπόθεση εκείνων που σήμερα δεν εκπροσωπούνται στα συνδικάτα και αυτό ίσως σημαίνει νέες μορφές οργάνωσης στις οποίες δεν θα επικρατούν η συντεχνιακή λογική, η πρόσδεση στις κρατικές επιχορηγήσεις και ο υπόρρητος εργοδοτικός έλεγχος.

 

—Γιατί στην εποχή μας ο κόσμος έχει σταματήσει να διεκδικεί; Έχετε μιλήσει για μια τάση ιδιώτευσης.

Η ιδιώτευση ακολουθεί συνήθως περιόδους γενικευμένης αναταραχής. Τα κουρασμένα παιδιά του 1968, για παράδειγμα, όταν κατάλαβαν ότι ο μεγάλος στόχος της κατάληψης της εξουσίας απομακρυνόταν οριστικά, διοχέτευσαν τη δράση τους σε κινήματα που εστίαζαν στο τοπικό, στο συγκεκριμένο, στο μερικό. Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, ιδίως ύστερα από το καλοκαίρι του 2015, παρατηρούμε μια τάση απόσυρσης, κόπωσης και ιδιώτευσης. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κάτι καταστροφικό. Είναι ίσως αναγκαίος ο αναστοχασμός και θα τολμούσα να πω και η αυτοκριτική για όσα συνέβησαν από την οριστική είσοδο της Ελλάδας στη δίνη της κρίσης μέχρι και την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Το δύσκολο ερώτημα της επόμενης μέρας είναι να αποφασίσουμε τι θα διεκδικήσουμε ακριβώς. Την επιστροφή στον απολεσθέντα παράδεισο των μεταπολεμικών χρόνων και της επίπλαστης ευημερίας ή μια νέα κοινωνική και πολιτική οργάνωση; Και αν είναι το δεύτερο, τι μορφή θα έχει αυτή, ώστε να μην είναι μια γενικότητα;

 

 

 

—Η εκλογή Τραμπ προκάλεσε ένα «σοκ». Πιστεύετε ότι μπορεί να έχει θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις ως προς την κινητοποίηση της κοινωνίας; Ποιες σκέψεις σας δημιουργεί σε σχέση με την ιστορία του βιβλίου;

Πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσουμε να πέφτουμε από τα σύννεφα. Η εκλογή Τραμπ εκφράζει την ελκτική δύναμη της υπόσχεσης ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στο παρελθόν, ένα παρελθόν που για πολλούς και πολλές παρουσιάζεται εξιδανικευμένο. Προφανώς, οι πρώτες κινήσεις του Τραμπ έχουν πυροδοτήσει αντιδράσεις, αλλά συχνά εστιάζουμε σε αυτές, λησμονώντας ότι την ίδια στιγμή υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που συμφωνούν με αυτές και εξέλεξαν τον Τραμπ, προσβλέποντας σε αυτές. Οι κοινωνίες διχάζονται και συγκρούονται. Αυτό δεν είναι καινούργιο. Η «Κόκκινη Αμερική» δείχνει, για παράδειγμα, την πόλωση τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930, όταν η δυναμική του εργατικού κινήματος συνοδεύτηκε από πρωτοφανείς εντάσεις στο εσωτερικό των χώρων εργασίας και στους δρόμους των αμερικανικών πόλεων. Άρα, ας προσπαθήσουμε να μεταβούμε από τις γενικότητες για το πώς συμπεριφέρεται η «κοινωνία» στη διερεύνηση του πώς διαφορετικές κοινωνικές δυναμικές διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται μέσα στον χρόνο. Γιατί κάποιοι και κάποιες πείθονται από τον Τραμπ; Τι λένε οι αντίπαλοί του; Έχουν να προσφέρουν κάποιο κινητοποιητικό όραμα για το μέλλον ή, όπως στην περίπτωση της Κλίντον, περιορίζονται στο business as usual;

 

—Γιατί ευνοείται το ρεύμα του εθνικισμού; Είναι μόνο αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης;

Όχι μόνο. Από την άλλη, όμως, ο αναγεννημένος εθνικισμός του 21ου αιώνα έχει οικονομικό πρόσημο: αναζητεί την κοινωνική ισορροπία μέσα από την επιστροφή στο ασφαλές πλαίσιο του εθνικού κράτους, το οποίο με τη σειρά του φαίνεται σαν να εξασφαλίζει σταθερές δουλειές και υψηλά ημερομίσθια.

 

—Έχετε δηλώσει ότι η κυβέρνηση εξατμίζει καθημερινά το χρήσιμο βάρος της αριστεράς. Κατά τη γνώμη σας, τι πήγε λάθος με τον ΣΥΡΙΖΑ και διέψευσε τις προσδοκίες;

Το πρόβλημα ανάγεται στον τρόπο που διαμορφώθηκε η ευρωπαϊκή αριστερά μετά το 1989. Πεπεισμένη ότι δεν θα κληθεί να αντιμετωπίσει το ερώτημα της εξουσίας, περιορίστηκε σε μια συστηματική (και συχνά ενδιαφέρουσα) κριτική των συνεπειών του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Η ατροφία της φάνηκε όταν κλήθηκε να μετασχηματίσει την κριτική της σε κίνηση μεταβολής των περιοριστικών συνθηκών του παρόντος, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την πρόκληση να σταματήσει να ερμηνεύει τον κόσμο και αντί αυτού να δείξει ότι αυτός μπορεί να αλλάξει. Εκεί, φάνηκε ανέτοιμη. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Στο εσωτερικό της αριστεράς υπάρχει συχνά συντηρητισμός, έλλειψη φαντασίας και μια δεσπόζουσα τάση να σκεφτόμαστε για το σήμερα μέσα από αδράνειες που έχουν κληροδοτηθεί από το παρελθόν. Εν τέλει, όλα αυτά συντείνουν στην απουσία ενός κινητοποιητικού οράματος για το μέλλον. Είναι δυνατόν η αριστερά του 21ου αιώνα να περιορίζει το βλέμμα της στην επιστροφή στις καλές μέρες του μεταπολεμικού καπιταλισμού;

 

 

 

—Μπορεί η αριστερά να αποκτήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο στο μέλλον και από τι εξαρτάται;

Υπάρχουν δύο πεισματάρικα δεδομένα. Το πρώτο σχετίζεται με την όξυνση της κοινωνικής ανισότητας και το δεύτερο με την όλο και μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες της ανθρώπινης χειραφέτησης και στις συνθήκες ζωής δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη. Η αριστερή πολιτική είναι αυτή που μπορεί να αντιμετωπίσει το πρώτο με ριζική αναδιανομή του πλούτου και νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής, ενώ ταυτόχρονα θα προτείνει τρόπους απελευθέρωσης από τις περιοριστικές συνθήκες του παρόντος. Δεν ξέρω τι μορφή θα έχει η αριστερά του 21ου αιώνα, αλλά όποια δύναμη μπορέσει να οραματιστεί μείωση των ωρών εργασίας, μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου και μια νέα σχέση με την ατομική ιδιοκτησία θα ακολουθεί την ιστορική παράδοση της αριστεράς του 19ου και των καλύτερων στιγμών του 20ού αιώνα. Όλα αυτά, φυσικά, φαντάζουν εξαιρετικά μακρινά τη στιγμή που η εγχώρια αριστερά διστάζει να ακουμπήσει πιο χειροπιαστά θέματα, όπως τα εξοπλιστικά προγράμματα, τα προνόμια της Εκκλησίας ή οι πυκνοί δεσμοί μεταξύ κρατικών προμηθειών και εγχώριου κεφαλαίου.

 

—Στο βιβλίο σας γράφετε για τους πρόσφυγες μιας άλλης εποχής. Σήμερα το προσφυγικό πρόβλημα βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα. Οι πρόσφυγες είναι τα θύματα ή οι πρωταγωνιστές της Ιστορίας;

Θυμάμαι πως, όταν από τη LiFO μου ζητήσατε να γράψω για τους πρόσφυγες του 1922, σκέφτηκα για πρώτη φορά ότι μπορούμε να μιλήσουμε για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες ως πρωταγωνιστές και όχι ως θύματα της Ιστορίας. Η οπτική αυτή διαπερνά και το βιβλίο μου. Όταν λέω πρωταγωνιστές, δεν παραπέμπω σε υπερφυσικούς ήρωες αλλά στο πώς οι καθημερινοί άνθρωποι, όλοι μας σε τελική ανάλυση, ερμηνεύουν και ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καθημερινότητάς τους. Στην εισαγωγή της «Κόκκινης Αμερικής» συζητάω το πώς οι στίχοι της Διεθνούς και το σονέτο στο Άγαλμα της Ελευθερίας απευθύνονται στους «κολασμένους» της γης, προσκαλώντας τους στο Νέο Κόσμο, δηλαδή στο σοσιαλιστικό κίνημα και στις Ηνωμένες Πολιτείες αντίστοιχα. Αυτή η πρόσκληση αναγνωρίζει τελικά ότι την Ιστορία μπορούν να τη γράφουν και οι κολασμένοι, όχι μόνο οι περίφημοι νικητές.

 

 

 

 

 

 
 

 

 

 

 
 

 

 

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσιογράφος. Σπούδασε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστήμιου ([email protected])
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ